ΑΘΗΝΑ
23:24
|
20.06.2024
Ο Δημήτρης Κούλαλης συνομιλεί με την πολιτικό επιστήμονα, εμπειρογνώμονα Πολιτικών Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, για τη σχέση αστυνομίας-πολιτών και το πληττόμενο κύρος του θεσμού.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το 1829, ο σερ Ρόμπερτ Πιλ, ο λεγόμενος πατέρας της σύγχρονης αστυνόμευσης και μετέπειτα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, διατύπωσε τις γνωστές ως εννέα αρχές για την ορθή λειτουργία της αστυνομίας. Σ’ αυτόν τον κατάλογο αρχών αναφέρονταν ότι η ικανότητα της αστυνομίας να ασκεί τα καθήκοντά της, εξαρτάται από την κοινωνική αποδοχή της λειτουργίας της, μα και από την ικανότητά της να εμπνέει και να διατηρεί τον σεβασμό των πολιτών.

Έχει επιτύχει η Ελληνική Αστυνομία τους σκοπούς αυτής της αρχής; Πολύ φοβάμαι πως όχι. Όπως εξηγούσε παλιότερα ο συνταγματολόγος και πανεπιστημιακός Ξενοφών Κοντιάδης: Συστατικό για την καλή λειτουργία της αστυνομίας αποτελεί ο έλεγχος της λειτουργίας της· πράγμα που τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης μηχανισμών ελέγχου, επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων και σαφών δικονομικών συνεπειών σε περίπτωση παραβίασης των νόμων.

Οι μηχανισμοί υπάρχουν. Ωστόσο, οι πρόσφατες αποκαλύψεις του κυριακάτικου Βήματος ήρθαν να αναδείξουν το σάπιο μήλο εντός της ΕΛ.ΑΣ, με τη δυσοσμία αυτή να βγαίνει προς τα έξω. Πολλώ δε μάλλον όταν χρειάζεται η εντολή του αρμόδιου Υπουργού για να σταλούν οι υποθέσεις των πρόσφατων αποκαλύψεων στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων…

Βέβαια, ίσως πει κάποιος: Τώρα μάθατε για τη διαφθορά στους κόλπους της αστυνομίας; Όχι, είναι η απάντηση. Άλλωστε, τα ευρήματα της Έκθεσης της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων το 2021 αποκαλύπτουν εύληπτα τον κύκλο διαφθοράς στην ΕΛ.ΑΣ. αλλά και στο ευρύτερο Δημόσιο. Το πρόβλημα όμως αποκτά ακόμη πιο ζοφερές διαστάσεις όταν διαπιστώνει κανείς πως οι αποκαλυπτικοί διάλογοι του ΒΗΜΑΤΟΣ έλαβαν χώρα, όταν ήδη βρίσκονταν σε εξέλιξη η δική για το κύκλωμα δικηγόρων-μαφιόζων- ανώτατων αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ, γνωστό και ως «Greek Mafia». Μια δική υψηλού συμβολισμού που όχι μόνο δεν έχει λάβει της αντίστοιχης δημοσιότητας από τα μεγάλα ΜΜΕ, αλλά και λόγω της προβληματικής στοιχειοθέτησης των κατηγοριών οδήγησε ήδη στην πρώτη απαλλαγή των 17 εμπλεκομένων.

Σε κάθε περίπτωση, θα παραβιάζαμε ανοιχτές θύρες αν λέγαμε ότι η εικόνα πάνοπλων αστυνομικών απέναντι στη νεολαία και τον κόσμο της εργασίας, την ίδια ώρα που το οργανωμένο έγκλημα φαίνεται να δρα ανεξέλεγκτα είναι όχι μόνο αντιφατική, αλλά και αρκούντως ενδεικτική του προσανατολισμού της παρούσας πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ.

Για τον λόγο αυτόν, το «Κοσμοδρόμιο» επικοινώνησε με την Ντόρα Γιαννάκη, πολιτικό επιστήμονα, εμπειρογνώμονα Πολιτικών Ασφάλειας και Δικαιοσύνης σε μια προσπάθεια να ανοίξει ο διάλογος σχετικά με την ύπαρξη της αστυνομίας, όχι ως φόβητρο για τον μέσο πολίτη, αλλά ως πυλώνας προάσπισης και εγγύησης της ασφάλειας των ανθρώπων αυτού του τόπου.

Της Ντόρας Γιαννάκη

Τα τελευταία τρία χρόνια παρατηρείται μια έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στον θεσμό της αστυνομίας κάτι το οποίο αποτυπώνεται σε όλες τις σχετικές έρευνες. Ενώ το 2017 η εμπιστοσύνη των πολιτών είχε αγγίξει το εντυπωσιακό 70,7% (World Values Survey), τα αντίστοιχα ποσοστά σε πιο πρόσφατες έρευνες φτάνουν μετά βίας το 37%-38% (Prorata 2021, ΚΑΠΑ Research 2022).  Για ποιον λόγο όμως συμβαίνει αυτό, τι μεσολάβησε ώστε να τραυματιστεί τόσο πολύ η σχέση των Ελλήνων πολιτών με την αστυνομία;

Η βασική αιτία ίσως εντοπίζεται στο μοντέλο αστυνόμευσης της «μηδενικής ανοχής» που φαίνεται να εφαρμόζει η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου του Πολίτη, ήδη από το 2019.  Ειδικότερα, το μοντέλο της μηδενικής ανοχής υιοθετεί μια σκληρή προσέγγιση απέναντι στα χαμηλά επίπεδα αταξίας και στη μικροπαραβατικότητα, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να συμβολίσει και μια αδιάλλακτη στάση απέναντι στα πιο σοβαρά εγκλήματα. Τη στρατηγική της μηδενικής ανοχής στη χώρα μας την είδαμε να ξεδιπλώνεται μέσα από διάφορες πολιτικές, όπως ήταν η ίδρυση της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, η δημιουργία της Ομάδας «Δράση», κλπ. Το πεδίο, όμως, πάνω στο οποίο εκδηλώθηκε, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, ήταν η διαχείριση της πανδημίας, καθώς η αστυνομία ήρθε στο προσκήνιο ως ο κυρίαρχος μηχανισμός επιβολής των μέτρων για τον έλεγχο της πανδημίας, με την ορατότητά της να αυξάνεται σε πρωτοφανή επίπεδα. Στο κλίμα αυτό, είδαμε κατασταλτικές μονάδες της αστυνομίας, όπως η Ομάδα «ΔΙ.ΑΣ» και η ΟΠΚΕ, αντί να ασχολούνται με την πρόληψη και την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος, να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του εργασιακού χρόνου τους στον έλεγχο της τήρησης των μέτρων, εστιάζοντας την προσοχή τους στον μέσο πολίτη. Πρακτικά, αυτό σηματοδότησε μια ουσιαστική αλλοίωση του ρόλου και της αποστολής αυτών των μονάδων, την απώλεια της εξειδίκευσής τους και πιθανόν και κατασπατάληση πόρων.

Μια άλλη επίπτωση της ατμόσφαιρας της στρατηγικής «Νόμος και Τάξη» ήταν η μετατόπιση των επιχειρησιακών κανόνων επαφής/εμπλοκής με τους πολίτες, καθώς και μια εντατικοποίηση στη χρήση και στην ένταση της βίας. Αυτό έγινε ιδιαίτερα ορατό σε αρκετά αστυνομικά περιστατικά που αφορούσαν Ρομά, καθώς και σε περιστατικά διάλυσης ειρηνικών, κατά βάση, συναθροίσεων.

Τέλος, μια άλλη ακόμη συνέπεια από την εφαρμογή του μοντέλου της μηδενικής ανοχής υπήρξε η στοχοποίηση συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού, ιδίως όμως των νέων. Σύμφωνα με έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη, το 2021 παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού των καταγγελιών για αστυνομική αυθαιρεσία, ειδικότερα, κατά 41%. Μάλιστα, «το γεγονός ότι οι καταγγελίες για αστυνομική βία και παράτυπες προσαγωγές ή/και συλλήψεις, στο πλαίσιο αστυνομικών ελέγχων για την τήρηση των επιβαλλόμενων μέτρων, αφορούσαν, σε έναν μεγάλο βαθμό, νέους πολίτες, επιχειρηματολογεί υπέρ του ισχυρισμού περί γενικευμένης στοχοποίησής τους».

Σημειωτέον, ότι ενώ το μοντέλο της μηδενικής ανοχής ευαγγελίζεται τη συντριπτική πάταξη του εγκλήματος, στην πράξη αυτό που συμβαίνει – το τελευταίο διάστημα – είναι μια έκρηξη του οργανωμένου εγκλήματος και της πιο βαριάς εγκληματικότητας.

Ο ρόλος της αστυνομίας σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία είναι, ή θα έπρεπε να είναι, η προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών και η καταπολέμηση του εγκλήματος. Όμως, όπως φάνηκε από όλα τα παραπάνω, το μοντέλο της μηδενικής ανοχής κρίνεται αναποτελεσματικό σε επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά και βλαβερό για τη δημοκρατία. Οι πολίτες νιώθουν ανασφαλείς όχι μόνο γιατί η αστυνομία δεν τους προστατεύει επαρκώς από το έγκλημα αλλά και γιατί δε τους προστατεύει, επίσης, από… τον κακό της εαυτό.

Χρειάζεται, επομένως, άμεση αλλαγή αστυνομικού παραδείγματος, με επένδυση στην αστυνομική εκπαίδευση, στην επιστημονική ανάλυση του εγκλήματος, καθώς και σε αυστηρότερους μηχανισμούς αστυνομικής διαφάνειας, λογοδοσίας και πρόληψης φαινομένων αυθαιρεσίας και πιθανής διαφθοράς (στα πρότυπα του βρετανικού Independent Office for Police Conduct). Μόνον έτσι θα αποκατασταθεί η σχέση αστυνομίας-πολιτών και το πληττόμενο κύρος του θεσμού.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Οι πέντε προκλήσεις του νέου Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε

Μπαράζ επαφών Κύπρου-Λιβάνου μετά τις απειλές Νασράλα

Σταϊκούρας: Τον Νοέμβριο η παράδοση του μετρό Θεσσαλονίκης

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω ο υποψήφιος Ρόμπερτ Φ. Κένεντι

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα