ΑΘΗΝΑ
19:01
|
01.12.2022
Από τη μικρή σκακιστικά Κοπεγχάγη του ‘50 ο Μπεντ Λάρσεν, άνοιξε τον δρόμο για μια γενιά Δυτικών που θέλησαν να αντιμετωπίσουν τους Σοβιετικούς ως ίσοι.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Από τη μικρή σκακιστικά Κοπεγχάγη του 1950 στην πρώτη σκακιέρα του «ματς του αιώνα» το 1970, ο Μπεντ Λάρσεν, αυτοδίδακτος, εμμονικός, αδογμάτιστος μελετητής της σκακιστικής ιστορίας άνοιξε τον δρόμο του επαγγελματισμού για μια γενιά Δυτικών που θέλησαν να αντιμετωπίσουν τους Σοβιετικούς σκακιστές ως ίσοι.

Το επεισόδιο το διηγείται ο ίδιος ο Λάρσεν. Βρισκόμαστε στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα το 1970. Στην πόλη της Ισπανίας διεξάγεται το σημαντικότερο τουρνουά της χρονιάς: το Ιντερζόναλ που θα καθορίσει τις έξι από τις οκτώ θέσεις για τα ματς διεκδικητών εν όψει του παγκοσμίου πρωταθλήματος του 1972. Από αυτά θα προέκυπτε ο σκακιστής που θα είχε το δικαίωμα να αντιμετωπίσει τον τότε παγκόσμιο πρωταθλητή, Μπόρις Σπάσκι. 24 σκακιστές που έχουν επικυρώσει τη θέση τους μέσα από μια διαδικασία σκληρών προκριματικών, συγκροτούν την τότε ανφάν γκατέ του σκακιού: Μπόμπι Φίσερ, Μαρκ Ταϊμάνοβ, Έφιμ Γκέλερ, ο ήρωάς μας ο Μπεντ Λάρσεν και πολλοί άλλοι.

Ανάμεσά τους βρίσκεται το ανερχόμενο αστέρι της Βραζιλίας, ο νεαρός Χενρίκε Μέκινγκ. Το πρόγραμμα προβλέπει 23 γύρους – παίζουν όλοι εναντίον όλων. Μετά τον 19ο γύρο ο Μέκινγκ ισοβαθμεί στην 5η θέση και έχει βάσιμες ελπίδες πρόκρισης. Διακατέχεται από αισιοδοξία, όπως φαίνεται από την τηλεφωνική συνομιλία που έχει εκείνο το απόγευμα στο ξενοδοχείο:

«Μπορώ να κερδίσω το τουρνουά!», φωνάζει, «αρκεί να κερδίσω τον Φίσερ».

Μια φωνή από το σαλόνι –ενός Δανού δημοσιογράφου- συμπληρώνει: «Και τον Λάρσεν».

«Φαινόταν ότι ο ‘Πελέ του σκακιού’ δεν με θεωρούσε πρόβλημα», σχολιάζει δηκτικά ο Λάρσεν. Ο Δανός τερμάτισε δεύτερος στο Ιντερζόναλ, μετά τον Φίσερ, ενώ ο Βραζιλιάνος κατέρρευσε για να τερματίσει τελικά μόλις 12ος, στη μέση του ταμπλό.

Το περιστατικό συνοψίζει ωστόσο το μοτίβο της σκακιστικής ζωής του Δανού γκραν μετρ. Όντας για μια αξιοσημείωτη σειρά ετών ο μόνος Δυτικός που έδειχνε ικανός να απειλήσει τη σοβιετική κυριαρχία, κατέληξε μετά την εμφάνιση του Φίσερ να παραμεριστεί από τα φώτα της δημοσιότητας, σαν σταρ του βωβού κινηματογράφου μετά την έλευση της ομιλούσας θύελλας.

Γεννημένος το 1935 στη μικρή δανική πόλη Τίλστεντ, ο σκακιστικός βίος του Λάρσεν δεν περιέχει καμία μαγική ιστορία παιδιού-θαύματος. Η πορεία του θα είναι αργή, χαρακτηριστική της εξέλιξης ενός σκακιστή που μεγαλώνει σε μη σκακιστικό περιβάλλον και παλεύει μόνος του, αναγκαζόμενος να μετακινείται προς όλο και μεγαλύτερα κέντρα ώστε να βρίσκει τον απαραίτητο ανταγωνισμό που σφυρηλατεί την αγωνιστική διάθεση, καλλιεργεί το αθλητικό φρόνημα και διαμορφώνει το στυλ. Στα 14 θα βρει μια θέση στην ομάδα του σκακιστικού κλαμπ της διπλανής πόλης και έναν χρόνο αργότερα θα συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων, όπου θα καταλάβει την πολύ σημαντική 5η θέση – αν σκεφτούμε σε τι περιβάλλον καλλιεργήθηκαν οι σοβιετικοί αντίπαλοί του θα καταλάβουμε το μέγεθος του άθλου.

Ο Λάρσεν επιστρέφοντας από την Ολυμπιάδα της Μόσχας, το 1956, όπου και έγινε γκραν μετρ. Στο χέρι κρατά μια μπαλαλάικα, δώρο των διοργανωτών για την επιτυχία του. Φωτο: P. Petersen

Η τοπική «προέλαση» του Λάρσεν θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, όταν και σταδιακά θα γίνει πρωταθλητής Δανίας και Σκανδιναβίας. Από τα 17 του, χρονιά μετοίκησης στην Κοπεγχάγη, θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο σκάκι, εγκαταλείποντας τις σπουδές Μηχανικού στο Πολυτεχνείο. Οι δύο επόμενες Ολυμπιάδες θα αποδειχθούν ιδιαίτερα ευχάριστες για τον νεαρό Δανό: στο Άμστερνταμ το 1954 έγινε διεθνής μετρ και δύο χρόνια αργότερα, στη Μόσχα, το χρυσό μετάλλιο στην πρώτη σκακιέρα, με την εκπληκτική απόδοση των 14 βαθμών σε 18 παρτίδες, τον οδήγησε στον τίτλο του γκραν μετρ. Το γεγονός δε ότι στη μεταξύ τους αναμέτρηση σημείωσε ισοπαλία με τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή, Μιχαΐλ Μποτβίνικ, συνιστά την επικύρωση της ταχείας προόδου του, αλλά και μια έξτρα ώθηση στην αυτοπεποίθησή του.

Η περιγραφή εκείνων των ημερών από τον Λάρσεν, όπως μπορούμε να τη διαβάσουμε στο Best Games. Fighting Chess with the Great Dane (New in Chess 2014) εντυπωσιάζει για τη λιτότητα του ύφους. Η περιγραφή των γεγονότων σπάνια εκφεύγει της πραγματολογικής έκθεσης σε προσωπικά σχόλια και η έκταση της πρόζας σε σχέση με το κείμενο της ανάλυσης είναι δυσανάλογα μικρή. Τα στοιχεία ανασύνθεσης της κοινωνικής βιογραφίας του σκακιστή προσφέρονται επιγραμματικά και καλούν τον αναγνώστη να αναπτύξει την κοινωνιολογική του φαντασία, παράλληλα με την προσπάθεια να ανασυγκροτήσει την εξέλιξη του σκακιστικού στυλ, εντάσσοντάς την στον κοινωνικό της περίγυρο.

Από τη δυσκολία της απόφασης να επιλέξει τον δρόμο του επαγγελματικού σκακιού, σε μια περίοδο που το μέλλον μιας τέτοιας επιλογής είχε πολλά στοιχεία «τζόγου», ως την αναγκαστική διακοπή της σκακιστικής του δραστηριότητας, λόγω της στρατιωτικής του θητείας, οι περιγραφές του Λάρσεν μιλούν φυσιολογικά για τις μικρές έγνοιες της καθημερινότητας ενός επαγγελματία σε ένα περιβάλλον που το επάγγελμα δεν έχει καθιερωθεί. Παρόλα αυτή, η μανιακή ενασχόληση του Λάρσεν με το παιχνίδι κι η δαιμονική συμμετοχή του σε πλήθος τουρνουά καθ’ όλη τη δεκαετία του 1960 θα τον αναδείξουν σε μια κυρίαρχη προσωπικότητα του παγκόσμιου σκακιού.

Ο Λάρσεν στο σπίτι του, 1960. Στο φόντο διακρίνεται η μπαλαλάικα από την Ολυμπιάδα της Μόσχας. Φωτο: P. Poulsen

Τι κι αν η Δανία δεν έχει μεγάλη αγωνιστική παράδοση; Εκεί πέρασε τα τελευταία σχεδόν 15 χρόνια της ζωής του ο μεγάλος Ααρών Νίμτσοβιτς, το βιβλίο του οποίου Το σύστημά μου, μια δογματική επιτομή των θεωρητικών προόδων του αθλήματος στον τομέα της στρατηγικής εκείνη την εποχή, καθόρισε, είτε χαρακτηριστεί «αριστούργημα» είτε «υπερτιμημένο», τον τρόπο που μιλάμε για το σκάκι. Μια σειρά κομβικών εννοιών και προσεγγίσεων του παιχνιδιού χρωστούν στον Νίμτσοβιτς την πρώτη διατύπωσή τους. Από την «προφύλαξη» και την «υπερπροστασία» ως το «μπλοκάρισμα» και τις «αλυσίδες πιονιών», ο γεννημένος στη Λετονία θεωρητικός έδωσε στο σκάκι την ορολογία του. Κι ο γεννημένος τη χρονιά που πέθανε ο Νίμτσοβιτς Λάρσεν οφείλει πολλά σ’ αυτήν την παρακαταθήκη.

Το στιλ του Λάρσεν είναι ιδιότυπο. Αν και γενικά χαρακτηρίζεται επιθετικός παίκτης, δεν έχει, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, την τακτική ιδιοφυΐα του Ταλ. Το συνδυαστικό του ταλέντο δεν αναβλύζει, αλλά όπου υπάρχει αναπτύσσεται σε ποζισιονέλ βάση. Ο Λάρσεν δεν θα «τζογάρει», χειροτερεύοντας τη θέση του, βασιζόμενος απλώς σε ψυχολογικούς λόγους πάνω στην κάψα της πραγματικής αναμέτρησης. Ταυτόχρονα, η εκκεντρικότητα στην επιλογή πολλών ανοιγμάτων του, που χαρακτηρίζονται κυρίως από πλευρική δραστηριότητα, έχει στερεή βάση σε δύο επίπεδα: θεωρητικά, στα υπερμοντέρνα διδάγματα του Νίμτσοβιτς και την πρόταξη των δυναμικών έναντι των στατικών στοιχείων –ο Λάρσεν είναι σταθερά αντικλασικιστής, στάση που ίσως εκπορεύεται από το ρομαντικό ξεκίνημά του, όπου σταθερά προτιμούσε το «παρωχημένο» Γκαμπί του Βασιλια· πρακτικά, στο γεγονός ότι ο Λάρσεν δουλεύει μόνος, χωρίς «δεύτερους» και παρτίδες προετοιμασίας, πράμα που τον καθιστά υποδεέστερο στα δημοφιλή ανοίγματα, τα οποία ο σοβιετικός ανταγωνισμός έχει υπεραναλύσει. Ο Λάρσεν γίνεται εικονοκλαστικός από ανάγκη: είναι το ένστικτο της επιβίωσης που τον ωθεί να κυνηγήσει σε περίεργα μέρη, τρέποντας το θήραμα σε παρθένα εδάφη, όπου δεν δεν γνωρίζει πώς να προφυλαχθεί από τους κυνηγούς.

Για παράδειγμα, ο Λάρσεν θα χρησιμοποιήσει στο Ιντερζόναλ του Άμστερνταμ, το 1964, το ξεχασμένο Άνοιγμα του Αξιωματικού, όπου σε αντίθεση με τις καθιερωμένες αρχές του παιχνιδιού, ο λευκός μετά από το 1. ε4 απαντώντας στο συμμετρικό 1…ε5 του μαύρου, δεν αναπτύσσει τον ίππο του, αλλά τον αξιωματικό. «Προετοιμαζόμενοι για το τουρνουά, οι άλλοι συμμετέχοντες ενημερώνονταν για τις τελευταίες καινοτομίες του Μπολεσβάβσκι, την ώρα που ο Λάρσεν διάβαζε Γκρέκο και Φιλιντόρ», σχολίασε κάποιος από τους δημοσιογράφους που κάλυπταν το τουρνουά, για να επισημάνει ότι ο Δανός αντί να εμμένει στα τρεντς της σύγχρονης θεωρίας, που μεταβάλλονται δραστικά, αναζητούσε την έμπνευση σε ξεχασμένες αναλύσεις των κλασικών. Το αποτέλεσμα δεν τον διέψευσε. Έχει δε ενδιαφέρον ότι τη δεκαετία του 1990 το Άνοιγμα του Αξιωματικού γνώρισε μια πρόσκαιρη νέα αναγέννηση, ως μια προσπάθεια των λευκών να αντιμετωπίσουν το ταχέως αναπτυγμένο τότε θεωρητικά Ρωσικό άνοιγμα. Μόνο που αντί να χρειαστεί να καταφύγουν στον Γκρέκο και τον Φιλιντόρ, οι σύγχρονοι γκραν μετρ είχαν ως κοντινό οδηγό τους τον Λάρσεν.

Ο Μπεντ Λάρσεν στο Ιντερζόναλ του Άμστερνταμ το 1964. Κατά τη διάρκεια της παρτίδας του με τον Γιουγκοσλάβο Ίβκοβ ρίχνει μια ματιά στο μπουλετίν που περιέχει τις παρτίδες του προηγούμενου γύρου. Φωτο: F. N. Broers / ANEFO, via http://nationaalarchief.nl

Και πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι που εξηγείται και η απέχθεια του Λάρσεν για την ισοπαλία. Ο Λάρσεν αποφεύγει τις «ήσυχες» ισοπαλίες, πηγαίνει οικειοθελώς σε περιπλοκές, δέχεται την εμπλοκή σε θέσεις που βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού. Ο ίδιος το αποδίδει σε μια παρόρμηση του στυλ του, μια περιφρόνηση απέναντι στο ήσυχο, «βαρετό» παιχνίδι. Επικαλείται επιπρόσθετα τη θέληση του κοινού να βλέπει ενδιαφέρουσες παρτίδες. Όλα αυτά είναι ωραία, αλλά θεωρώ ότι δεν αρκούν για την ολοκληρωτική εξήγηση του φαινομένου. Ο Λάρσεν γνωρίζει ως underdog ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για την ανέλιξή του στο πεδίο των σκακιστών της ελίτ από τη νίκη στα διεθνή τουρνουά. Σε αντίθεση, φερ’ ειπείν, με τους Σοβιετικούς, που διαθέτουν αρκετά εσωτερικά πρωταθλήματα και τουρνουά ώστε να επιβεβαιώσουν την αξία τους, για τον Δανό μόνο ο ευθύς ανταγωνισμός με τους Σοβιετικούς μπορεί να φέρει το ίδιο αποτέλεσμα. Κι εκεί που μια μέτρια θέση εξασφαλίζει στον Σοβιετικό το στάτους του, για τον Δανό είναι ο δρόμος προς την αφάνεια: όλο και κάποιος άλλος Δυτικός θα βρεθεί να διεκδικήσει τη θέση του.

Για τον Λάρσεν, αυτός ο δαίμονας είχε το όνομα Μπόμπι Φίσερ. Η πρώτη συνάντησή τους πραγματοποιήθηκε στο Ιντερζόναλ του Πορτορόζ στη Γιουγκοσλαβία το 1958. Η παρτίδα ήταν μια βαριάντα του Δράκου στη Σικελική. Στην κρίσιμη 15η κίνηση ο Λάρσεν απέρριψε μια συνέχεια που θα οδηγούσε σε ισοπαλία. Δεν μπορούσε να δεχθεί ψυχολογικά ένα τέτοιο αποτέλεσμα απέναντι σε έναν 15χρονο. Το ρίσκο ωστόσο δεν του βγήκε, η μάχη για επίθεση σε αντίθετα ροκέ εξαρτάται κυρίως από τον χρόνο: ο πιο γρήγορος κερδίζει. Τα πιόνια του Φίσερ εφόρμησαν και η θυσία, «φυσική όπως το κλάμα ενός μωρού», πύργου για ίππο έκανε τη θέση του Λάρσεν να καταρρεύσει. Η παρτίδα είναι μία από τις 60 αξιομνημόνευτες στο ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού.

Ένα χρόνο αργότερα, η μητέρα του Φίσερ, Ρεγγίνα, επικοινωνεί με τον Λάρσεν για να του προτείνει να είναι ο «δεύτερος» του Μπόμπι στο τουρνουά διεκδικητών που θα διεξαχθεί στη Γιουγκοσλαβία, ο νικητής του οποίου θα είχε το δικαίωμα να αντιμετωπίσει τον πρωταθλητή, Μιχαΐλ Μποτβίνικ. Ο Λάρσεν θα δεχθεί και από τη συνεργασία θα προκύψει ένα κείμενο αναμνήσεων όπου ο Δανός θα εκθέσει σαδιστικά όλες τις παραξενιές του παιδιού-θαύματος που τον αποκαθήλωσε από την θέση του ισχυρότερου δυτικού. Καταρχάς, θα αναφερθεί στην περιπέτεια της συνάντησης πριν το τουρνουά. Το ραντεβού ήταν στη Βιέννη. Ο Φίσερ ωστόσο δεν την άντεχε και πήγε στο Μόναχο. Το Μόναχο τον έκανε να θυμηθεί τη Νέα Υόρκη, η νοσταλγία τον κυρίεψε και ήθελε να φύγει. Ο Λάρσεν κατάλαβε πως η βοήθεια που ήθελε η Ρεγγίνα δεν ήταν τόσο σκακιστική, όσο ψυχολογική.

Στο σκακιστικό κομμάτι ο Φίσερ που ήξερε τα πάντα είχε εντούτοις τις εμμονές του. Το ζεύγος των αξιωματικών, για παράδειγμα, που εις μάτην ο Λάρσεν προσπάθησε να σχετικοποιήσει την αξία του, προσαρμόζοντάς την στην εκάστοτε θέση. Ή την εμμονή του Μπόμπι να παίζει μια υποδεέστερη βαριάντα της Κάρο-Καν – «πρέπει να κερδίσω τουλάχιστον μια φορά για να την αλλάξω!».

Εκεί όμως που οι αντοχές του Λάρσεν έδειξαν να δοκιμάζονται είναι στο εξωαγωνιστικό τερέν. Το τουρνουά διεξήχθη διαδοχικά σε τρεις γιουγκοσλαβικές πόλεις: το Μπλεντ, το Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι. Στο Μπλεντ ο Φίσερ αρρώστησε. Ο αντικομμουνισμός του ωστόσο δεν του επέτρεπε να καλέσει γιατρό – τους θεωρούσε όλους άχρηστους. Ο Λάρσεν επέμενε και τελικά ο Μπόμπι το επέτρεψε. Με αγωνία προσπάθησε να εκμαιεύσει από τον γιατρό αν έχει σπουδάσει στο εξωτερικό – δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ένας κομμουνιστικά εκπαιδευμένος γιατρός θα μπορούσε να τον βοηθήσει έστω και στο ελάχιστο. Μόνο όταν άκουσε ότι είχε περάσει κάποιους μήνες εκπαίδευσης στη Βιέννη χαλάρωσε. Με το ζόρι ωστόσο έπαιρνε τα φάρμακά του και το βράδυ πριν κοιμηθεί ήθελε ο Λάρσεν να του διαβάζει τον Ταρζάν.

Λίγα κείμενα στην παγκόσμια σκακιστική γραμματεία περιγράφουν το αντικείμενό τους με τόση χολή, καμουφλαρισμένη με τον μανδύα της αντικειμενικής περιγραφής. Η απουσία των επιθέτων προσδίδουν στην αφήγηση τη χειρουργική ακρίβεια ενός μανιακού δολοφόνου που τεμαχίζει με σταθερό χέρι το πτώμα του θύματός του. Η κορύφωση με τον Φίσερ σε μανία στο δωμάτιό του να ψάχνει τιρμπουσόν για να ανοίξει και να χύσει στον νεροχύτη το μπουκάλι λικέρ που του έκαναν δώρο οι διοργανωτές, επειδή είναι πεπεισμένος ότι το αλκοόλ είναι δηλητήριο θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιαδήποτε ανθολογία λιβελογραφημάτων.

Φίσερ εναντίον Λάρσεν στο ματς για τα ημιτελικά των Διεκδικητών, το 1971. Πηγή άγνωστη

Γνωρίζουμε ότι ο ασταθής χαρακτήρας του Φίσερ τον έκανε συχνά να αποσύρεται από την αγωνιστική δράση. Πάνω σ’ αυτήν την απουσία, και φυσικά στα εξαιρετικά του αποτελέσματα στα διεθνή τουρνουά στα τέλη των 60’s, βάσισε ο Λάρσεν την απαίτησή του να βρεθεί αυτός στην πρώτη σκακιέρα του περιβόητου ματς ΕΣΣΔ εναντίον Κόσμου, «το ματς του αιώνα», όπως χαρακτηρίστηκε, στο Βελιγράδι το 1970. Μην ξεχνάμε ότι ο Λάρσεν είχε κερδίσει, μεταξύ άλλων, τα Ιντερζόναλ του 1964 και του 1966, όπως και τα ισχυρά τουρνουά της Αβάνας και του Γουίνιπεγκ, το 1967 και τα δύο, της Πάλμα ντε Μαγιόρκα και του Μονακό, το 1968. Ο Μπόμπι δεν έφερε αντίρρηση και οι δύο άσπονδοι φίλοι κατάφεραν να κρατήσουν τις σκακιέρες τους απέναντι στους Σοβιετικούς, δίνοντας την αποφασιστική ώθηση ώστε ο «Κόσμος» να ηττηθεί απλώς οριακά με 9,5-20,5.

Ο Φίσερ ωστόσο φρόντισε να τιμωρήσει τον Μπεντ γι’ αυτήν του την οίηση τον επόμενο χρόνο, όταν και τον συνέτριψε στα ημιτελικά των ματς διεκδικητών με 6-0 –ίδιο σκορ με το οποίο είχε συντρίψει τον ταλαίπωρο Ταϊμάνοβ λίγες βδομάδες πριν. Αυτό το ματς υπήρξε και η οριστική ταφόπλακα στις μακρόχρονες προσπάθειες του Δανού να αγγίξει την κορυφή του σκακιστικού Ολύμπου.

Σ’ ένα του άρθρο το 1958, λίγο πριν αντιμετωπίσει τον Λάρσεν στο μπαράζ ενός Ζόναλ τουρνουά που θα οδηγούσε στο Ιντερζόναλ, ο Χεν Ντόνερ θα σκιαγραφήσει το πορτρέτο του ισχυρού αντιπάλου του πάνω στην έννοια της ανάπτυξης της σκακιστικής δεξιότητας στην απόλαυση που αντλεί ο παίκτης από το παιχνίδι. Ο Ντόνερ θα επισημάνει το πάθος που δείχνει ο Λάρσεν, ένα πάθος που τον καθοδηγεί ώστε να εμβαθύνει στο παιχνίδι, παρά το ότι είναι παιχνίδι. Μόνο κάποιος που παίζει για την απόλαυση είναι αυτός που συνήθως κερδίζει. Άλλοι σχολιαστές ανά τις χώρες που εκάστοτε έδινε αγώνες επίδειξης ο Δανός θα βεβαιώσουν το αληθές της κρίσης του Ντόνερ: ο Λάρσεν είναι ένας παθιασμένος σκακιστής που νιώθει το ίδιο άνετα είτε παίζει με τον παγκόσμιο πρωταθλητή είναι με ένα παιδί που μόλις έχει μάθει τους κανόνες. Και παραμένει παθιασμένος και όταν μιλά ή γράφει για το σκάκι, με μια δημιουργικότητα και διάθεση για δουλειά που αγγίζει τα σωματικά όρια της αντοχής. Ο Βλάστιμιλ Χορτ, ισχυρός γκραν μετρ της εποχής και φίλος του Λάρσεν, θυμάται την κοινή τους συμμετοχή στο ισχυρό διεθνές τουρνουά της Μόσχας το 1962, και ακούει ακόμη τον χτύπο από τα πλήκτρα της γραφομηχανής του Λάρσεν –που παράλληλα με το να παίζει, καλύπτει το τουρνουά για τον δανικό Τύπο- να φτάνει στ’ αυτιά του ως τις πρώτες πρωινές ώρες.

Έχουμε ήδη αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο στον μποέμ χαρακτήρα των σκακιστών που αναπτύχθηκε στη μεταπολεμική Ευρώπη. Ο Λάρσεν αποτέλεσε αναμφίβολα τον κορυφαίο ανάμεσά τους, το χρονικό διάστημα από το 1960 έως το 1975. Ανάμεσα στις πολλές επιτυχίες του μετράει και νίκες εναντίον τριών παγκόσμιων πρωταθλήτων ενόσω αυτοί διατελούσαν πρωταθλητές, επίδοση την οποία μοιράζεται με τον Σοβιετικό Έφιμ Γκέλερ. Πέραν τούτων, φυσικά, αυτό που μένει είναι η διαύγεια ενός στυλ που δεν δογματίζει, αλλά προχωρά διαυγές προς την αλήθεια, και η εμμονή με το παιχνίδι: ο Λάρσεν αρνήθηκε και την κάθοδο στην πολιτική, όπως πολλές φορές του προτάθηκε στη Δανία, και την προεδρία της FIDE. Κατά την προσφιλή του έκφραση: «Αν είναι να πάμε στην Κόλαση, ας πάμε στην πρώτη θέση» – κι αυτή βρίσκεται μάλλον μέσα στη σκακιέρα.

Σκίτσο του Μπεντ Λάρσεν από το «Ματς του αιώνα», στο Βελιγράδι το 1970. Δημιουργία του Otakar Masek
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Ο διαγνωστικός έλεγχος για τον HIV γίνεται πλέον εύκολα και γρήγορα

Μήνυμα 112 για ακραία καιρικά φαινόμενα στη Λήμνο

Εισαγγελική απαγόρευση στον πατέρα Αντώνιο να εισέρχεται στις δομές

Κόμμα του Κεμπέκ αντιτίθεται στον όρκο πίστης στον βασιλιά Κάρολο

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα