ΑΘΗΝΑ
03:13
|
06.07.2022
Η Ευρώπη έπαψε να είναι ο μεσολαβητής ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο. Σήμερα, η Ευρώπη άγεται και φέρεται στις ορέξεις των Αμερικανών.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η επικείμενη ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, όπως και η σπουδή ορισμένων χωρών, όπως η Ιταλία που, παρά τα οικονομικά της προβλήματα, ετοιμάζεται να στείλει ακόμη περισσότερα βαριά όπλα και οικονομική ενίσχυση στην Ουκρανία, προμηνύουν τη νέα εικόνα που διαμορφώνει ο πόλεμος κι ο μετά (;) από αυτόν νέος συσχετισμός δυνάμεων.

Κοντολογίς, μία σχεδόν αποδυναμωμένη ΕΕ η οποία ως ουραγός των εξελίξεων θα καθοδηγείται όχι μόνον στρατιωτικά και διπλωματικά, αλλά και μέσω των αυξημένων αμυντικών δαπανών στις οποίες παρασύρεται, από τις προτεραιότητες του ΝΑΤΟ. Δηλαδή από τους κηδεμόνες της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, τους Αμερικανούς και του οράματός τους για τον υποβοηθητικό ρόλο της Ευρώπης στους μελλοντικούς τους σχεδιασμούς .

Η Ευρώπη έπαψε να είναι ο μεσολαβητής ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο. Σήμερα, η Ευρώπη άγεται και φέρεται στις ορέξεις των Αμερικανών, λειτουργώντας ως ο βραχίονάς τους και καλούμενη εκείνη να πληρώνει το εκάστοτε τίμημα για τις πολιτικό-στρατιωτικές επιλογές του ένθεν του Ατλαντικού γείτονά της.  Η ήπειρος κι η υπερκρατική της ηγεσία από καιρό και σε διαφορετικές περιστάσεις (Αφγανιστάν, Λιβύη, Συρία, Κόσοβο-Γιουγκοσλαβία) έχει ποδοπατήσει την αρχή που διείπε επί χρόνια το ευρωπαϊκό διπλωματικό γίγνεσθαι, που «ουδέποτε πίστευε σε πολέμους χωρίς ρίσκα, ούτε σύρεται σε πολέμους  χωρίς κανόνες» (Pierre Hassner, La Terreur et l’ Empire, L, Seuil, Paris, 2003) . Αυτός ο συνδυασμός «του αναληφθέντος ρίσκου» και της όποιας τήρησης (επιφανειακών) «κανόνων» βρισκόταν ως πρότινος έξω από την καθιερωμένη οπτική της Ευρώπης. Σήμερα, όμως σκληρότερα όσο ποτέ άλλοτε με την Ουκρανία, οι λαοί της διαπιστώνουν –αν και αυτό ερευνάται, δεδομένου πως η πληροφόρηση κι ο εκμαυλισμός είναι μονόπλευρος και συντονισμένος – ότι οι Ευρωπαίοι βρίσκονται να πληρώνουν μία κρίση κι έναν πόλεμο, που ξέσπασαν λόγω των ΗΠΑ και μάλιστα ο τελευταίος διεξάγεται «με αντιπροσώπους» για λογαριασμό των Αμερικανών, την πεπλανημένη Ουκρανία και την άτολμη Ευρώπη.

Στις νέες αυτές συνθήκες μοιάζει, μολονότι γίνεται μία κάποια επίκληση σε αντιθέσεις μεταξύ «δεσποτικών» και «δημοκρατικών» καθεστώτων, να έχουν υπερκερασθεί οι άλλοτε θεμελιώδεις αντιδράσεις ανάμεσα σε ιδεολογίες του παρελθόντος. Εξάλλου, η μετακαπιταλιστική Ρωσία δεν αντιπροσωπεύει πλέον τον Μπολσεβικισμό, ούτε η Γερμανία τον Ναζισμό, μολονότι ως casus belli από κάθε πλευρά προβάλλεται μία ανάκληση ή λήθη του παρελθόντος ή και τα δύο μαζί. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, όπου έχει σβηστεί για τη Δύση η ναζιστική της ιστορία, ενώ αντίθετα αναχρονιστικά κι αβάσιμα προβάλλεται η σοβιετική εμπειρία της Ρωσίας.

Σήμερα, τούτες οι διαφορές με έναν συμφυρματικό κι όχι πάντοτε σαφή τρόπο έχουν αντικατασταθεί από έναν διαχωρισμό, που σύμφωνα με τον Pierre Hassner, κινείται ταυτόχρονα σε έναν οριζόντιο κι έναν κάθετο άξονα. Ο πρώτος φέρνει σε αντίθεση την παγκόσμια τάξη με τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τις διεκδικήσεις της, ενώ ο δεύτερος αφορά, μία κατά κόρον λαϊκιστική πτυχή, στην αντίθεση ανάμεσα στην «ελεύθερη» τεχνοκρατική και καταναλωτική αντίληψη της προόδου και στον «οπισθοδρομικό» εθνικισμό και τις παραδόσεις, θρησκευτικές, ιδεολογικές κλπ.

Η όποια επίφαση μίας «ισοτιμίας», είτε η όποια αβάσιμη ελπίδα για την ανάδυση ενός «τρίτου πόλου» της Ευρώπης -εάν όχι τόσο επιρροής, τουλάχιστον ισορροπίας- ανάμεσα στη νέα αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ κι Ανατολής -τούτη τη φορά με την Κίνα- κατέρρευσε μετά την οικονομική και κυρίως την κρίση που ακολούθησε κατά πόδας την εξάπλωση της πανδημίας.

Η κατίσχυση κατ’ απόλυτο βαθμό πλέον του «Δόγματος Μονρόε» σε πλανητικό επίπεδο, με τη μορφή «συμμαχιών» που καταργούν εν τοις πράγμασιν τη διπλωματική και στρατιωτική αυτονομία (NATO, AUCUS, ή ποδηγετούμενες περιφερειακές συμμαχίες, π.χ. Unasur, Ομάδα της Λίμα) οδηγεί πλέον την ανθρωπότητα και στην περίπτωση της Ευρώπης καθυποβάλλει μία επιστροφή στη σύλληψη της βιωμένης πραγματικότητας ως «διαρκούς πολέμου».

Ένας «διαρκής πόλεμος» που ως ιδανικό του έχει την αντίληψη του χώρου (είτε είναι έδαφος, είτε θάλασσα, είτε εναέριες και διαστημικές εκτάσεις) ως «κατέχον»-όπως θα το ονόμαζε ο Carl Schmitt. Ένα δόγμα (με πρόφαση την ανάλογη θέση του Αγίου Παύλου) σαν αυτό που οι Μεσαιωνικοί πρίγκιπες επικαλούνταν ως δικαίωμά τους για να πολεμούν συνέχεια τον «Αντίχριστο» και τους συμμάχους του! Ένα δόγμα που βρήκε την ολοκληρωμένη νομιμοποίησή του στον Καισαροπαπισμό της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Βατικανού στις Σταυροφορίες εναντίον των απίστων για την επανακατάληψη των Αγίων Τόπων. Η σημασία του «κατέχοντος» παγιώνει ουσιαστικά ένα status quo των πραγμάτων και του ελέγχου, αναστέλλοντας κάθε έννοια εξέλιξης, ιστορικής κ.ά. μέχρι την ολοκλήρωση (ή το Τέλος του Κόσμου όπως το εννοεί κι η θρησκεία).

Το «κατέχον» είναι τρόπον τινά «το τέλος της Ιστορίας» όπως το συλλαμβάνει ο Φουκουγιάμα, που μέσα του φέρνει το σπέρμα της διεσταλτικής ερμηνείας του «Δόγματος Μονρόε». Με βάση αυτό το αμερικανικό δόγμα, όλος ο πλανήτης είναι ένα «συνολικό κράτος», στο οποίο ο διαρκής έλεγχος και η καθεστηκυία και ανά περιόδους αναστολή των κανονιστικών αρχών των επιμέρους κοινωνιών (διάλυση κρατών και κυβερνήσεων, de facto κατάργηση ή αθέτηση του διεθνούς δικαίου, μονομερής κήρυξη πολέμου κλπ) είναι αναγκαίες για τη διατήρησή του, με τον σαφή διαχωρισμό σε «φίλο» και «εχθρό» να αποτελεί τη βάση και τη συνέχειά του.

Μέσα στην ερμηνεία του Χάντινγκτον για τη σύγκρουση των πολιτισμών, το αξίωμα «η Δύση κι οι άλλοι», περιλαμβάνει όχι μόνον τις θρησκευτικές διαφορές ανάμεσα σε λαούς, αλλά κυρίως εμπεριέχει και το στοιχείο του οικονομικού ανταγωνισμού. Εκείνης δηλ. της αντίθεσης, που συμβολικά κι ιδεολογικά μετατρέπεται σε μία φαντασιακή αντιπαλότητα ανάμεσα σε ένα «καλό» και ένα «κακό», σε έναν καιροσκοπισμό στους διαχωρισμούς σε «φίλους» κι «εχθρούς» με γνώμονα το συμφέρον.

Η αμερικανική παγκόσμια διακυβέρνηση, το βλέπουμε σε περιπτώσεις όπως η Ουκρανία, πιο πριν η Βενεζουέλα, το Αφγανιστάν και το Ιράκ, με τη διαρκή επιλεκτική κι εκάστοτε δαιμονοποίηση του αντιπάλου (η επίκληση είτε του Άξονα του Κακού από τον Τζορτζ Γουόκερ Μπους, είτε τώρα επί Μπάιντεν του «δαιμονικού» Πούτιν), η παροξυστική και μαυλιστική διόγκωση των πιθανολογούμενων κινδύνων (τα πυρηνικά της Ρωσίας, η θρυλούμενη εισβολή της και σε άλλες χώρες) καταργεί, παρά τις επικλήσεις για την υπεράσπιση των αξιών της Ευρώπης, μία από τις θεμελιώδεις αρχές που θεωρείται πως έχουν οικοδομήσει το ιδεώδες του Διαφωτισμού. Ο «διαρκής πόλεμος» που μας υπόσχονται οι ΗΠΑ καταργεί το αίτημα για «διαρκή ειρήνη» όπως διατυπώθηκε από το αντίστοιχο και κεφαλαιώδες δοκίμιο του Ιμμάνουελ Καντ.

Η αμερικανική ιδέα περί καθηγεμόνευσης του κόσμου διαβάλλει τη συμφωνία πολιτικής κι ηθικής (με την έννοια που έδινε ο Καντ) καθώς προϋποθέτει την έννοια της «κοσμοπολιτικής» αλληλεγγύης, η οποία εδράζεται στη δημοκρατικού ρεπουμπλικανικού τύπου (res publica) του κάθε κράτους. Μια αλληλεγγύη, που ξεκινά ως ουσιώδης έκφραση της λαϊκής βούλησης, του «δημοσίου πράγματος» που «φτιάχνει νόμους» και από μόνο του παρακινεί τους πολίτες να «ξεπερνούν οποιαδήποτε κηδεμονία», η οποία εκφράζεται ως πολιτική ανηθικότητα από την πλευρά των ηγετών (μπορούμε να μιλούμε για «πολιτική ηθική», αλλά όχι για «ηθικολόγους πολιτικούς».

Για τον Καντ, η ειρήνη δεν είναι μία μάχη ή μία κατάκτηση, είναι μία ΘΕΣΗ, που πρέπει να την τηρούμε και να τη διαφυλάσσουμε. Δεν υπαγορεύεται «από» τον θάνατο, ούτε στοχεύει «στον» θάνατο, καθώς η ουσία του πολέμου δεν είναι η κυριαρχία, αλλά η ελευθερία. Η σκοπιμοθηρική ερμηνεία του Μπάιντεν κι όποιου «κατέχοντα», αναγνωρίζει στον Ζελένσκι την αντίσταση, αλλά όχι στον Πούτιν τον «ανταρτοπόλεμο» ενάντια στην ασφυκτική πολιορκία του ΝΑΤΟ. Η ελεεινολογία του Μπάιντεν για τον «ολοκληρωτισμό» της κυβέρνησης Πούτιν, δεν μπορεί να υποκρύψει την ολοκληρωτική αντίληψη για την αμερικανική ηγεμονία σε ολόκληρο τον κόσμο, την οποία επικαλύπτει με την εξωραϊσμένη ιδέα της διάδοσης της δημοκρατίας και της μάχης κατά του δεσποτισμού.

Μόνο που συγκαλύπτει τον Δεσποτισμό, που στην ουσία διακατέχει και την ίδια την πολιτική αντίληψη -τουλάχιστον σε διαπλανητικό επίπεδο- των ΗΠΑ. Τούτη η αντίληψη είναι ταυτόσημη με μία «παρεμποδισμένη δημοκρατία», κατασταλμένη κι ομφαλοσκοπική, που κατά τον Καντ έχει την αντιστοιχία της στον δογματισμό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ελεύθερη σκέψη κλεισμένη μέσα στα όρια της αντίληψης. Τούτη ακριβώς η αντίληψη δύναται εύκολα να παραποιηθεί και ακόμη πιο εύκολα μπορεί να χειραγωγηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση δε, παίρνει την έννοια της υπεράσπισης του Δημοκρατισμού (επιτρέψτε μου να μεταφράσω έτσι τον ρεπουμπλικανισμό του Καντ). Αυτός ο Δημοκρατισμός δεν ταυτίζεται με την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», η οποία δύναται να περιορίσει και να ελέγξει την ελεύθερη και δημόσια βούληση, την έκφραση του res publica της κοινότητας που «κάνει τους νόμους» επί τη βάσει της «οικουμενικής βούλησης». Ο μαυλισμός της «αντιπροσωπευτικότητας» μέσα στα όρια του Δημοκρατισμού ή της «παρεμποδισμένης Δημοκρατίας» του Δεσποτισμού, καταστέλλει ουσιαστικά τη δημόσια έκφραση και τη συμμετοχή στη χάραξη των νόμων και της πολιτικής που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον μέσα στο κράτος και των λαών μίας ηπείρου.

Δεν είναι τυχαίο που ο Καντ στα προαπαιτούμενά του για την παγκόσμια διαρκή ειρήνη προϋποθέτει πως οι καθέκαστες χώρες θα έχουν τελειοποιήσει ηθικά και λογικά τη διακυβέρνησή τους με βάση τις θεμελιώδεις αξίες του Ανθρωπισμού και του Ορθού Λόγου, που αμφότερες (σχεδόν πλατωνικά ως «αιδώς» και «δίκη» στην Πολιτεία, καθοδηγούν ηθικοτελειωτικά και εκβάλλουν στη «φιλία»), με ηθικό και επινοητικά κριτικό τρόπο καταλήγουν στην ποθούμενη διαρκή ειρήνη.

Μόνο που η αμερικανική ηγεμονία διαρκώς μοιάζει να καταπατά τα «προκαταρκτικά άρθρα» εκείνα που αποτελούν το σκαλοπάτι για να ανέλθει η Ανθρωπότητα στη διαρκή ειρήνη -μολονότι εμμέσως επικαλείται την παραβίαση κάποιων από αυτά από τον αντίπαλό της για να δικαιώσει τον πόλεμο εναντίον του. Η διπλωματική και στρατιωτική μπαγκέτα των ΗΠΑ (βλέπε δηλώσεις για ειρήνη με τελική νίκη της Ουκρανίας και την ανατροπή του Πούτιν) αδιαφορεί για το άρθρο που ορίζει ότι η «συμφωνία μίας ειρήνης δεν πρέπει να δίνει υλικό και λαβή για έναν μελλοντικό πόλεμο». Όπως επίσης κι εκείνο που «απαγορεύει σε ένα κράτος, μεγάλο ή μικρό, να εξαγοράζεται από ένα άλλο μέσω μίας ανταλλαγής, χάρης, μίας πώλησης ή μίας δωρεάς» (πολεμικό υλικό κι υποσχέσεις στην Ουκρανία). Το δε τρίτο άρθρο της Διαρκούς Ειρήνης μόνο να μειδιάσουμε μας προσκαλεί: «με τον καιρό, όλοι οι μόνιμοι στρατοί (miles perpetuus) θα πρέπει να εξαφανισθούν πλήρως!» Μα και το τέταρτο άρθρο, που αφορά «την απαγόρευση των χρεών που αποτελούν αφορμή για εξωτερικές συρράξεις», είναι μία προτροπή που ουδέποτε οι Αμερικανοί πρόκειται να συναινέσουν, μεταπολεμικά όπως ζητούν πολύ, σε μία διαγραφή του τεράστιου χρέους που αφήνει στην Ουκρανία η ολιγαρχία που σήμερα τη σύρει στον πόλεμο.

Για να μη συζητήσουμε το επόμενο καντιανό άρθρο, που ζητεί να μην αναμειγνύεται διά της βίας ένα κράτος στο Σύνταγμα και την κυβέρνηση ενός άλλου. Ό,τι ο Μπάιντεν προσάπτει στον Πούτιν, μάλλον θα πρέπει να θυμηθούμε πως κι ο ίδιος ως Αντιπρόεδρος το έπραξε καταρχάς στην Ουκρανία, και φυσικά μακρύς είναι ο αριθμός των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών επεμβάσεων για την ανατροπή καθεστώτων και κυβερνήσεων (Λιβύη, Συρία, Βενεζουέλα κλπ) επί των ημερών του. Και φυσικά, στο έκτο άρθρο όπου αναφέρεται το ανεπίτρεπτο ένα κράτος σε πόλεμο να επιτρέπει να εμφιλοχωρούν εγκληματικές πρακτικές ή παραστρατιωτικά τάγματα (δολοφόνοι, δηλητηριαστές κλπ) σε έναν πόλεμο γενοκτονίας, οι «δι’ αντιπροσώπων» τακτικές πολέμου των ΗΠΑ, από τους Μουτζαχεντίν εναντίον των Σοβιετικών και τους Τζιχαντιστές εναντίον του Ιράν και του Άσαντ, τους Αζόφ στο Μαϊντάν και τώρα στα μέτωπα της Ουκρανίας, τις εκατοντάδες παραστρατιωτικές οργανώσεις σε διάφορα μέτωπα του πλανήτη, οι Αμερικανοί αναδεικνύονται πάντοτε πρωτοπόροι στις ανορθόδοξες τακτικές πολέμου.

Η επιλεκτική τους συμμόρφωση ή η εγνωσμένη αδιαφορία και καταπάτηση αυτών των (ηθικών) απαγορεύσεων που προκαταρκτικά δημιουργούν τις συνθήκες για την ειρήνευση είναι για τους Αμερικανούς σύμφυτη με τις επιδιώξεις τους, όχι για μία «διαρκή ειρήνη» στον κόσμο, αλλά για έναν «διαρκή πόλεμο» που διαρκώς θα τους πορίζει τις συνθήκες εσωτερικού τους πλουτισμού και κέρδους στο πλαίσιο της «κοσμοπολιτικής» εξάπλωσης, όχι του κράτους-ειρήνη, αλλά της προσοδοφόρας δομής του κράτους-κρίση.

Το κράτος -κρίση άλλωστε είναι και η καλύτερη εφαρμογή του «ολικού» κράτους, όπως θα ήθελε κι ο Schmitt. Η οικονομική και σήμερα η ενεργειακή κρίση κι η πανδημία προεκτείνουν τον γεωπολιτικό έλεγχο και τις συνθήκες του γενικευμένου κράτους -κρίση που επιδιώκουν οι Αμερικανοί και που το βλέπουμε να εγκαθίσταται στα ευρωπαϊκά δεδομένα με ταχύτατους ρυθμούς. Όλα τα χαρακτηριστικά του είναι άλλωστε ορατά στην καθημερινότητα: όλοι διαπιστώνουμε με πόση ταχύτητα η Ευρώπη από ένα «κράτος πρόνοιας» (welfare) μεταβάλλεται σε πολυεπίπεδο (και τώρα με την Ουκρανία και σε πολεμικούς όρους) «κράτος πολέμου». Όλα αυτά τα χρόνια, με την οικονομική κρίση αρχικά και το ‘whatever it takes’ του Μάριο Ντράγκι στην ΕΚΤ και τώρα με το παραπλανητικό Ταμείο Ανάκαμψης κι Ανθεκτικότητας κι ό,τι άλλο προκύψει για την ενέργεια, μία νεο-Κεϋνσιανιστική οικονομική πολιτική (είτε επιδοματικά, είτε με κίνητρα) επιστρατεύεται πρόχειρα κι ευκαιριακά για να επικουρήσει στην επανεκκίνηση της «θετικής» χρήσης της αγοράς (μεταφορές, εμπόριο, τώρα ενέργεια, ή ακόμη και στρατιωτική βιομηχανία).

Οι κρίσεις εξάλλου και τώρα ο πόλεμος συνέβαλαν ώστε να γενικευθεί η επίθεση ενάντια στην ομοιογένεια της κοινωνικής σύνθεσής τους και των τάξεων καθ’ αυτών (φιλοευρωπαϊστές και εθνικιστές, αντιεμβολιαστές και οι άλλοι, τώρα οι φιλοπόλεμοι και ειρηνιστές), που μάλιστα συγκρούονται και μεταξύ τους. Και φυσικά τούτο το κράτος-κρίση έχει αναβιώσει ή ακόμη έχει παράξει μία «Νέα Δεξιά» (που όλοι τη βλέπουμε διαρκώς να διογκώνεται συνέχεια στις εκλογικές αναμετρήσεις και τη χειροκροτούμε στον πόλεμο στην Ουκρανία στα πρόσωπα των Αζοφιστών, των συμμάχων -Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία, Βαλτικές χώρες, και στους Σουηδούς και Φινλανδούς εθνικιστές), που παράγει διαρκώς νέες «αξίες» κι ερμηνείες για τους θεσμούς.

Ο διαρκής πόλεμος και το κατέχον σε ένα διευρυμένο ευρωπαϊκό κράτος-κρίση είναι μια ζοφερή πραγματικότητα. Η ακηδία, η αβουλία και η καθυπόταξη των Ευρωπαίων, που εκχωρούν την ίδια την ύπαρξη, την πρωτοβουλία και τη θεσμική πρωτοκαθεδρία της ΕΕ στο ΝΑΤΟ, ενδέχεται να άρει τας πύλας σε μία αυτοδιάλυση της επίπλαστης ειρήνης, της αναζητούμενης ευημερίας και της οραματιζόμενης αυτοδιάθεσης του ευρωπαϊκού χώρου στον καθορισμό και τη διάπλαση του δικού του ρόλου στην «κοσμοπολιτική» κοινωνία της ισότητας, της ηθικής, του δικαίου και του ορθολογισμού, που ο παραχθείς στα όριά της Διαφωτισμός διακήρυττε. Η Ευρώπη μοιάζει να επιλέγει αντί για τον ουμανιστή Καντ και τη διαρκή ειρήνη του σε έναν «κοσμοπολιτικό» πλανητικό χώρο, τον φιλο-ναζιστή Karl Schmitt και τις ερμηνείες του για το «ολικό» κράτος, που βασίζεται στο «κατέχον» και την αναφαίρετη διάκριση του «εχθρού» (εξωτερικού κι εσωτερικού), που εγγυώνται μόνον τον «διαρκή πόλεμο».

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Στρατηγική η αμυντική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ

Απομακρύνεται από το πόστο του Πρέσβη της Ουκρανίας στη Γερμανία ο Μέλνικ

Αγορές με το «σταγονόμετρο» και διακοπές μόνον για έναν στους δύο Έλληνες…

Υπό κατάρρευση η κυβέρνηση Τζόνσον λένε οι Εργατικοί

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα