ΑΘΗΝΑ
12:36
|
08.08.2022
Εφετείο στο Παρίσι απέρριψε την απέλαση δέκα παλαίμαχων Ιταλών ακτιβιστών, που κατηγορούνταν για την πολιτική τους δράση στα ζοφερά «μολυβένια χρόνια» του ‘70.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Την ώρα που σε γειτονική αίθουσα δινόταν η τελευταία πράξη στη δίκη για το φονικό στο Μπατακλάν, που είχε συγκλονίσει όλο τον κόσμο, στην αίθουσα του Εφετείου στο Παρίσι, οι δικαστές έλεγαν οριστικά «όχι» στην απέλαση δέκα παλαίμαχων Ιταλών ακτιβιστών, που κατηγορούνταν για συμμετοχή στην «τρομοκρατία» και για την πολιτική τους δράση στα ζοφερά «μολυβένια χρόνια» του ‘70.

Με την απόφαση της γαλλικής δικαιοσύνης προσάραξε ακόμη μία επαίσχυντη και ιταμή προσπάθεια του ιταλικού κράτους να ικανοποιήσει τη δίψα του για εκδίκηση. Με την απόφαση της γαλλικής δικαιοσύνης τελείωσε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο η εκστρατεία του ιταλικού κράτους για αναθεώρηση των τραγικών γεγονότων της εποχής εκείνης. Μίας καθημαγμένης φάσης στην ιταλική Ιστορία, που το ίδιο το κράτος και οι παρακρατικές παραφυάδες του, που έφθαναν έως τους νεοφασίστες και τη συνεργασία με τη CIA, δημιούργησε και καλλιέργησε, στο πλαίσιο της «στρατηγικής της έντασης». Μία τακτική που εξανάγκασε κι εξέθρεψε στον ένοπλο αγώνα μεγάλα κλάσματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και τροφοδότησε ελευθεροκτόνες νομοθετικές και πολιτικές αποφάσεις. Όπως τον νόμο Ρεάλε για την επέκταση του «κράτους χωροφύλακα» σε κάθε κομμάτι της κοινωνίας και την ιεροεξεταστική αυθαιρεσία του συνταγματοκτόνου κατασταλτικού «Θεωρήματος Καλότζερο», όπου πας εις εξωκοινοβουλευτικός Αριστερός ίσον τρομοκράτης.

Κάποιοι από τους δέκα υπόλογους για «τρομοκρατία» και υποψήφιοι για απέλαση, πολύ πάνω από 70 ετών οι περισσότεροι και με μία νέα ζωή και οικογένειες στη Γαλλία, είχαν καταφύγει πέραν των Άλπεων ακριβώς λόγω αυτού του επονείδιστου Θεωρήματος. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Έντσο Καλβίτι, είχαν δικαστεί ήδη στη Γαλλία και απαλλαγεί. Εντούτοις, η βεντέτα του ιταλικού κράτους και το ‘ressentiment’ πολλών πολιτικών (όπως του γελοιωδέστατου Ματέο Σαλβίνι της Λέγκας που θυμόμαστε πως σαν παγώνι κι ενώ δεν είχε δικαιοδοσία καμάρωνε στο αεροδρόμιο της Ρώμης μετά την έκδοση του Τσέζαρε Μπατίστι), έμενε άσβεστη για τα πραγματικά «απομεινάρια» της τρομοκρατίας. Που άλλωστε εξόν από κάποιους συγγενείς από τα θύματα της «αμυντικής τρομοκρατίας» της Αριστεράς -όπως του δολοφονημένου επιθεωρητή Καλαμπρέζι, εκείνου που είχε στείλει τον αναρχικό Πινέλι να «πετάξει» έξω από το παράθυρο μετά την έκρηξη βόμβας στην Πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου – αξίωναν ακόμη να πέσουν κάποια κεφάλια για να κορέσουν τη δίψα για εκδίκηση.

Πλέον, με την απόφαση του γαλλικού Εφετείου η επιχείρηση που βαφτίστηκε «Ombre Rosse» (Κόκκινες σκιές) εν κατακλείδι κατέληξε σε  ολοκληρωτική αποτυχία για το ιταλικό κράτος. Και τούτο παρά την ομοβροντία των μέσων ενημέρωσης και τα άδοξα άρθρα του συστημικού Τύπου, που πανηγύριζε και συκοφαντούσε όταν πριν από ένα χρόνο η Γαλλική Αντιτρομοκρατική Διεύθυνση (SDAT) σε συνεργασία με την Αντιτρομοκρατική της Ιταλικής Αστυνομίας και την Υπηρεσία Διεθνούς Συνεργασίας της Criminalpol συνελάμβανε κάποια «κουρέλια» της τρομοκρατίας. Οι μίσθαρνες πένες αντί να υπηρετούν την καταλαγή και τη λήθη, είχαν ξεκινήσει και πάλι να ξαναγράφουν την Ιστορία και να παραποιούν τα γεγονότα και τα βαθύτερα αίτια ή τα κρυφά νήματα που τα γέννησαν. Και δεν ήταν οι μόνες: ο Γάλλος υπουργός Δικαιοσύνης Ερίκ Ντιπόν-Μορετί, εντελώς αντι-ιστορικά και ανυπόστατα είχε εξισώσει τους «πρώην τρομοκράτες από την Ιταλία» με τους τζιχαντιστές της σφαγής του Μπατακλάν: «Θα δεχόμασταν ποτέ ότι ένας από τους τρομοκράτες του Μπατακλάν, για παράδειγμα, είχε πάει να ζήσει ήσυχα για 40 χρόνια στην Ιταλία;», είχε δηλώσει, ανακυκλώνοντας την παραδοσιακή σοφιστεία του κατασταλτικού κράτους, που βάζει στην ίδια ζυγαριά τον θρησκευτικό φανατισμό ή το κοινό έγκλημα με την πολιτική δράση, για να την απονομιμοποιήσει ηθικά και ποινικά και να τη συκοφαντήσει. Σήμερα όλα τούτα τα μέσα στρέφουν τα βέλη τους στη γαλλική δικαιοσύνη, που τολμά κατ’ αυτά «να επιβάλλει ποια πρέπει να είναι η ιστορική μνήμη στην Ιταλία».

Τόση είναι η αμηχανία των μηχανισμών αυτών, που λίγο μετά την απόφαση έχουν ξεσηκωθεί και φρίττοντας απαξάπαντες διογκώνουν και σπεύδουν να καταδικάσουν την εμφάνιση ενός γκράφιτι με το σύμβολο των Ερυθρών Ταξιαρχιών έξω από τις εγκαταστάσεις της RAI, σπεκουλάροντας για τον κίνδυνο αναβίωσης της τρομοκρατίας κλπ. κλπ!

Στην ακρόαση στο παρισινό Εφετείο παρόντες ήταν οι Έντσο Καλβίτι, Ναρτσίζο Μανένντι, Τζοβάνι Αλιμόνι, Ρομπέρτα Καπέλι, Μαρίνα Πετρέλα, Σέρτζο Τορνάγκι, Μαουρίτσιο ντι Μάρτσιο, Ραφαέλα Βεντούρα και Λουΐτζι Μπεργκαμίν. Ο μόνος που απουσίαζε ήταν ο Τζόρτζιο Πιετροστεφάνι, ο οποίος κατηγορείται ως εγκέφαλος και εντολέας της δολοφονίας Καλαμπρέζι, του οποίου οι σοβαρές συνθήκες υγείας δεν του επέτρεψαν ήδη να είναι παρών και στις προηγούμενες ακροάσεις που τον αφορούσαν.

Φυσικά, παρόντες στο Δικαστήριο ήταν και ορισμένοι «προβοκάτορες» που με επικεφαλής τον βουλευτή της Λέγκας Ντανιέλε Μπελότι επεδείκνυαν πλειοδοσία νομιμοφροσύνης και  αλάλαζαν «δολοφόνοι» την ώρα που αναγιγνώσκετο η απόφαση. Βέβαια, όλοι αυτοί ευελπιστούσαν σε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, δηλαδή να δουν αυτούς τους εβδομηντάρηδες και ογδοντάρηδες εξόριστους να καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης και να περνούν τα στερνά τους χρόνια σε φυλακές και να υποβάλλονται σε απάνθρωπες ψυχοσωματικές συνθήκες.

Αλλά δεν είναι μόνον η Λέγκα (το κόμμα που ευθύνεται όταν ήταν στην κυβέρνηση για τον θάνατο δεκάδων ή εκατοντάδων μεταναστών στις θάλασσες, επειδή ο Σαλβίνι έκλεινε τα λιμάνια, απωθούσε τις βάρκες, κυνηγούσε τους διασώστες και τις ΜΚΟ, απαγόρευε τις διασώσεις) ανάμεσα σε εκείνους που έσπευσαν θρασύδειλα να δηλώσουν την «απογοήτευσή τους». Πρώτο και καλύτερο το, υποτιθέμενα, κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα PD, που αντάμα στην «απογοήτευση» του έκρινε ως «βαριά απόφαση» την άρνηση τούτη, επικαλούμενο «τις κακουχίες των μελών της οικογένειας και τη μνήμη των θυμάτων». Βέβαια, το κόμμα αυτό, όσο κι ο Τύπος λησμονούν την ατιμωρησία των δεκάδων νεοφασιστών και της κρατικής τρομοκρατίας για τις βόμβες στην Πιάτσα Φοντάνα, τη Μπρέσα, το τρένο Ιτάλικους, τον σταθμό της Μπολόνιας, που υπήρξε έργο των νεοφασιστών, σε συνεργασία με τις ιταλικές και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, την αστυνομία, το κράτος των Αντρεότι και Κοσίγκα. Ούτε μιλούν για όσους, με βάση το «θεώρημα Καλότζερο» φυλακίσθηκαν άδικα, βασανίσθηκαν, διασύρθηκαν, μέσα σε άθλιες συνθήκες στα αστυνομικά τμήματα και τις οικτρές φυλακές της εποχής. Ούτε και όσους αδίκως αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στη Γαλλία κατατρεγμένοι από τις διατάξεις τύπου ολοκληρωτικού καθεστώτος ενάντια σε όσους είχαν απλώς πολιτική ή συνδικαλιστική δράση. Ούτε κανείς συλλογίζεται πως αυτή η άθλια συμπαιγνία εκπορεύεται από δύο κόμματα που συμπράττουν ανοίκεια σε μία δοτή κυβέρνηση, στηρίζοντας τον Μάριο Ντράγκι, του οποίου η ουρανοκατέβατη (όχι τόσο) τοποθέτηση μ’ ένα προεδρικό coup d’ etat απέναντι στον τότε πρωθυπουργό Τζουζέπε Κόντε. Ούτε διαλογίζονται πως στο κάτω-κάτω, όταν πραγματοποιείτο η σύλληψή τους ο στόχος ήταν ακριβώς η νομιμοποίηση του δοτού πρωθυπουργού, ενόψει και της σύναψης της ολέθριας για τα συμφέροντα της Ιταλίας συμφωνία με τον Εμανουέλ Μακρόν.

Επίσης, όλοι επικαλούνται την ψυχική οδύνη των οικογενειών των θυμάτων, χωρίς όμως να σκεφθούν και να κρίνουν τη ζωή και των κατηγορουμένων. Οι οποίοι, χωρίς να ευσταθούν 100% κάποιες από τις κατηγορίες εναντίον τους, εξαναγκάσθηκαν να διαφύγουν, να περάσουν δύσκολες στιγμές, να ξαναχτίσουν μία νέα ζωή με θυσίες κι άγχος. Πολλοί από αυτούς πρόσφεραν και με τη διανοητική τους εργασία και με την αγωνιστικότητά τους, όλα αυτά τα χρόνια στην κοινωνία και στις διεκδικήσεις της. Και να βλέπουν σήμερα, μετά 50 χρόνια να καταρρέουν οικογενειακές σχέσεις, φιλίες, δεσμεύσεις στον κοινωνικό τομέα. Επιπλέον, κανείς από αυτούς , που μολονότι βρέθηκαν στη Γαλλία χάρις στα ευνοϊκά μέτρα του Φρανσουά Μιτεράν και την ανοχή του γαλλικού κράτους, πάντα βρίσκονταν υπό παρακολούθηση, ενώ παράλληλα ουδέποτε κατηγορήθηκαν για κάτι, δείχνοντας όλες αυτές τις δεκαετίες μόνο άψογη συμπεριφορά.

Το σπιράλ του φόβου είχε ξεκινήσει από τη σύλληψη του Μπατίστι στη Βολιβία και την έκδοσή του στην Ιταλία. Τότε την είχαν χαιρετίσει, εξόν από τον Σαλβίνι και ο Λουΐτζι Ντι Μάγιο (άλλος  αντισυστημικός, που μετατράπηκε στον στυλοβάτη της ετερόθετης κυβέρνησης), αλλά και ο «θεματοφύλακας» της σταθερότητας που θέλουν οι Βρυξέλλες για τη λιτότητα στην Ιταλία, Σέρτζο Ματαρέλα. Όλοι εκείνοι, που ενώ απεργάζονται την άνευ όρων παράδοση της Ιταλίας στο μεγάλο κεφάλαιο και το διοικητικό του συμβούλιο στις Βρυξέλλες, κώφευαν στην απεργία πείνας του Μπατίστι  και χαρακτήριζαν εγκληματίες εκείνους που σε αντίστοιχες συνθήκες πάλευαν στους δρόμους και έξω από τα εργοστάσια για να προασπίσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων και της κοινωνίας.

Η γαλλική δικαιοσύνη, πραγματικά ανεξάρτητη από το νομοθετικό και εκτελεστικό κομμάτι του κράτους, παρά τις απροκάλυπτες πολιτικές προσπάθειες για να επηρεασθεί η απόφασή της, δεν έκανε το χατίρι στις δύο συνεργαζόμενες κυβερνήσεις για μία «γρήγορη έκδοση» των κατηγορουμένων. Απαίτησε «πρόσθετες πληροφορίες» και στοιχεία για την πραγματική δράση τους, από τις προηγούμενες δίκες και τις καταδικαστικές αποφάσεις (πολλές από αυτές ερήμην) πριν 30 χρόνια -που πολλές από αυτές είχαν παραγραφεί. Οι μακρές δικαστικές ακροάσεις και το κύμα διεθνούς αλληλεγγύης, χάλασαν τα σχέδια των «συνεργαζόμενων» σε πολλαπλά επίπεδα κυβερνήσεων, όχι μόνον σε οικονομικό, αλλά και σε επίπεδο ασφάλειας, από τη στρατιωτική κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία, μέχρι άλλες στρατηγικές και διεθνείς επιχειρήσεις από την Αφρική (Σαχέλ-Λιβύη) έως τη Μέση Ανατολή, με την Ιταλία να συνεργάζεται ή να αναλαμβάνει εκείνη τις αποστολές της Γαλλίας. Κυρίως αποφεύχθηκε ο κίνδυνος, οι ζωές και οι μνήμες αυτών των εξόριστων, να γίνουν διαπραγματευτικό χαρτί ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις και να ενισχύσουν την «αλληλοκατανόησή» τους.

Όλους αυτούς τους μήνες της δικαστικής διαμάχης, ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης ενάντια στην έκδοση των εξόριστων, δεν έπαψε ποτέ τις ενέργειές του. Εκτός από την έκκληση που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάιο στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, υπογεγραμμένη από περισσότερα από 300 άτομα που ανήκουν στον ακαδημαϊκό, πολιτιστικό και συνεταιρικό κόσμο, πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα κείμενο επαγγελματιών ψυχικής υγείας, στο οποίο περιγραφόταν πως μια πιθανή έκδοση συνεπάγεται μία «υπαρξιακή» καταστροφή γι’ αυτούς που θα την υποστούν. Και σε αυτό δεν πρέπει να λησμονούμε την απάντηση του Βατικανού στην επιστολή που παρέδωσε στον Ποντίφικα ο καθηγητής Λουτσάνο Βαζαπόλο,  διευθυντής του Κομμουνιστικού Δικτύου και εκπρόσωπος του «Δικτύου διανοουμένων και καλλιτεχνών για την υπεράσπιση της ανθρωπότητας», στον Πάπα Φραγκίσκο τον περασμένο Δεκέμβριο. Στην απάντησή της η Αγία Έδρα τασσόταν κατά της έκδοσης, δηλώνοντας  πως «το δικαστικό τούτο ζήτημα προκαλεί ανησυχία σε διάφορους ανθρώπους και τις οικογένειές τους» και ότι «οι νόμιμες φιλοδοξίες του καθενός μπορούν να πραγματοποιηθούν, εμπνέοντας με τον σεβασμό στη δικαιοσύνη, συγκεκριμένες χειρονομίες αμοιβαίας κατανόησης και συμφιλίωσης».

Με την απόφαση της γαλλικής δικαιοσύνης, το εκδικητικό ιταλικό κράτος δέχθηκε ένα ράπισμα στην προσπάθειά του να διαπομπεύσει ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας του, να διαστρεβλώσει την Ιστορία και να την προσαρμόσει στα μέτρα του, ακυρώνοντας κάθε δικαίωμα για αμνηστία και συνεννόηση. Τη στιγμή που η Ιταλία βρίσκεται ενώπιον της πιθανότητας να βρεθούν στην εξουσία, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, οι κληρονόμοι του Φασισμού (το ακροδεξιό «Αδέλφια της Ιταλίας»), που οι πρωτεργάτες του και τα όργανά τους έμειναν ατιμώρητοι μετά το πέρας του πολέμου -και μάλιστα ενσωματώθηκαν πολλοί στους κρατικούς μηχανισμούς της δικτατορίας και πρωταγωνίστησαν στα «μολυβένια χρόνια» υπέρ τους – η καταδίκη ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια στον νεοφασισμό θα σήμαινε ολοκληρωτική παράδοση των θεσμίων και της Ιστορίας της στον σκοταδισμό.

Σε μία εποχή που η ταξική πάλη και ο φραγμός απέναντι στον νεόκοπο λαϊκιστικό Ur-φασισμό (κατά τον Ουμπέρτο Έκο) που αναφύεται και επελαύνει, μοιάζει να είναι πάλι η μόνη λύση, πρέπει να ξαναβρεθούν οι αφορμές -όπως τούτη η απόφαση- για να ξαναθυμηθεί η κοινωνία ποιοι πάλεψαν πραγματικά για την υπεράσπισή της και να διδαχθεί πώς εργαλειοποιούνται οι «διώξεις» για να κατασταλεί όποια αντίδραση απέναντι στην απολίτικη και διαστρεβλωμένη άποψη που προωθούν οι κρατικοί μηχανισμοί κι οι δυνάμεις που υπηρετούν

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η Ισπανία φορολογεί πραγματικά τα υπερκέρδη σε ενέργεια και τράπεζες

Tην ώρα που η ελληνική κυβέρνηση πασχίζει να αποφύγει την φορολόγηση των υπερκερδών στις επιχειρήσεις ενέργειας, στην Ισπανία η κυβέρνηση Σοσιαλιστών/Podemos έκανε το μεγάλο βήμα.
ΣΥΝΑΦΗ

Υπό έλεγχο η φωτιά σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στην Κούβα με βοήθεια Μεξικού και Βενεζουέλας

Μεξικό: Παραμένουν παγιδευμένοι δέκα οι ανθρακωρύχοι

Ποινικό αδίκημα η λεκτική σεξουαλική παρενόχληση στη Βρετανία

Μετά από 16 ημέρες έσβησε η φωτιά στη Βάλια Κάλντα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα