ΑΘΗΝΑ
12:06
|
28.05.2024
Δεν διακυβεύεται στους δρόμους της Γαλλίας μόνον η μεταρρύθμιση, αλλά η εικόνα του πρώην τραπεζίτη και των κέντρων εξουσίας που τον έφεραν στην προεδρία.
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Ζήλος
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

H πολιτική κατάσταση και ο σοβαρός κοινωνικός κοινωνικός αναβρασμός στη Γαλλία είναι τέτοιος που δεν χωρεί πλέον αμφιβολία. Ακόμα και οι ίδιοι οι Γάλλοι έχουν αντιληφθεί ότι η χώρα αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη κρίση της από τον Μάη του ‘68. Ο μόνος, ο οποίος με αλαζονικό μάλιστα τρόπο, δεν εννοεί να το παραδεχθεί είναι ο Εμανουέλ Μακρόν. Ο πρόεδρος της Γαλλίας στο διάγγελμά του προς τον γαλλικό λαό εμφανίστηκε για άλλη μια φορά με πατερναλιστική στάση και με μία μεγαλαυχία, ιδίως όταν «προσφέρθηκε» να θυσιαστεί ο ίδιος και η «δημοτικότητά του» για να φέρει εις πέρας τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση. 

Με τη στάση αυτή ο Μακρόν μοιάζει να μην κατανοεί πλήρως την κατάσταση, την οποία προσπαθεί να επιλύσει χωρίς να υποχωρήσει. Αυτό που διακυβεύεται σήμερα στους δρόμους της Γαλλίας, δεν είναι μόνον η μεταρρύθμιση στο συνταξιοδοτικό, δεν είναι μόνον οι οικολογικά καταστροφικές υδρολογικές παρεμβάσεις ή η αμφιλεγόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Δεν είναι μόνον οι κοινωνικές ανισότητες που δημιουργεί η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ακρίβεια. Εκείνο που τίθεται γοερά σε αμφισβήτηση είναι η ίδια η εικόνα του Μακρόν και του είδους της εξουσίας που ο πρώην «τραπεζίτης» εκπροσωπεί μαζί με τα κέντρα που τον έφεραν ως Μεσσία στην προεδρία.

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Ζήλος

Για πολλοστή φορά, ο αυχμηρός Μακρόν αδυνατεί να αντιληφθεί πως δεν πείθει πια η μορφή του ανθρώπου που εμφανίσθηκε ως ‘Deus ex machina’ για να ανορθώσει τη Γαλλία. Όσο και αν τα μίσθαρνα στα κέντρα εξουσίας μέσα ενημέρωσης βάλθηκαν να τον «λουστράρουν» ως τον Βεμπεριανά «χαρισματικό» ορθολογικό ηγέτη που θα περιλάβει μόνος του και θα ελέγχει όλους τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του κράτους, ο Μακρόν ουσιαστικά απαντούσε περισσότερο στην εικόνα που ο Καρλ Σμιτ περιέγραφε στην πολιτική θεολογία της Führenprinzip. O αρχικός, μαυλισμένος επικοινωνιακά, ενθουσιασμός γοργά φυλλορρόησε μπροστά στην αυταρχική διοίκηση και τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις, οδηγώντας στα «Κίτρινα Γιλέκα» . Την πρώτη από τις μεγάλες κρίσεις που ο Μακρόν έδειξε πως δεν μπορεί να τις διαχειριστεί, όπως έγινε και με τη δεύτερη κρίση της πανδημίας, αλλά και με την αποτυχία του «ευρωπαϊκού βοναπαρτισμού του» (μετά την αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ) στο Ουκρανικό.  Σήμερα αποδεικνύει εκ νέου πως δεν είναι ικανός να αντιμετωπίσει ούτε τη δική του υπαρξιακή κρίση, που γίνεται πλέον ορατή, καθώς ο μεγάλος κοινωνικός ξεσηκωμός για το συνταξιοδοτικό, σηματοδοτεί την κρίση του βολονταρισμού της ηγεσίας και του θεσμικού εκείνου ντετερμινισμού, που καθορίζεται από μία ετεροβαρή μετακίνηση των θεσμικών λειτουργιών προς όφελος μόνον των κέντρων εξουσίας.

Ο Μακρόν λησμόνησε πως ο ίδιος είναι ένα «ανδρείκελο» των εξωθεσμικών αυτών κέντρων και πως η επιτυχία του στις δεύτερες εκλογές για την προεδρία δεν οφείλεται στη δική του λάμψη ή την εμπνευσμένη διακυβέρνηση, αλλά αποκλειστικά στον τρόμο που γεννά σε όλους η πιθανότητα εκλογής της Μαρίν Λεπέν στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της Γαλλίας. Στο τηλεοπτικό διάγγελαμ της 22ας Μαρτίου ήταν ορατό πως ο Μακρόν έτρεφε αυταπάτες για τη νομιμοποίηση του αποτελέσματος της εκλογής του, όπως και για την πραγματική κοινοβουλευτική του δύναμη, που μετά βίας υπήρξε ικανή να τον γλιτώσει από την πρόταση μομφής.

Ο Μακρόν εθελοτυφλεί ή απλώς αδιαφορεί για την πραγματική κατάσταση της χώρας, που πραγματικά ο έλεγχός της του έχει ξεφύγει εντελώς από τα χέρια του. Όλα τα συμπτώματα – τα «Κίτρινα Γιλέκα», η πανδημία, οι ορατές επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη στη Γαλλία με απανωτές καταστροφές, ο πόλεμος μέσα στην ίδια την Ευρώπη, η ενεργειακή κρίση και η ακρίβεια, σε συνδυασμό με την καλπάζουσα ανεργία και τις κοινωνικές ανισότητες – φαίνεται πως δεν σημαίνουν τίποτε γι’ αυτόν. Αυτή μάλιστα η αυταπάτη γίνεται κατανοητή από το γεγονός ότι και πάλι ο Μακρόν ως μόνο αντίδοτο στην κοινωνική δυσαρέσκεια ανασύρει τον αυταρχισμό (l’ état c’est moi), την αδιέξοδη αστυνομική καταστολή, που φθάνει σχεδόν στα όρια της αδιαφορίας για την ίδια την ανθρώπινη ζωή, αλλά τη συκοφαντία των αντιπάλων του για λαϊκισμό και αναχρονιστικές ιδέες.

Μόνον που εκείνο το οποίο πλέον τώρα κάθεται στο εδώλιο της κρίσης είναι η αβάσιμη βοναπαρτιστική του αντίληψη, το αυταρχικό κράτος που θέλει να εγκαθιδρύσει, με δοτούς πρωθυπουργούς και κυβερνήσεις, με αδιαφορία προς την Κοινωνία των Πολιτών και με αδιαφορία για τις προσδοκίες του μέσου πολίτη. Η Γαλλία που οραματίζεται ο Μακρόν είναι μία καρικατούρα (μεσαίας) υπερδύναμης, που θα εξυπηρετεί στρατιωτικά και διπλωματικά την επέκταση και τα κέρδη των εθνικών της μονοπωλίων στην ενέργεια, την αμυντική βιομηχανία, τις τράπεζες κλπ. Μόνο που κι εκεί ο Μακρόν δεν τα πήγε καθόλου καλά, όπως αποδεικνύει η στρατιωτική αποχώρησή του από το Μαλί, η αποτυχία του στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η κρίση της Γαλλίας είναι βαθιά και ξεκινάει από πολύ μακριά: από την κρίση στην εργασία μετά το πέρας της Ενδόξου 30ετίας (Trente Glorieuses), την υστέρησή της στην κούρσα της παγκοσμιοποίησης και στην τεχνολογική επανάσταση, την κοινωνική κρίση σε μία χώρα αντιθέσεων που δεν δύναται να διαχειρισθεί το μετααποικιακό της μεταναστευτικό πρόβλημα και τέλος τη θεσμική κρίση και το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης, που κλυδωνίζει τουλάχιστον για δύο δεκαετίες την Πέμπτη Δημοκρατία και έχει εκτοξεύσει την ακροδεξιά απειλή σε επικίνδυνα στενή τροχιά γύρω από την εξουσία.

Όλα αυτά ο Μακρόν τα αγνοεί ίσως γιατί εμπιστεύεται τυφλά τα κέντρα εξουσίας που τον επέβαλαν στην εξουσία. Όμως, ο Γάλλος πρόεδρος αγνοεί επιδεικτικά πως για να επιβληθεί ένα πρόγραμμα πολιτικό απαιτείται το τρίπτυχο όραμα, ενσάρκωση και αφήγηση, που ο πολιτικός εκπέμπει προς το πολιτικό του ακροατήριο. Και τα τρία συνδέονται: πρόκειται για την παρουσίαση ενός οράματος του έθνους μέσω μιας αφήγησης που επιτρέπει στην πλειοψηφία να αναγνωρίσει τον εαυτό της σε αυτό που της αφηγούνται. Και ο ίδιος ο Μακρόν επιλέγει να μην ικανοποιήσει καμία από τις τρεις προκείμενες αυτές.

Ο Μακρόν, όπως και άλλοι ηγέτες πριν από αυτόν, που βάσισαν την επιτυχία τους στην εικόνα που εξέπεμπαν (δες στην περίπτωση της Ελλάδας τον Αλέξη Τσίπρα ή τον Κυριάκο Μητσοτάκη) αγνοεί την ανάλυση του θεμελιωτή της πολιτικής θεωρίας Τόμας Χομπς πως ο πολιτικός δρα όπως ένας ερμηνευτής σε ένα θέατρο, όπου το κοινό αξιώνει από το dramatis personam, όχι απλώς να απαγγέλλει, αλλά να βρίσκει τις ταιριαστές ατάκες και απαντήσεις για να το βοηθήσει στη μέθεξη. Υπό την έννοια της τριπλής απαίτησης που νομιμοποιεί έναν υποψήφιο ηγέτη (όραμα, ενσάρκωση,  αφήγηση), το καθήκον του πολιτικού ηθοποιού είναι πρώτα απ’ όλα να κατανοήσει το έργο που το κοινό περιμένει να ερμηνεύσει και μετά να το παίξει μέσω ενός χαρακτήρα που βρίσκει τις κατάλληλες ατάκες για να κερδίσει υποστήριξη. Όταν ο πολιτικός «ερμηνευτής» προδίδει αυτήν την υποστήριξη, αποτυγχάνοντας να ενσαρκώσει και αφηγηθεί το όραμα (όχι απλά το δικό του) αλλά της πεπεισμένης κοινωνίας, τότε ο πολιτικός βρίσκεται σε αποδρομή.

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Ζήλος

Το κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στην κοινωνία και τον πολιτικό ηγέτη, όπως υπενθυμίζει ο Χομπς, εξαρτάται από τη βούληση των εκπροσωπούμενων να εκχωρήσουν την εξουσία σε κάποιον εντολοδόχο. «Ένα πλήθος ανθρώπων γίνεται ένα μόνο άτομο», έγραφε ο πρωτοπόρος πολιτικός στοχαστής σε ένα από τα πιο δυνατά κεφάλαια στον Λεβιάθαν (κεφάλαιο XVI), «όταν οι άνθρωποι  αντιπροσωπεύονται από έναν άνδρα ή από ένα μόνο πρόσωπο, έτσι ώστε να γίνεται με τη συγκατάθεση κάθε μοναδικού ατόμου αυτού του πλήθους. Γιατί είναι η ενότητα αυτού που αντιπροσωπεύει, όχι η ενότητα του εκπροσωπούμενου, που κάνει το άτομο ένα».  Μια παράδοξη και όμως έγκυρη διαπίστωση: το πλήθος, ο λαός, αυτό το μαγματικό στοιχείο, που εύκολα μπορεί να γίνει έρμαιο και λεία για δυνητικές διχόνοιες, διαφωνίες και συγκρούσεις, συγκροτεί ένα ενιαίο συλλογικό πρόσωπο, μία άρρηκτη υποκειμενικότητα, αμέσως μόλις προβάλλει και αναγνωρίσει τη δική του ενότητα στο πρόσωπο αυτού που προτείνει να το εκπροσωπήσει.

Επομένως, ο εκπρόσωπος και ο εκπροσωπούμενος δεν βρίσκονται σε μια απλή σχέση κυριαρχίας-υποτέλειας, αλλά μάλλον σε μία ενατένιση πρόσωπο με πρόσωπο, όπως μπροστά από έναν καθρέφτη: οι αντιπροσωπευόμενοι κοιτάζουν τον εαυτό τους μέσω του αντιπροσώπου, που έχει αναλάβει το καθήκον να τους συγκροτήσει σε ένα μόνο σώμα μέσα από το δικό του. Μία βασική αρχή, που ισχύει διαχρονικά και παντοτινά και συστηματικά αγνοείται ή το χειρότερο απ’ όλα παραχαράσσεται και σφετερίζεται από τους ηγέτες εκείνους που θέλουν να αυτοπροβάλλονται ως χαρισματικοί και ως σαρξ εκ της σαρκός του λαού.

Ο Μακρόν έχει παραγνωρίσει αυτή τη βασική πολιτική αρχή: ο εκπρόσωπος του λαού δεν έχει εφεύρει ο ίδιος τον ρόλο του, αλλά είναι ο απλός ερμηνευτής του έργου που ο λαός θέλει εκείνη τη στιγμή, όχι να παρακολουθήσει, αλλά να συμμετέχει στη συγγραφή του. Για τούτο, ακόμη και παλιοί σύμβουλοι του δεξιού Σαρκοζί καλούν ενδεικτικά τον Μακρόν να «ξαναδώσει τον λόγο στον λαό».  Με την εκλογή κάποιου ηγέτη, η κοινωνία δεν θέλει απλά να εμπιστευθεί μέσω μίας λευκής επιταγής, τη μοίρα της σε κάποιον. Απεναντίας, επιδιώκει να ξανασυσταθεί σε ένα σώμα, σε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, όπως γίνεται σήμερα με τις διαδηλώσεις . Η κοινωνία θέλει να διαμορφώσει νέες σχέσεις συνεργασίας μεταξύ των πολιτών, νέες σχέσεις συνείδησης, όπως γίνεται σήμερα με τη συνεργασία των εργαζομένων μεταξύ τους (πυροσβέστες, υπάλληλοι στην ύδρευση, στην καθαριότητα, αγρότες και οικολόγοι) απέναντι στην απειλή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Σήμερα, η γαλλική κοινωνία έχει συσπειρωθεί σε ένα σύνθημα που ξεπερνά τη στενή τεχνοκρατική έννοια του συνταξιοδοτικού και αποκτά διαστάσεις ανασύνθεσης μίας κοινωνίας πολιτών ενάντια σε ένα γραφειοκρατικό κι αυταρχικό κράτος.

Ένας αγώνας , απέναντι σε μία ελίτ «αφεντικών» που περιπαίζουν τους υποτελείς, δηλώνοντάς τους πως (όπως λέει και ο Μητσοτάκης) πρέπει να βάλουν πλάτη, προσφέροντας το τομάρι τους με αντάλλαγμα την «αναγνώριση της δικής τους ταυτότητας μέσα από την υποτελή τους σχέση», σύμφωνα με την γνωστή μεταφορά του δούλου-αφέντη στη Φαινομενολογία του Πνεύματος.

Έναν αφέντη που όπως και ο Μακρόν, ο αφέντης κερδίζει την κυριαρχία του, αγωνιζόμενος έως το τέλος για την αναγνώρισή του, έτοιμος ακόμη και να δώσει τη ζωή του, όπως θα έλεγε και ο Γάλλος πρόεδρος ανατριχιαστικά απηχώντας το ίδιο λεξιλόγιο με τον Χέγκελ.  Αντίθετα, ο δούλος φοβάται για τη ζωή του, συνθηκολογεί και αποδέχεται την υποτέλειά του. Μόνο, που στην περίπτωση της Γαλλίας -και είθε και στην Ελλάδα- ο λαός όσο τον χαλυβδώνει η κατασταλτική απάντηση του κράτους τόσο περισσότερο συγκροτείται σε ένα νέο στιβαρό υποκείμενο.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μαζικές διαδηλώσεις σε Μαγιόρκα, Μινόρκα και Ίμπιζα κατά του υπερτουρισμού

Στις Βρυξέλλες ο Ζελένσκι για διμερή συμφωνία ασφαλείας και F-16

Επίθεση Μητσοτάκη σε συγγενή θύματος των Τεμπών καταγγέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ

Τελικός Conference League: ΗΣΑΠ μόνο για οπαδούς

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα