ΑΘΗΝΑ
08:08
|
06.07.2022
Ο 36χρονος πρόεδρος της Χιλής κλείνει δύο μήνες στην εξουσία και ο ενθουσιασμός της νίκης δεν αρκεί για να λυθούν τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Την Τετάρτη (11/5) ο 36χρονος νεοεκλεγείς πρόεδρος της Χιλής Γκάμπριελ Μπόριτς, θα κλείσει δύο μήνες στην εξουσία. Η εκλογή του είχε σκορπίσει ενθουσιασμό στη χώρα και παγκοσμίως, για την άφιξη μίας νέας γενιάς πολιτικών, άφθαρτων και αποφασισμένων να εργασθούν για να επιλυθούν τα γιγαντιαία προβλήματα της νοτιοαμερικανικής χώρας, αλλά κι επίσης για να πείσει πως σε μία χώρα που ιστορικά κοιτάζει προς τις ΗΠΑ, μία αμιγώς προοδευτική κυβέρνηση μπορεί να ενσαρκώσει το όραμα του αυτοπροσδιορισμού. Η νέα κυβέρνηση του Μπόριτς, που ορκίσθηκε στις 11 Μαρτίου, κλήθηκε αμέσως να αντιμετωπίσει μία άνευ προηγουμένου οικονομική και κοινωνική κρίση, αλλά και να προωθήσει την πρόκληση της συντακτικής διαδικασίας, με την οποία η νυν ηγεσία της «Λα Μονέδα» και προσωπικά ο Μπόριτς έχουν συνδέσει τη μοίρα τους. Μολαταύτα, στον δίμηνο τούτο απολογισμό, η προεδρία του Μπόριτς δείχνει ελλειμματική κι η δημοτικότητά του, όπως καταδεικνύουν οι σφυγμομετρήσεις, δεν βρίσκεται στα υψηλά επίπεδα της εκλογικής περιόδου.

Η συγκυρία στην έλευση του Μπόριτς στην εξουσία είναι αλήθεια πως δεν ήταν και η πιο ευνοϊκή: έχοντας υποφέρει ιδιαίτερα από την πανδημία, οι κάτοικοι της χώρας είναι πια απελπισμένοι από  τις υπέρογκες τιμές στο πετρέλαιο, τη βενζίνη και τα άλλα αγαθά. Η δυσπραγία της κυβέρνησης να λάβει κάποιο προστατευτικό μέτρο για τα χαμηλά εισοδήματα δείχνει πως σε μεγάλο βαθμό ήταν απροετοίμαστη και πως ο ενθουσιασμός και οι καλές προθέσεις δεν αρκούν για να λυθούν τα επείγοντα βιοτικά προβλήματα της καθημερινότητας.

Πλημμελής είναι επίσης η φροντίδα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει ένα από τα επίσης σημαντικά ζητήματα της καθημερινότητας των πολιτών. Η αμφιταλάντευση για τα μέτρα που πρέπει να λάβει για την αύξηση των τιμών, η ασυγκράτητη βία κι η εγκληματικότητα στις γειτονιές, το κάψιμο φορτηγών και δασικών μηχανημάτων από τρομοκρατικές ομάδες στην επαρχία Λα Αραουκάνια, αλλά κυρίως το πρόβλημα με την παράνομη μετανάστευση από τη Βολιβία στα βόρεια της χώρας, αποτελούν φαγοκύτες για τη δημοτικότητα του Μπόριτς. Οι σφυγμομετρήσεις των δημοσκοπικών εταιρειών Cadem, Datainfluenza, Criteria δείχνουν ότι η αποδοκιμασία των πολιτών για τα έργα και τις ημέρες του Προέδρου υπερβαίνει την αποδοχή του πολιτεύεσθαί του κατά 18 και 19% ενώ εκτοξεύεται έως και πάνω από το 33% στη δημοσκόπηση της Pulso Ciudadanο. Καθώς δε, η κυβέρνηση προβλέπει πως φέτος ο πληθωρισμός θα φτάσει στο 8,9%, ενώ  η ανάπτυξη το 2022 θα είναι 1,5% και του χρόνου θα φθάσει μόλις το 0,4%, η δημοτικότητα πολλών μελών της κυβέρνησής του, ιδίως όσων βρίσκονται στα κέντρα λήψης κρίσιμων αποφάσεων, δεν βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα.

Ο Μπόριτς καθυστερημένα αποφάσισε να πάρει τα σκληρά μέτρα που απαιτούνται για να αντιμετωπισθούν, τουλάχιστον σε επίπεδο καθημερινής ζωής, τα άμεσα προβλήματα. Διέταξε την ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων και περιπολίες στην Λα Αραουκάνια, αποφάσισε να εναντιώνεται στις αναλήψεις από τα συνταξιοδοτικά ταμεία για τον περιορισμό του πληθωρισμού και να προσφέρει στοχευμένη βοήθεια στα φτωχότερα στρώματα για να μετριάσει τις αυξήσεις στα ζωτικά προϊόντα διαβίωσης ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο παρεμβάσεων ώστε να αποφευχθούν τα προβλήματα στην προμήθεια καυσίμων.

Ίσκια Σίτσες

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειές της η κυβέρνηση Μπόριτς, τουλάχιστον στο φλέγον ζήτημα της βίας φαίνεται να αυτοδυναμιτίζεται. Μετά την ηχηρή γκάφα της υπουργού Εσωτερικών, Ίσκια Σίτσες, που κατηγόρησε την προηγούμενη κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Πινιέρα για «παρατυπίες» στις απελάσεις πολιτών από τη Βενεζουέλα (με αεροσκάφη που επέστρεφαν στη Χιλή με τους ίδιους ανθρώπους που απελαύνονταν) και προκάλεσε τριγμούς στο Κοινοβούλιο και στο εσωτερικό της κυβέρνησης, επισκιάζοντας το φιλόδοξο Σχέδιο για την Αποκατάσταση της Ενσωμάτωσης για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων, ο ίδιος ο Μπόριτς εμμέσως υπαινίχθηκε πως δεν έχει λύσεις για το πρόβλημα. Επιπλέον, η ίδια η Σίτσες πριν λίγο καιρό μεταβαίνοντας στις νότιες περιοχές των Μαπούτσε, έγινε δεκτή με πυροβολισμούς, ενώ και η φιλονικία για την πυρπόληση 15 κατοικιών (που από την κυβέρνηση αποδίδεται στο κίνημα για την απελευθέρωση των γαιών των αυτοχθόνων RML, ενώ οι Μαπούτσε ενοχοποιούν τις αρχές και τους μεγαλογαιοκτήμονες) αποδεικνύει πως οι ιθαγενείς δεν παύουν να είναι καχύποπτοι για τις προθέσεις της κυβέρνησης. Επιπλέον, όπως και σε άλλες περιπτώσεις το περίπλοκο τούτο θέμα διαπλέκεται κι αλληλοκαλύπτεται με άλλα προβλήματα, διαφορετικού μεγέθους και βάθους.

Η εξέγερση των Μαπούτσε στην Λα Αραουκάνια σήμερα έχει γίνει ακόμη πιο δυσχερής, καθώς έχει ξεπεράσει την αρχική εθνοτική σύγκρουση και πλέον συνδέεται και με την εγκληματικότητα, όπως η παράνομη υλοτομία και το εμπόριο ναρκωτικών. Την περασμένη εβδομάδα, μια ομάδα 40 μασκοφόρων έκαψε 33 οχήματα στην επαρχία Αραούκο, στη διακεκαυμένη ζώνη της συγκρούσεων, πυροβολώντας με αυτόματα όπλα. Αλλά και στο σχετικά πρόσφατο πρόβλημα της μετανάστευσης στα βόρεια σύνορα με το Περού και τη Βενεζουέλα τα μέτρα που έχει προτείνει ο Μπόριτς  -βασισμένα στις ποσοστώσεις που εφαρμόσθηκαν στην ΕΕ για τους Σύρους πρόσφυγες- φαίνεται πως δεν βρίσκουν ανταπόκριση, ιδίως στις γειτονικές χώρες και μέσα στο πλαίσιο των διακρατικών λατινοαμερικανικών ενώσεων όπως η Prosur, Unasur και την Ομάδα της Λίμας. Ενώσεις που είχαν συσταθεί από δεξιές κυβερνήσεις και αποβλέπουν στην ενίσχυση των αντιλαϊκών πολιτικών.

Για αυτό, ο Μπόριτς έχει ήδη προσεγγίσει και ρίξει διπλωματικές γέφυρες συνεργασίας με την Αργεντινή του κεντροαριστερού Αλβέρτο Φερνάντες, ενώ παράλληλα ευελπιστεί στη νίκη του Λούλα στις επικείμενες προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία. Έτσι ώστε, σε συνδυασμό με την γενικότερη αριστερή στροφή των καθεστώτων σε άλλες χώρες της ηπείρου, να αλλάξει τους συσχετισμούς και όπως ο ίδιος ο Μπόριτς έχει δηλώσει να καταφέρει να απο-ιδεολογοποιήσει αυτούς τους θεσμούς ώστε να μην αποτελούν πλέον (αντιδραστικές) πολιτικές συσπειρώσεις, αλλά να συνεργάζονται για την ευημερία των λαών της ηπείρου.

Η αύξηση της εγκληματικότητας και της διακίνησης ναρκωτικών, που επωάζεται στη Χιλή εδώ και χρόνια, έχει εκτιναχθεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Ο πρώην εισαγγελέας Μανουέλ Γκέρα (Manuel Guerra) έχει αναλύσει ότι οι αριθμοί ανθρωποκτονιών έχουν διπλασιαστεί και «περίπου το 20% των υποθέσεων δεν έχουν επιλυθεί, γεγονός που εξηγείται από το γεγονός ότι συνδέονται άμεσα με τον κόσμο του εγκλήματος». Η οπλοχρησία είναι πλέον εκτός ορίου και στον πρόσφατο εορτασμό της Πρωτομαγιάς, μία πραγματική μάχη ξέσπασε στο κέντρο του Σαντιάγο, με πυροβολισμούς κι έναν δημοσιογράφο να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση από σφαίρες που δέχθηκε. Η νέα κυβέρνηση είναι πλέον επιτακτικό να «εγκατασταθεί» στις περιοχές και στη λαϊκή βάση όπου συσσωρεύονται τα κοινωνικά προβλήματα και παραμένουν επί δεκαετίες πιο ευάλωτα κι ασταθή.  Η Χιλή ως μία χώρα που επλήγη ιδιαίτερα από την πανδημία και βρίσκεται από το 2019 στο χείλος μίας κοινωνικής αναταραχής, που οι δεινές οικονομικές συνθήκες την οξύνουν ακόμη περισσότερο, χρειάζεται ριζοσπαστικές λύσεις.

Όμως στον οικονομικό τομέα τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για την κυβέρνηση Μπόριτς. Η νέα κυβέρνηση προτίθεται να προχωρήσει σε αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα, που σήμερα λυμαίνονται οι ιδιωτικές εταιρίες και φιλοδοξεί να αυξήσει τις κρατικές δαπάνες για την δημόσια υγεία κι εκπαίδευση.  Όμως γι’ αυτό απαιτούνται κεφάλαια και ο μόνος τρόπος είναι να επιχειρήσει μια φορολογική μεταρρύθμιση που θα αυξάνει τις εισφορές από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά εισοδήματα. Μολαταύτα, ο Μπόριτς έχει υποσχεθεί πως θα τηρήσει τον προϋπολογισμό που κληρονόμησε από την προηγούμενη Βουλή και με τον οποίο επιβάλλονται αδαμάντινοι περιορισμοί σε όποια προσπάθεια για να αυξηθούν οι κρατικές δαπάνες. Αυξήσεις που απαιτούν για να έχουν επιτυχία να συντηρούνται από μία μόνιμη πηγή εσόδων, ειδάλλως -όπως και κάθε προηγούμενη μεταρρύθμιση στη Χιλή- θα έχει περιορισμένη διάρκεια και θα καταλήγει πάλι στο μηδέν.

Η φορολογική μεταρρύθμιση στοχεύει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων στο 5% του ΑΕΠ. Η εν λόγω πρόκληση έχει αφεθεί στα χέρια του Σοσιαλιστή υπουργού Οικονομικών Μάριο Μαρσέλ, που έως τον Ιανουάριο ήταν πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας επί προεδρίας Πινιέρα. Ο Μαρσέλ χαίρει μεγάλης εκτίμησης στους οικονομικούς κύκλους, αλλά συνάμα είναι ο μόνος υπουργός με ισχυρή δημοφιλία. Βέβαια, η αριστερή πτέρυγα -ιδίως το Κομμουνιστικό Κόμμα- τρέφει δυσαρέσκεια στο πρόσωπό του κι ο Μπόριτς χρειάσθηκε να τον υπερασπισθεί διαψεύδοντας πως είναι «συντηρητικός». «Είναι ένας προοδευτικός που δεν βρίσκεται εκεί για να εμποδίσει τα πράγματα, αλλά για να τα κάνει καλά. Μια μεταρρύθμιση πρέπει να έχει συναίνεση, και λέω στους επιχειρηματίες ότι αυτή δεν θα είναι μια μεταρρύθμιση κατά των επιχειρήσεων, θα είναι για τη βελτίωση της κατανομής του εισοδήματος. Όσο καταφέρνουμε να πετυχαίνουμε αυξήσεις δαπανών, τόσο θα  είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε περισσότερο με τις αλλαγές», διευκρίνισε ο Μπόριτς. Ο ίδιος ο Μαρσέλ έσπευσε να καθησυχάσει τους συμμάχους και τον πληθυσμό πως δεν πρόκειται να υπάρξει υπαναχώρηση στην κοινωνική ατζέντα της κυβέρνησης.

Βέβαια, τούτο είναι λίγο δύσκολο σε μια χώρα που παραμένει στάσιμη για σχεδόν μια δεκαετία και που, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έφτασε τα 15.700 δολάρια το 2013, τα 15.000 δολάρια το 2017 και μόλις τα 16.000 δολάρια το 2021. Οι ευκαιρίες για βελτίωση μισθών και επιπέδου ζωής είναι μηδαμινές για όλους κι ακόμη περισσότερο για τους νέους κάτω των 30 ετών. Αυτό κάνει τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη για μεγάλα στρώματα του πληθυσμού κι οι νέες αυξήσεις στην τιμή της ενέργειας μόνο επιτείνουν το πρόβλημα, όσο κι εάν ο Μπόριτς αποκλείει προς το παρόν αυξήσεις στους φόρους για το πετρέλαιο, προκειμένου να συγκρατήσει τον πληθωρισμό.

Το πρόβλημα της Χιλής δεν είναι μόνον το κρατούν οικονομικό μοντέλο, που είχε αρχίσει να σμιλεύεται από τα «Παιδιά του Σικάγου» και το πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοτσέτ κατά του Αλιένδε το 1973. Στην πραγματικότητα είναι η εφεκτικότητα και η αδυναμία που έδειξαν -πρωτίστως οι προοδευτικές κυβερνήσεις μετά την επικράτηση της δημοκρατίας- να εφαρμόσουν πραγματικές και βιώσιμες μεταρρυθμίσεις. Οι εξεγέρσεις του 2019 είναι αποκύημα αυτής της ατολμίας, όπως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη δεύτερη θητεία της Μισέλ Μπατσελέτ, που βιαστική, αυτοσχέδια κι άτολμη, δεν επίλυσε, αλλά επέτεινε τη δυσαρέσκεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση Μπόριτς εξόν από τους εξωτερικούς παράγοντες που τη δυσκολεύουν, πρέπει να εξασφαλίσει και μία πολιτική συνεργασίας με τους συμμάχους του -ιδίως τους Αριστερούς- που τον κατηγορούν για ολιγωρία στην αποδόμηση του νεοφιλελευθερισμού.

Πολλοί από τους ψηφοφόρους του Μπόριτς, ιδίως στον β’ γύρο των προεδρικών, πίστεψαν πως τα προβλήματα θα λυθούν αυτοστιγμής με την εκλογή του. Γι’ αυτό, παρόλο που η κυβέρνηση  Μπόριτς εξελέγη χάρις σε μία πλατειά κινητοποίηση νέων και γυναικών, που συνεχίζουν να αποτελούν την κύρια βάση για τη στήριξής της, ο «μήνας του μέλιτος» γι’ αυτήν ήταν από τους μικρότερους.


Όσο κι εάν σε συμβολικό επίπεδο ο Μπόριτς προσπάθησε να καταρρίψει πολλές συμβάσεις που αποξένωναν τους πολίτες από την κυβερνώσα τάξη. Ο ίδιος μαζί με την ελληνικής καταγωγής σύντροφό του Ιρίνα Καραμάνος έχει επιλέξει -πράγμα αδιανόητο για πρόεδρο έως τώρα- να διαμείνει σε μία ιστορική γειτονιά στο κέντρο του Σαντιάγο, ενώ στην πρόσφατη περιοδεία του στην πόλη Πουέρτος Νατάλες, στο νότιο άκρο της Χιλής, παρέμεινε σε έναν κοινό ξενώνα: «δεν χρειαζόμαστε μεγάλες πολυτέλειες». Μολαταύτα, από τις επικρίσεις δεν γλίτωσε ούτε η σύντροφός του, που ηγείται της φεμινιστικής πτέρυγας του Μετώπου για την Κοινωνική Σύγκλιση, η οποία δέχθηκε «οικεία βέλη» από τις φεμινίστριες για την αποδοχή του «αναχρονιστικού» ρόλου της Πρώτης Κυρίας. Η ίδια, βέβαια, δήλωσε πως τον αποδέχθηκε για να τον εκσυγχρονίσει και να τον ασκήσει πιο φεμινιστικά.

Την ίδια στιγμή βαρίδι στα σχέδια του Μπόριτς στέκεται και η Συντακτική Συνέλευση, που μετά την εξέγερση του 2019  επεξεργάζεται ένα κείμενο Συντάγματος που στοχεύει σε βαθιές αλλαγές στη θεσμική δομή της Χιλής. Το σχέδιο του νέου Συντάγματος, το οποίο θα δημοσιοποιηθεί στις 4 Σεπτεμβρίου, προτείνει ένα πολυεθνικό κράτος, περιορισμούς στις εξουσίες του Προέδρου, κατάργηση της Γερουσίας και άλλες θεσμικές καινοτομίες, όπως η επιστροφή των πατρογονικών εδαφών τους στους ιθαγενείς.

Μολαταύτα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αυξάνονται τα ποσοστά όσων προτίθενται να απορρίψουν το νέο Σύνταγμα. Σύμφωνα με την τελευταία μελέτη του Criteria, «εάν πριν ένα μήνα το 33% έκλινε υπέρ της πρότασης του νέου Συντάγματος, τον Απρίλιο αυτό το ποσοστό έπεσε στο 31%. Απεναντίας το ποσοστό όσων απορρίπτουν το νέο Σύνταγμα από το 30% ανέβηκε στο 39%, αυξημένο κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε δύο μήνες». Η επιλογή του Μπόριτς τους τελευταίους μήνες να συνταυτισθεί με τις αλλαγές του νέου Συντάγματος τον τοποθετεί στο επίκεντρο της διαμάχης και όποια αποτυχία του θα πιστωθεί σε αυτόν.

Η εκλογή του Μπόριτς βασίσθηκε σε μεγάλο βαθμό στην οξεία αντιπαράθεση που γέννησε η ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών θέσεων τόσο της ακροδεξιάς (άλλωστε με τον ακροδεξιό Χοσέ Αντόνιο Καστ κονταροκτυπήθηκε στον β’ γύρο),αλλά και μέρους της Αριστεράς, ιδίως εκείνης που ξεπήδησε από την κοινωνική εξέγερση του 2019 εναντίον στον νεοφιλελεύθερο Πινιέρα. Οι σχέσεις λαού-ηγεσίας, που περισσότερο βασίζονται στο φαντασιακό φορτίο για την αλλαγή που γεννά η δυσαρέσκεια, η αντίθεση στις ελίτ, η οικονομική πίεση, είναι εύκολο να εξατμισθούν, όσο εύκολο ήταν για να αγκιστρωθούν.

Για τον Μπόριτς αυτό είναι ζωτικής σημασίας ζήτημα. Ο ίδιος με το 25% του πρώτου γύρου και με τις αναγκαστικές συμπλεύσεις, τόσο με Κομμουνιστές και Σοσιαλιστές, όσο και με μετριοπαθείς κεντρώους και δεξιούς, προκειμένου να φράξει τον δρόμο στην ακροδεξιά, δεν διαθέτει την αντίστοιχη κοινοβουλευτική στήριξη. Επιπλέον, η βάση της εκλογικής του νίκης απαρτίζεται από δύο σχεδόν αντίπαλους συνασπισμούς: από τη μια, η συμμαχία μεταξύ του Frente Amplio (Ευρύ Μέτωπο) του Κομμουνιστικού Κόμματος και από την άλλη ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός (Socialismo Democratico), που αποτελούσε τμήμα της ιστορικής Concertacion ( Συνασπισμός), που επανέφερε τη δημοκρατία στη χώρα. Η ένταση στις δύο αυτές πτέρυγες, που η μία θέλει άμεση απαγκίστρωση από το οικονομικό μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο από το 1973 έχει καταστήσει τη χώρα έρμαιο στις εξωτερικές επεμβάσεις, οικονομικές τε και πολιτικές και η άλλη προτιμά μία πιο μετριοπαθή και σταδιακή μετάβαση, μπορεί να γίνει συγκρουσιακή. 

Τη στιγμή που η κυβέρνηση Μπόριτς έχει ανάγκη από ένα ευρύ κοινωνικό και πολιτικό σύμφωνο για να φέρει την χώρα έξω από την κρίση, οι παλιές διαφωνίες ανάμεσα στα πολλαπλά και διασταυρούμενα πολιτικά «φέουδα» κινδυνεύουν να την εκτροχιάσουν και να χαθεί μία μεγάλη ευκαιρία η Χιλή να γίνει από ιστορικό παράδειγμα της νεο-αποικιοκρατίας και της τυραννίας σε ρεαλιστικό υπόδειγμα εναλλακτικής διακυβέρνησης.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Συνεχίζεται η δίκη στο Εφετείο για τη Χρυσή Αυγή

Ο χάρτης πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς για σήμερα

Μικρή άνοδος της θερμοκρασίας στα ανατολικά και νότια

Ή θα φύγει αυτός ή εγώ! Ο Λάρι πήρε θέση

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα