ΑΘΗΝΑ
17:03
|
22.04.2024
Ένα είναι το σίγουρο με τον καπιταλισμό: η κρίση θα έρθει, δεν υπάρχει δυστυχώς αμφιβολία για αυτό.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ένα είναι το σίγουρο με τον καπιταλισμό: η κρίση θα έρθει, δεν υπάρχει δυστυχώς αμφιβολία για αυτό. Συχνά στην ιστορία του καπιταλισμού, οι απολογητές του έχουν θριαμβευτικά ισχυριστεί ότι αυτή τη φορά είναι διαφορετικά, ότι έχουν πλέον δαμάσει αυτή την παλιά μάστιγα και ότι μεγάλες κρίσεις δεν θα ξανάρθουν, αφού έχουμε πλέον φτάσει στο τέλος της ιστορίας. Φευ, η κρίση είναι συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού που πρέπει κάθε τόσο να «καθαρίζει» το ταμπλό από τα συσσωρευμένα χρέη, για να προχωρήσει παρακάτω.

Αυτά όλα είναι γνωστά στην πάντα υποψιασμένη αναγνώστρια του «Κοσμοδρομίου» που ποτέ δεν πιστεύει την κυρίαρχη αφήγηση για την κρίση. Η κρίση θα έρθει, πάει και τελείωσε. Το μόνο «μικρό» προβληματάκι που υπάρχει βέβαια είναι ότι δεν γνωρίζουμε ούτε πότε θα έρθει, ούτε πόσο βαθιά θα είναι. Για αυτό και ο συντάκτης του παρόντος, τον «Παπαγάλο» του Ζαχαρία Παπαντωνίου φρονίμως μιμούμενος, όταν τον ρωτούν «για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη / παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή, / ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα, / και τους λέει: καλησπέρα». Και όταν εντυπωσιασμένοι τον ρωτούν «κυρ παπαγάλε, θα ‘χομε την τύχη / ν’ ακούσωμε τί λες και πάρα πέρα;» τότε συμπληρώνει βαθυστόχαστα: «Ένα είναι το σίγουρο με τον καπιταλισμό: η κρίση έρχεται» – και ξεμπερδεύει.

Υπάρχουν όμως κατά καιρούς δείγματα που μας λένε ότι πιθανώς η κρίση ίσως και να είναι πίσω από τη γωνία. Πιάνοντας ένα άλλο, λιγότερο καλότυχο από τον παπαγάλο μας πτηνό, στα ανθρακωρυχεία συνήθιζαν να παίρνουν μαζί τους καναρίνια· αν αυτά ξαφνικά πέθαιναν, αυτό σήμαινε επερχόμενη έλευση δηλητηριωδών αερίων στις στοές. Είχαμε δύο τέτοια νεκρά καναρίνια τελευταία, τα οποία όμως είχαν περίεργο χρώμα· δεν ήταν κίτρινο καναρινί, αλλά μάλλον πράσινο. Ήταν πράσινο σαν το δολάριο.

Τα Καναρίνια της Κρίσης

Το πρώτο καναρίνι ήταν η Silvergate, μια πολύ μικρή καλιφορνέζικη τράπεζα που έφτασε να έχει γύρω στα 12 δισ. δολάρια σε καταθέσεις. Το όποιο ειδικό βάρος είχε, το είχε αποκτήσει από το γεγονός ότι ήταν η μία από τις δύο τράπεζες στην Αμερική που έκαναν συναλλαγές με εταιρίες κρύπτο. (Η άλλη είναι η Signature Bank στη Νέα Υόρκη). Η Silvergate είχε μπλεχτεί ιδιαιτέρως βαθιά με τα κρυπτονομίσματα, με (εντελώς αναμενόμενο) αποτέλεσμα να έχει σοβαρά προβλήματα από τον Νοέμβριο και μετά (όταν έκλεισε η FTX) για να φαλιρίσει τελικά στις 9 Μαρτίου. Το πόσο βαθιά μπλεγμένη στα κρύπτο ήταν φαίνεται από την πρόσφατη «Αναφορά παρακολούθησης των συμφωνιών της Βασιλείας ΙΙΙ» της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS). Σύμφωνα με αυτήν (βλ. κεφάλαιο 7), τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού των τραπεζών όλου του κόσμου σε κρύπτο ανέρχονταν πέρσι στο ασήμαντο ποσό του ενός δισ. ευρώ, ενώ η συνολική παγκόσμια έκθεση σε κρύπτο ήταν κάτω από τα 3 δισ. ευρώ. Τα ποσά αυτά είναι άνευ σημασίας για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, το οποίο δηλαδή δεν έχει έκθεση σε κρύπτο. Όμως, σύμφωνα με την αναφορά, μία και μόνο τράπεζα κατείχε το 61,7% της παγκόσμιας αυτής έκθεσης, δηλαδή ένα ποσό γύρω στα 2 δισ. ευρώ. Η αναφορά δεν λέει ποια είναι αυτή η τράπεζα, αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι επρόκειτο για την Silvergate, την μόνη τράπεζα που είχε δώσει δάνεια έναντι ενεχύρου σε κρυπτονομίσματα. Ήταν μια κίνηση μεγάλου ρίσκου και ακόμα μεγαλύτερης ηλιθιότητας.

Τον Νοέμβριο λοιπόν, όταν έσκασε η FTX, οι κρυπτο-πελάτες της Silvergate έσπευσαν να αποσύρουν τις δολαριακές τους καταθέσεις. Η τράπεζα ξαφνικά βρέθηκε με ένα έλλειμμα ύψους περίπου 8 δισ. δολαρίων. Κανονικά αυτό δεν έπρεπε να είναι πρόβλημα, επειδή θεωρητικά είχε να λαμβάνει από τους δανειολήπτες της: τα βιβλία της δηλαδή έδειχναν ότι είναι μια υγιής τράπεζα που οι πελάτες της μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς. Εδώ όμως είναι η μαγεία του καπιταλισμού: το σύστημα δουλεύει ρολόι μέχρι να… σταματήσει να δουλεύει. Ξαφνικά, ένα πρωινό, οι μέχρι τότε «φερέγγυοι» δανειολήπτες, ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν ρευστό για να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, αφού τα κρύπτο που κατέχουν έχουν καταρρεύσει. Γυρνάνε στους δικούς τους πελάτες ζητώντας τα χρεωστούμενα και ξαφνικά ούτε αυτοί τα έχουν – και η αλυσίδα συνεχίζεται επ’ άπειρον. Έτσι, στις 9 Μαρτίου η τράπεζα, ανίκανη να καλύψει τις υποχρεώσεις της, πέρασε στα χέρια της ομοσπονδιακής αρχής εγγύησης καταθέσεων (FDIC), η οποία θα προσπαθήσει σε πρώτο χρόνο να την πουλήσει. Προβλέπουμε ότι αυτό θα αποδειχτεί πολύ δύσκολο: καμιά τράπεζα δεν ενδιαφέρεται για το πελατολόγιο που είχε η Silvergate. Θυμηθείτε ότι σύμφωνα με την BIS, η Silvergate ήταν η μοναδική τράπεζα στον κόσμο που είχε πάρε δώσε με κρυπτο-εταιρείες επί της βάσης των κρυπτο-περιουσιακών τους. Οι τράπεζες καλοδέχονται αυτές τις εταιρίες φυσικά, αλλά μόνο όταν έρχονται με δολάρια στα χέρια, όχι με κρύπτο. Επομένως, η ομοσπονδιακή αρχή θα καλύψει τους καταθέτες που δεν πρόλαβαν να αποσύρουν τα λεφτά τους, αλλά μόνο μέχρι του ποσού των 250.000 δολαρίων που είναι εγγυημένο από το κράτος. Πάντως, υπό κανονικές συνθήκες, όσοι έχουν μεγαλύτερες καταθέσεις, θα πάρουν και αυτοί από ομοσπονδιακά ταμεία τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων τους, αν και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και αφού πρώτα ρευστοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας και μοιραστούν τα ψίχουλα που θα προκύψουν.

Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές το σάιτ της τράπεζας εξακολουθούσε να είναι ονλάιν, αν και φυσικά δεν μπορούσαν να γίνουν πλέον συναλλαγές σε αυτό. Πληροφορούμαστε εκεί ότι έχουμε καλούς λόγους να κάνουμε συναλλαγές με την τράπεζα:

* Την ηγετική τεχνολογική της θέση, αφού η τεχνολογική αλλαγή είναι στο DNA της.

* Την ισχυρή συνεργασία που θα μας παρέχει, μένοντας πάντοτε στο πλάι μας,

* Την ανώτερη φιλική εξυπηρέτηση – και, κυρίως, ας τονιστεί αυτό,

* Την αυστηρή συμμόρφωση με τους κανονισμούς της κεντρικής Τράπεζας, κάτι που της επιτρέπει, μαζί με τα χρόνια εμπειρίας, να κρατά τους πελάτες της ασφαλείς. Εντελώς ασφαλείς.

Τω όντι, εξαιρετικά και πρωτότυπα επιχειρήματα. Το ρομποτικό αυτό κείμενο θα μπορούσε να το είχε γράψει οποιοσδήποτε από τους υπουργούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη (ταιριάζει πολύ πάντως με τον Χατζηδάκη). Ας σημειώσουμε επίσης, όχι χωρίς μια μεγάλη δόση χαιρεκακίας, τις διθυραμβικές κριτικές που είχαν δώσει οι «επαΐοντες» των μεγάλων αμερικανικών μέσων (Wall St. Journal, CNBC κλπ.), κριτικές που ακόμα βρίσκονται αναρτημένες στο σάιτ. Η Silvergate, μαθαίνουμε, είναι «κλειδί για την ανάπτυξη της βιομηχανίας ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων», έχει μια «εντυπωσιακή στάση στον μουχλιασμένο κόσμο της τραπεζικής» και είναι «ο αγαπημένος τραπεζικός προορισμός (‘go-to bank’) της βιομηχανίας κρυπτονομισμάτων». Μιλάμε για μεγάλη διορατικότητα και μπράβο στα μεγάλα ειδησεογραφικά μέσα.

Ακόμη περισσότερα καναρίνια

Η Silvergate ήταν ένα μικρό καναρινάκι. Μία μόλις μέρα μετά, στις 10 Μαρτίου, «έσκασε» ένα δεύτερο και πολύ μεγαλύτερο καναρίνι. Ήταν μια άλλη καλιφορνέζικη τράπεζα, η Silicon Valley Bank (SVB), η 16η μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ με καταθέσεις πάνω από 200 δισ., δηλαδή όσο περίπου το ΑΕΠ της Ελλάδας. Η SVB αντιστοιχούσε περίπου σε λίγο πάνω από 1% της εμπορικής τραπεζικής αγοράς των ΗΠΑ, ποσοστό μικρό μεν, αλλά όχι εντελώς ασήμαντο, όπως ήταν η Silvergate. Για την ακρίβεια είναι η δεύτερη μεγαλύτερη κατάρρευση αμερικανικής τράπεζας στην ιστορία, μετά την Washington Mutual που «έσκασε» το 2008, που ήταν, θυμίζουμε, χρονιά κρίσης. Πριν εξετάσουμε τους λόγους της κατάρρευσης, δεν αντέχουμε να μην παρατηρήσουμε ότι μόλις στις 6 Μαρτίου, η SVB στον επίσημο λογαριασμό της στο twitter, μας εξηγούσε πόσο περήφανη ήταν που το (πάντα έγκυρο και ενήμερο) Forbes την είχε ανακηρύξει για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά μια από τις τράπεζες της χρονιάς και μελλοντικούς leader της τραπεζικής. Μπράβο λοιπόν και στο αξιόπιστο και διορατικό Forbes.

Όπως φαίνεται από το όνομά της, η τράπεζα ήταν συνδεμένη κυρίως με την Silicon Valley, ένα τοπωνύμιο που έχει μεγαλώσει για να συμπεριλάβει όλες τις νέες τεχνολογικές εταιρείες, ανεξάρτητα του πού βρίσκεται η βάση τους. Εξάλλου πάρα πολλές από αυτές είναι στη Φλόριντα ή τη Νέα Υόρκη και όχι στην Καλιφόρνια. Το πελατολόγιό της ήταν μικρό για αμερικάνικη τράπεζα. Τα τρία τέταρτα των καταθέσεών της προέρχονταν από περίπου 30.000 εταιρίες, όταν τα πελατολόγια των μεγάλων τραπεζών έχουν εκατομμύρια πελάτες, αλλά αυτές οι εταιρείες ήταν όλες τεχνολογικές. Η τράπεζα ήταν ο «αγαπημένος τραπεζικός προορισμός» (go-to bank) τεχνολογικών επιχειρήσεων, αλλά και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών υγείας, ακριβώς όπως η Silvergate ήταν ο προορισμός των ιδεολόγων αλογομούρηδων των κρύπτο.

Για τις μικρές και μεσαίες start-ups (νεοφυείς επιχειρήσεις) του κλάδου, η συνεργασία με την τράπεζα αυτή ήταν περίπου υποχρεωτική. Παρένθεση: «Νεοφυές» είναι στην βοτανική το φυτό που μόλις βλάστησε, το φιντάνι, το βλαστάρι. Κάποιος αρχαιόπληκτος νους που προσπαθούσε να μεταφράσει το «start-up», χαζεύοντας στο λεξικό έπεσε πάνω στο λήμμα αυτό της βοτανικής και το μάτι του άστραψε. Έκτοτε, η «νεοφυής επιχείρηση» και σε ένα βαθμό και ο «τεχνοβλαστός», είναι λέξεις που κάθε σύγχρονος άντρας με ενδιαφέροντα και κάθε μοντέρνα μπίζνες γούμαν πρέπει να ξέρουν να χρησιμοποιούν με φυσικότητα στις χαλαρές κοινωνικές τους συναναστροφές ή όταν φλερτάρουν.

Η σημασία της τράπεζας αυτής έγκειτο στην «ειδική» σχέση που είχε με τα «επιχειρηματικά κεφάλαια» (venture capital), που είναι οι φεουδάρχες του επιχειρηματικού οικοσυστήματος της Silicon Valley. Τη στενή αυτή σχέση την είχε καλλιεργήσει συστηματικά από την δεκαετία του ’80 και μετά, με επιμονή, υπομονή και διάφορα «δωράκια», όπως χρηματοδότηση ακριβών διακοπών για τα αφεντικά των αντίστοιχων επιχειρήσεων. Ξέρουμε λοιπόν ότι η SVB ήταν ο δερβέναγας, το μαντρόσκυλο των venture capitals που πίεζαν τις επιχειρήσεις που χρηματοδοτούσαν να συναλλάσσονται με αυτήν, ώστε να κλείνει το κύκλωμα και να υπάρχει έλεγχος.

Εδώ χρειάζεται να πούμε δυο λόγια για τα venture capital, τα οποία συμβαίνει να είναι και η επαγγελματική ιδιότητα του Μωυσή Μητσοτάκη. Πράγματι, σύμφωνα με το βιογραφικό στην προσωπική του ιστοσελίδα, «μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάστηκε ως ανώτατο στέλεχος επενδύσεων στην Alpha Ventures της Alpha Bank και στη συνέχεια [έναν χρόνο αργότερα] μετακινήθηκε στον Όμιλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Διετέλεσε για τρία χρόνια Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Επιχειρηματικών Συμμετοχών, την οποία και ανέδειξε σε κορυφαία εταιρεία στην ελληνική και βαλκανική αγορά του private equity και του venture capital». Όλα αυτά μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Δικαίως βραβεύτηκε για αυτά τα εκπληκτικά επιτεύγματά του «το 2003 από το World Economic Forum ως Global Leader for Tomorrow». Ήταν πασιφανέστατα μια εντελώς αντικειμενική, αξιοκρατική και άριστη βράβευση. Ο Μωυσής λοιπόν, μετά από αυτά τα τέσσερα θαυματουργά χρόνια (που οι κακές γλώσσες λένε ότι οφείλονται σε ρουσφέτι του Κωστόπουλου της Alpha στον μπαμπά Μητσπτ’ακη, αφού για χάρη του Μωυσή άνοιξε το γραφείο venture capital της τράπεζας) δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες του, αποφάσισε να αγωνιστεί αφιλοκερδώς και στη σκληρή και αγνώμονα κονίστρα της πολιτικής με τα γνωστά εξαιρετικά αποτελέσματα. Το θέμα όμως είναι ότι ο Μωυσής δεν είναι κανένας ανεπάγγελτος (σαν κάτι άλλους στην πολιτική) αλλά έχει πίσω του τέσσερα ολόκληρα χρόνια εμπειρίας στα βαλκανικά venture capitals, χρόνια που μετρούν για ολόκληρη καριέρα. Μπράβο επομένως και του Μωυσή.

Πώς να σκέφτεστε «Έξω από το Κουτί»

Τα venture capitals λοιπόν είναι σε γενικές γραμμές κεφάλαια που κάνουν επενδύσεις υψηλού ρίσκου σε νέες και όχι δοκιμασμένες ιδέες. Έχεις μια καλή ιδέα; Βρίσκεις το κατάλληλο VC, του κάνεις μια παρουσίαση και αν το πείσεις, αυτό θα σε χρηματοδοτήσει ζητώντας συχνά ως αντάλλαγμα όχι επιστροφή του δανείου όπως μια τράπεζα, αλλά ένα τμήμα της μελλοντικής επιχείρησης, να γίνει δηλαδή συνεταίρος σου. Είναι επομένως ταυτόχρονα και κεφάλαιο συμμετοχών ή αμοιβαίο κεφάλαιο. Τα VC χρηματοδοτούν πολλές μικρές επιχειρήσεις που δεν βρίσκουν χρηματοδότηση από πιο συμβατικές πηγές. Οι περισσότερες από αυτές κλείνουν γρήγορα, άρα τα λεφτά της επένδυσης χάνονται. Οι λίγες όμως νεοφυείς επιχειρήσεις που επιζούν ανοίγουν νέους δρόμους, νέες αγορές κλπ., άρα αναπτύσσονται εκθετικά. Το VC περιμένει ένα σοβαρό κομμάτι από αυτήν την ανάπτυξη, ώστε να ρεφάρει για όλες τις υπόλοιπες που έχουν κλείσει.

Τα VC έγιναν σημαντικό στοιχείο του αμερικάνικου και παγκόσμιου καπιταλισμού από τη δεκαετία του ’80 και μετά, όταν η έλευση του νεοφιλελευθερισμού άλλαξε τις ιδεολογικές ισορροπίες με την επιμονή του στις νέες τεχνολογίες, την τεχνολογική ασυνέχεια (disruption), τη δημιουργική καταστροφή, τον επιθετικό καπιταλισμό του FIRE (finance, insurance, and real estate). H πραγματικότητα είναι βέβαια ότι από αμιγώς τεχνολογική σκοπιά οι τελευταίες δεκαετίες είναι από τις πιο άγονες της ιστορίας του καπιταλισμού. Η τελευταία μεγάλη «ασυνέχεια» ήταν το Διαδίκτυο, από τη δεκαετία του ’90 και μετά. Λίγο αργότερα είχαμε τα κινητά τηλέφωνα. Και αυτό είναι όλο. Ο συνδυασμός των δύο αυτών γέννησε βέβαια αρκετές από τις σημαντικές πολυεθνικές που είναι σήμερα καθημερινά ονόματα, αλλά μπορείτε να συγκρίνετε αυτές τις προόδους με την περίοδο 1890-1920 που είδε μεταξύ άλλων εξηλεκτρισμό, τηλέφωνο, αυτοκίνητο και βιομηχανική αλυσίδα παραγωγής, ραδιόφωνο, κινηματογράφο, τη σύγχρονη μορφή πολέμου και το αεροπλάνο, ή τη δεκαετία του 1950 με πυρηνική ενέργεια, μαζικοποίηση υπερατλαντικών πτήσεων, τηλεόραση, διαστημική τεχνολογία και λευκές συσκευές στο σπίτι (ειδικά το ψυγείο και το πλυντήριο ήταν τεράστιας σημασίας βιομηχανικές καινοτομίες) και καταλαβαίνετε τη διαφορά.

Αλλά το σημαντικό στοιχείο των «νέων τεχνολογιών» εν γένει δεν είναι το καθαυτό τεχνικό κομμάτι τους, τι είδος των μικροτσίπ περιέχουν ή τι είδους οθόνες χρησιμοποιούν, αλλά το ότι είναι τεχνολογίες υποταγής της εργασίας – και σε αυτόν τον τομέα τα τελευταία χρόνια έχουν όντως υπάρξει μεγάλες πρόοδοι για το κεφάλαιο. Δεν υπάρχει οργανωμένο εργατικό κίνημα: η παραγωγή, ακολουθώντας το παράδειγμα των βρετανικών ανθρακωρυχείων επί Θάτσερ, μετακομίζει εκτός συνόρων στο παραμικρό σημάδι εργατικής διεκδικητικότητας και οι αυτοματισμοί έχουν κατά προτεραιότητα εφαρμοστεί σε «απείθαρχους» τομείς. Ο ρόλος των νεοφυών εταιριών και των VC πίσω από αυτές ήταν κεφαλαιώδης (πρωτίστως ιδεολογικά), τόσο που αρκεί εργασιακή εμπειρία λίγων χρόνων στον τομέα για να γίνει κανείς αναμορφωτής πρωθυπουργός. Η αναγνώστρια του άρθρου δεν έχει παρά να αναλογιστεί πόσο πολύ την έχουν πρήξει ο τηλεοπτικός και ο πολιτικός λόγος με τη διαρκή επίκληση μιας αόριστης «καινοτομίας» που συνδέεται με μια εξίσου μη οριζόμενη «αριστεία». Ή πάλι, το πόσο σημαντικό είναι να σκεφτόμαστε «έξω από το κουτί» (out of the box, που λέμε στα ελληνικά), τόσο σημαντικό, που όλοι σκέφτονται «έξω από το κουτί» με έναν κουραστικά ομοιόμορφο και συχνά «τοξικά» μισαλλόδοξο κομφορμισμό [μα γιατί ξαφνικά όλα έχουν γίνει τόσο «τοξικά»;].

Όσο για αυτούς που επιμένουν να σκέφτονται και λίγο «μέσα» στο κουτί, που βρίσκονται επομένως στη λάθος «πλευρά της ιστορίας», δεν τους μένουν πολλά, μόνο να χαμογελούν κουρασμένα με τη βιομηχανική ομοιομορφία των εξαιρετικά «πρωτότυπων» και ρηχών αυτών στερεοτύπων που έρχονται κατευθείαν από τον αγγλοσαξονικό κόσμο και καταναλώνονται αμάσητα και εγχωρίως.

Το ενδιαφέρον λοιπόν εδώ είναι ότι προτεραιότητα αυτού του μηχανισμού παραγωγής «νέων» τεχνολογιών δεν είναι (μόνο) τα λεφτά, είναι το μήνυμα που πρέπει να σταλεί. Η νέα τεχνολογία είναι πρωτίστως παλιά ιδεολογία, ιδεολογία που χρησιμεύει τόσο για κατανάλωση από την πλέμπα (από εμάς δηλαδή, αγαπητή αναγνώστρια) όσο όμως και από τα αφεντικά που την αγοράζουν παραδόξως και αυτά σαν να είναι ναρκωτικό για «τοξικο»-εξαρτημένους. Ένα μόνο παράδειγμα: Η Uber που είναι μια πολυεθνική εταιρία που βασίζεται σε μια «πλατφόρμα», μια εφαρμογή για κινητά δηλαδή, για ταξί τα οποία όμως ανήκουν σε ιδιώτες που χρησιμοποιούν το αυτοκίνητό τους. Όπως δηλαδή στο Airbnb νοικιάζεις το σπίτι σου και την εργατική σου δύναμη, έτσι στο Uber νοικιάζεις το αμάξι σου. Η Uber λοιπόν δεν έχει κέρδη. Δεν είχε ποτέ κέρδη. Χάνει δισεκατομμύρια κάθε χρόνο. Η Uber αυτή τη στιγμή έχει συσσωρευμένες απώλειες που ξεπερνούν τα 33 δισ. δολάρια. Είναι εδώ και χρόνια καθαρό ότι το «επιχειρηματικό σχέδιό» της (business plan στα ελληνικά) δεν είναι καλύτερο ή πιο κερδοφόρο από τα κλασικά ταξί, ούτε μπορεί να έχει πλεονεκτήματα λόγω κλίμακας, επειδή τα έξοδα αυτοκίνησης κλιμακώνονται ανάλογα με το μέγεθος, κάτι που δεν ισχύει λ.χ. για τις εμπορικές αλυσίδες και τις βιομηχανικές και τραπεζικές πολυεθνικές, οι οποίες έχουν μειωμένο, έστω και λίγο, κόστος ανά μονάδα προϊόντος όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθός τους. Και όμως, η Uber εξακολουθεί να βρίσκει κορόιδα που την χρηματοδοτούν στο χρηματιστήριο, εξακολουθεί να μπορεί να δανείζεται δισ. από τις τράπεζες. Γιατί; Για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους και οι ιδεολογικοί.

Από την μία πλευρά η εταιρεία έχει καταφέρει να διαπλακεί πολύ καλά με τις πολυεθνικές ενημέρωσης, προσφέροντας άπλετη προπαγάνδα. Οι υποσχέσεις κερδοφορίας επαναλαμβάνονται ετησίως πολύ πειστικά μεν, χωρίς ποτέ να εκπληρώνονται δε. Το μοντέλο της gig economy (ο όρος που τείνει να επικρατήσει στα ελληνικά, «οικονομία διαμοιρασμού», είναι εννοιολογικά εντελώς λανθασμένος), υπόσχεται ότι μπορεί να κρατήσει χαμηλά τα έξοδα για εργατικά και αναλώσιμα, ένα πολύ θελκτικό επιχείρημα. Στο Airbnb λ.χ. τα εργατικά και τα έξοδα για απορρυπαντικά, καθαριότητα, εφορία, ασφάλιση κλπ. είναι όλα του ιδιοκτήτη του ακινήτου. Αντίστοιχα και στο Uber το σέρβις του αυτοκινήτου κλπ. Το μοντέλο ακούγεται πολύ καλό, αν και έχει το μειονέκτημα να μην αφήνει μακροπρόθεσμα επαρκή μισθό στον εργαζόμενο (που για την εταιρεία είναι «συνεργάτης») για να αναπαραχθεί, άρα είναι μη βιώσιμο. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι ίδιοι οι «νέοι καπιταλιστές», οι ήρωες της νέας οικονομίας, τα VC, οι εταιρείες συμμετοχών και οι τράπεζες έχουν καταπιεί αμάσητο το παραμύθι που οι ίδιοι μας ταϊζουν και συνεχίζουν να χρηματοδοτούν τέτοια χαμένα πρότζεκτ ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή η Uber θα γίνει αυτό που υπόσχεται εδώ και είκοσι χρόνια, δηλαδή κερδοφόρα, αγοράζοντας τις μετοχές της στο χρηματιστήριο. Δυστυχώς, το μοντέλο που βασίζεται στο κάψιμο κεφαλαίων, φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του.

Η ξαφνική κατάρρευση της Silicon Valley Bank, μιας τόσο κομβικής για την εμπέδωση της ιδεολογίας της καινοτομίας τράπεζας, είναι σημαντική περισσότερο για ιδεολογικούς, παρά για οικονομικούς λόγους. Από τη μία δείχνει προς τα έξω ότι το μοντέλο της τεχνολογικής «αειφορίας», η «νέα οικονομία», οι καινοτομίες και οι αριστείες είναι βασικά συστημικά ψεύδη, απλώς δικαιολογίες ενός κενολόγου συστήματος εκμετάλλευσης που πλασάρει κενοτομίες για καινοτομίες. Από την άλλη μεριά, η αυτοαντίληψη των πελατών της, η ιδέα που έχουν οι πυλώνες του συστήματος για αυτό, ξαφνικά κλονίζεται από μέσα. Αν τα venture capitals, οι πρωτοπόροι και ηγέτες του συστήματος σταματήσουν να κάνουν νέες επενδύσεις, επειδή δεν πιστεύουν ότι αυτές θα κερδοφορήσουν, είναι σαν να φοβούνται. Αυτός ο φόβος είναι σημαντικότερος και επιδραστικότερος από τον φόβο παραδοσιακότερων βιομηχανικών κλπ. κεφαλαίων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται από τις τάσεις που διαμορφώνουν οι πρωτοπόροι.

Η «καινοτομία» είναι ένα ιδεολογικό υπόδειγμα, το ιδεολογικό υπόδειγμα της περιόδου, μια περισσότερο θρησκευτική παρά οικονομική έννοια. Ιερατείο της, αυτοί που μοιράζουν την θεία κοινωνία της, που είναι οι ηγέτες του μέλλοντος κλπ. κλπ., είναι τα VC. Η αστάθεια λοιπόν σε αυτόν τον τομέα δεν είναι σύμμορφη με το καθαυτό μέγεθος του τομέα, είναι πολύ μεγαλύτερη. Αν οι νέες τεχνολογίες φτερνίζονται, είναι μεγάλες οι πιθανότητες ο καπιταλισμός να έχει πνευμονία.

Πρελούδιο για Κρίση;

Τα δεδομένα σχετικά με την κατάρρευση της SVB έχουν εν συντομία ως εξής: Το 2021 η τράπεζα βρέθηκε με τεράστια ρευστότητα στα ταμεία της, λόγω της ξαφνικής εισροής κεφαλαίων από νεοφυείς επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της επιδημίας. Η τελευταία, όσο καταστροφική ήταν για τα κατώτερα στρώματα, τόσο αποτέλεσε ευλογία για το μεγάλο κεφάλαιο και τα διάφορα επενδυτικά σχήματα που μάζεψαν χρήμα με ουρά στο χρηματιστήριο. Το χρήμα αυτό διοχετεύτηκε σε άπειρες νεοφυείς επιχειρήσεις, τόσο πολλές που δεν είναι παρακινδυνευμένο να πούμε ότι θα έχουμε σύντομα ένα κύμα από χρεωκοπίες ανάμεσά τους: είναι αδύνατο να επιζήσουν όλες. Οι νεοφυείς το κατάθεσαν στην τράπεζά «τους», την SVB. Η τράπεζα βρέθηκε με το ευχάριστο πρόβλημα να μην ξέρει τι να κάνει τόσο χρήμα. Με δεδομένη την περίσσεια χρήματος στην πιάτσα, δεν είχε καν που να το δανείσει, δεν υπήρχαν υποψήφιοι δανειολήπτες.

Τα στελέχη της επιχείρησης είναι πιθανό να σκέφτηκαν αρχικά να επενδύσουν στην Uber, δεν ξέρουμε. Μάλλον όμως, ύστερα από σκέψη, τους φάνηκε καλύτερο να βάλουν τα λεφτά κάπου που να τα πάρουν πίσω. Έβαλαν λοιπόν πάνω από 80 δισ. σε μακροπρόθεσμα ενυπόθηκα χρεόγραφα, που τότε έδιναν πολύ αξιοπρεπείς αποδόσεις. Μετά όμως από λίγους μήνες ήρθαν πρώτα το πληθωριστικό επεισόδιο (τμήμα της αιτιολογίας του οποίου ήταν ακριβώς η περίσσεια χρήματος από την οποία ξεκινήσαμε) και μετά οι αυξήσεις των κρατικών επιτοκίων που σκοπό έχουν να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό (αν και στην πραγματικότητα καμία σχέση δεν έχουν με αυτόν, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση). Το αποτέλεσμα ήταν τα ομόλογα της SVB να χάσουν την αξία τους και η τράπεζα να «γράψει» απώλειες μερικών δισ. δολαρίων. Βέβαια μιλάμε για απώλειες στα χαρτιά, όχι για πραγματικά χρέη και αν τα πράγματα συνέχιζαν καλά, κανείς δεν θα είχε πάρει είδηση τίποτε.

Όμως τα πράγματα δεν συνέχισαν καλά: τα VC σταμάτησαν να σκορπάνε χρήμα με τη σέσουλα και άρα οι νεοφυείς χρειάστηκαν τις καταθέσεις τους στην τράπεζα για μισθοδοσίες κλπ. Οι καταθέσεις από 200 δισ. που ήταν πέρσι, έπεσαν μέσα σε λίγους μήνες στα 165 δισ. φέτος. Η τράπεζα χρειάστηκε ρευστό για να καλύψει τη ζήτηση και την Τετάρτη 8 του μηνός άρχισε να πουλάει μερικά από τα υποτιμημένα ομόλογα με χασούρα. Τα VC πήραν μυρωδιά τι γίνεται την Πέμπτη 9 Μαρτίου. Τράπεζα που πουλάει με χασούρα είναι προβληματική, άρα και αυτά άρχισαν να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από αυτήν. Την Παρασκευή το πρωί μαθεύτηκε ότι η απόσυρση αυτή ανερχόταν στο ποσό των 42 δισ. μέσα σε ένα απόγευμα: το ποσό είναι εξωπραγματικό για τα μεγέθη της τράπεζας και μέχρι το μεσημέρι, μέσα σε λιγότερο από οκτώ ώρες, η τράπεζα είχε καταρρεύσει.

Γιατί όλα αυτά είναι άσχημα νέα γενικότερα για το σύστημα; Επειδή σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν άλλα λεφτά για «κάψιμο» στην πιάτσα, σαν τα λεφτά που χρηματοδοτούν την Uber, σαν τα λεφτά που χρηματοδοτούν τις πάμπολες και πολύ σπάταλες νεοφυείς. Αυτό τέλειωσε, κάτι που το έδειξε ήδη από το 2021 το γεγονός ότι η SVB δεν είχε τι να κάνει τα μετρητά της: δεν υπήρχαν επικερδείς επενδύσεις, έστω και του τύπου του φανταστικού κεφαλαίου, των ψευδών υποσχέσεων δηλαδή μελλοντικής κερδοφορίας πάνω σε μετοχές. Η τράπεζα προτίμησε τις χαμηλές, αλλά «σίγουρες» επενδύσεις σε ομόλογα και όχι το χρηματιστήριο. Και αυτό είναι μια γενική τάση: Στις ΗΠΑ η χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων από VC το 2022 κατέρρευσε σε σχέση με μια χρονιά πιο πριν κατά 37%, ένα τεράστιο ποσοστό. Φέτος τα πράγματα θα είναι, όπως φαίνεται, χειρότερα. Ακόμα και οι πιο μεγάλες πολυεθνικές του χώρου της τεχνολογίας, που είναι πάντα συντηρητικές στις κινήσεις τους, ώστε να μην δείξουν σημάδια αδυναμίας, μπήκαν στη νέα χρονιά συναγωνιζόμενες ποια θα απολύσει περισσότερους εργαζόμενους, προφασιζόμενες την «αποτελεσματικότητα» και την «αποδοτικότητα», λέξεις που φοριούνται σε εποχές κρίσης μαζί με την «λιτότητα». Προσθέστε σε αυτό και τις επερχόμενες καταρρεύσεις όσων κρύπτο έχουν μείνει όρθια (με πρώτο ανάμεσά τους το ανταλλακτήριο Binance και έπεται φυσικά συνέχεια) και φαίνεται πως πάμε για μια πολύ χορευτική χρονιά…

Η κατάρρευση της SVB θυμίζει το πώς ξεκίνησε η κρίση το 2008 με την κατάρρευση της μικρής επενδυτικής τράπεζας Bear Stearns, μόνο που αυτή τη φορά η κρίση δεν είναι τόσο στις τράπεζες, αλλά μάλλον σε εκείνον τον τομέα που στηρίζει το αφήγημα της υπεροχής της Αμερικής, τις «νέες τεχνολογίες». Μια κρίση τώρα, πάνω στην όξυνση του οικονομικού πολέμου με την Κίνα, ενός πολέμου που αιχμή του δόρατός του είναι η υποτιθέμενη τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ (κάτι το συζητήσιμο), θα είχε πολύ βαθιές, απρόβλεπτες διεθνείς συνέπειες.

Θα έχομε λοιπόν κρίση σοφέ δάσκαλε;
Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει…
μα τί να πει; Ξανάπε: «Καλησπέρα».



Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Το Ισραήλ εντείνει τα σχέδια για επίθεση στη Ράφα

Αντιδρά η Παπούα Νέα Γουινέα στις δηλώσεις Μπάιντεν περί κανιβάλων

Ο ΕΦΕΤ ανακαλεί καπνιστή πέστροφα- Περιέχει ακατάλληλους μικροοργανισμούς

Κρεμλίνο: Προειδοποιεί τις ΗΠΑ για αντίποινα σε περίπτωση κατάσχεσης των ρωσικών κεφαλαίων

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα