ΑΘΗΝΑ
03:56
|
01.02.2023
Η νεοφασίστρια πρωθυπουργός της Ιταλίας μπορεί να μέμφεται τη μοίρα της γιατί δεν έχει στη διάθεσή της ένα αδιαμφισβήτητο επικοινωνιακό πλεονέκτημα: το Μουντιάλ ποδοσφαίρου.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Την παρούσα στιγμή, όπου τα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας πέφτουν πάνω της και η δημοφιλία της στην Ιταλία καλπάζει, η νεοφασίστρια πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, μπορεί να μέμφεται τη μοίρα της μόνο γιατί δεν έχει στη διάθεσή της ένα αδιαμφισβήτητο επικοινωνιακό πλεονέκτημα: το Μουντιάλ ποδοσφαίρου.

Η ιταλική εθνική ομάδα, έπειτα από μία απογοητευτική πορεία στα προκριματικά, έχει, προς απογοήτευση των άκρως ποδοσφαιρόφιλων Ιταλών, αποκλειστεί από τους αγωνιστικούς χώρους στο Κατάρ και έτσι η ακροδεξιά πολιτικός δεν θα έχει την ευκαιρία να σφετερισθεί τυχόν επιτυχίες στα στάδια. Μάλιστα, η ιταλική απουσία γίνεται ακόμη πιο αισθητή και αλγεινή, εάν αναλογισθεί κανείς πως πριν ακριβώς 40 χρόνια, το 1982, η εθνική Ιταλίας  των Μπεαρζότ, Τζοφ και Πάολο Ρόσι κέρδιζε με επικό τρόπο το Μουντιάλ στην Ισπανίας και ένας αριστερός και πρώην παρτιζάνος πρόεδρος, ο Σάντρο Περτίνι πανηγύριζε και άφηνε εποχή με τον ενθουσιασμό του. Θλιβερή σύγκριση με την τωρινή κατάσταση… 

Η μίζερη εικόνα της ποδοσφαιρικής Ιταλίας δεν συμβαδίζει με τους κομπασμούς της Μελόνι για «αναγέννηση» του ιταλικού κράτους, ένα όραμα που στη 10ετία του ‘30 ο προπάτοράς της Μπενίτο Μουσολίνι μπόρεσε  να το συνδυάσει με τους ιστορικούς θριάμβους της Sqadra Azzura σε δύο παγκόσμια πρωταθλήματα (1934-1938) και τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου του 1936. Εκείνες οι ανεπανάληπτες επιτυχίες, δύο συνεχόμενα Μουντιάλ, τότε κύπελλα Ζιλ Ριμέ, στην Ιταλία και τη Γαλλία αντίστοιχα, αποτέλεσαν το επιστέγασμα της εικόνας του θριάμβου του Ντούτσε και του καθεστώτος του. Μίας εξουσίας που πρόβαλε την αλκή του σώματος, τη ρώμη, τον υπεράνθρωπο -που μάλιστα εμβληματικά παρασταίνονταν στην ίδια τη μορφή του ακάματου κι άτρωτου Μουσολίνι, είτε να δαμάζει καθαρόαιμα άλογα, είτε να επιδίδεται στην αγαπημένη του πυγμαχία ή να θερίζει σιτάρι στους αγρούς. Το αιώνιο σφρίγος του φασιστικού ιδεώδους έχει ως σύμβολό του τον αθλητισμό και τα επιτεύγματα εκείνης της εποχής, όπως του Πρίμο Καρνέρα στην πυγμαχία ή του Τζίνο Μπάρταλι στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας και η κοινωνική κι η πολιτική τους ανταπόκριση, αποτελούσαν την καλύτερη διαφήμιση.

Τότε βέβαια, η Ιταλία είχε την αγαθή τύχη να διαθέτει μία πλειάδα από μεγάλους ποδοσφαιριστές, του βεληνεκούς του Τζουζέπε Μεάτσα και του Σίλβιο Πιόλα και ένα σύνολο από τα πιο δυνατά ονόματα στην παγκόσμια ιστορία. Μάλιστα η κατάκτηση του Μουντιάλ του ‘38 ήταν ακόμη πιο μεγάλο επίτευγμα γιατί κατόρθωσε να «ξεπλύνει» τις αμφιβολίες για την επικράτηση των Azzuri μέσα στο «σπίτι» τους τέσσερα χρόνια πριν υπό τη σκέπη του φασιστικού καθεστώτος. Αμφιβολίες που ήδη είχαν σκορπισθεί από τις άλλες επιτυχίες της ομάδας, στο Διεθνές Κύπελλο του 1935 όπου κατατρόπωσε τις τότε ανίκητες ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης (Αυστρία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία), στους Ολυμπιακούς του 1936, αλλά κυρίως με το έπος της «Μάχης του Χάιμπουρι», στις 14 Νοεμβρίου 1934. Tότε που οι Ιταλοί με 3-2 υπέταξαν τους παγκόσμιους κυρίαρχους Άγγλους, οι οποίοι μέχρι το 1950 «σνόμπαραν» το Ζιλ Ριμέ. Εκείνη η ήττα ταπείνωσε τους ένθεν της Μάγχης «μάγους» της μπάλας, γκρεμίζοντας τον μύθο του αήττητού τους.

Η Ιταλία το 1934 είχε κερδίσει το Κύπελλο, αφού πρώτα υπέταξε την Ισπανία του «ιπτάμενου» τερματοφύλακα Θαμόρα στα προημιτελικά, τη μεγάλη Αυστρία του Ματίας Ζίντελαρ στον ημιτελικό και την Τσεχοσλοβακία με 2-1 στον τελικό, έπειτα από παράταση και το καθοριστικό γκολ του Άντζελο Σκιάβιο. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Γαλλία, είχαν ένα σκληρό ξεκίνημα, όμως κατόρθωσαν να υπερνικήσουν τα εμπόδια (νικώντας με 3-1 και τους γηπεδούχους Γάλλους) και δημιούργησαν ένα έπος στον ημιτελικό. Η νίκη απέναντι στην κραταιά Βραζιλία με 2-1 στον ημιτελικό έμεινε στην Ιστορία. Κυρίως για την υπεροψία των «Καριόκας» να μην κατεβάσουν τον Πελέ της εποχής, τον θρυλικό Λεονίντας, που προτίμησαν να ξεκουράσουν ενόψει του «βέβαιου» τελικού. Όμως τα γκολ του Τζίνο Κολάουσι και το πέναλτι του Τζουζέπε Μεάτσα, πρωταθλητή στην Ιταλία με την Ambrosiana-Inter, ταπείνωσαν τους υπερόπτες Βραζιλιάνους, που έπρεπε να περιμένουν μετά τον πόλεμο για να λάμψει το ποδοσφαιρικό τους άστρο. Στον τελικό του Παρισιού κόντρα στην Ουγγαρία, οι Ιταλοί θριάμβευσαν με 4-2 και μάλιστα έχοντας και δύο δοκάρια, με τον Κολάουσι και του 25χρονου τότε Πιόλα της Λάτσιο.

Αρχιτέκτονας των θριάμβων αυτών ο αδικημένος από την Ιστορία προπονητής, Βιτόριο Πότσο, που το έπος του είχε την ατυχία να γραφεί τα annos horribiles της φασιστικής περιόδου. Ένας παλιός Αλπινιστής, παθιασμένος με την πειθαρχία και το ποδόσφαιρο, που γύρισε όλη την Ευρώπη για να καταρτισθεί τεχνικά σε όλα τα στιλ παιχνιδιού και έφερε επανάσταση στον τρόπο ανάπτυξης, αλλά και προετοιμασίας της ομάδας.

Εκείνη την εποχή βέβαια η Ιταλία είχε να επιδείξει μεγάλα επιτεύγματα και σε συλλογικό επίπεδο: την Μπολόνια, «που κάνει τον κόσμο να τρέμει» του ύμνου της και νικήτρια του Mitropa Cup, τον κεντροευρωπαϊκό πρόγονο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, το 1932 και το 1934, τη Γιουβέντους της «χρυσής πενταετίας», νικήτρια του Scudetto από το 1931 έως το 1935, με μία ομάδα πόλο έλξης για σπουδαίους παίκτες και προπονητές, ιδίως από την ισχυρή τότε κεντρική Ευρώπη. Όπως οι Άρπαντ Βάιτς, που είχε κερδίσει το πρωτάθλημα το 1930 με την Ίντερ και το 1936 και 1937 με την Μπολόνια. Ο Βάιτς θα πέθαινε τραγικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς το 1944.

Το φασιστικό καθεστώς, κατανοώντας έγκαιρα τη μεγάλη δύναμη που έχει το ποδόσφαιρο στην κοινή γνώμη, έσπευσε να την εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Η κυβέρνηση Μουσολίνι διέθεσε απύθμενους πόρους για υποδομές και για να καλλιεργηθεί το αίσθημα της υπεροχής της «νέας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας». Ο Μουσολίνι, πέρα από τις νέες πόλεις σε φασιστικό αρχιτεκτονικό στιλ, οικοδόμησε τότε πολλά και μεγάλα γήπεδα: το Κομουνάλε του Τορίνο (το 1933 ως Στάδιο Μουσολίνι), το εμβληματικό στην αρχιτεκτονική του Λιτοριάλε της Μπολόνιας, ξεκίνησε τις εργασίες για το Ολίμπικο της Ρώμης. Τότε ξεκίνησε και η ραδιοφωνική μετάδοση των αγώνων και δινόταν μεγάλη έμφαση στην παρουσίαση από τον Τύπο των αθλητικών επιτευγμάτων και το ποδόσφαιρο μπήκε για τα καλά στην καθημερινότητα των Ιταλών. Ο Μουσολίνι είχε καταλάβει τον «πολιτικό»  ρόλο του ποδοσφαίρου πολύ πριν από την εποχή του.  Και για τον λόγο αυτό ενίσχυσε ιδιαίτερα την εθνική ομάδα του Πότσο.

Άραγε,  τι καλύτερο από μία Εθνική ομάδα, που έκανε τον ρωμαϊκό χαιρετισμό πριν από τους αγώνες στο παιάνισμα του εθνικού ύμνου και που ενώνει τους φτωχούς και καταπιεσμένους Ιταλούς κάτω από την εικόνα της «παγκόσμιας» και φασιστικής Ιταλίας. Οι γαλάζιες φανέλες της ομάδας στην υπηρεσία των μελανοχιτώνων. Ακόμη κι εάν τούτην τη θριαμβική εικόνα σπίλωναν άσσοι σαν τον Μπρούνο Νέρι, που αρνήθηκε να χαιρετήσει φασιστικά και αργότερα πέθανε στο βουνό πολεμώντας με την Αντίσταση.

Οι άλλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε επέλεγαν να χαιρετίσουν, ώστε να μην έχουν προβλήματα με το καθεστώς και για να τους αφήσει ελεύθερους να παίζουν μπάλα. Όπως και ο ίδιος ο Πότσο, που καίτοι δεν ήταν φασίστας, κράτησε μία μέση οδό, προκειμένου να μην καταντήσει η εθνική του ομάδα εθνική Μουσολίνι, καθώς οι Gerarchi αξιωματούχοι του καθεστώτος ανταγωνίζονταν ποιος θα πάρει τη δόξα ως επικεφαλής της Ομοσπονδίας.

Με τη διπλή του ιδιότητα, προπονητή και αθλητικού συντάκτη της La Stampa, ο Πότσο μετέδιδε τον θρίαμβο της δικής του ομάδας με ύφος λιτό στομφώδη ρητορεία του Φασισμού. Αυτό το εν είδει De bello gallico του ποδοσφαίρου, μία απλή τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός μεγάλου γεγονότος, κατόρθωνε να δείχνει το μεγαλείο του αθλήματος και της κοινωνικής του σημασίας, τα άθλα του Μεάτσα και του Πιόλα, την αξία του fair play, αλλά όχι να ταυτίζεται με τον όχλο των μελανοχιτώνων και τα χαμηλά τους ένστικτα, τη βία και τη μισαλλοδοξία τους.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

ΝΑΤΟ: Η Κίνα παρακολουθεί και διδάσκεται…

Η Άγκυρα προωθεί την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου

Ξεκινά 1η Φεβρουαρίου η προπώληση εισιτηρίων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Εντείνεται ο απεργιακός αγώνας στη Βρετανία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα