ΑΘΗΝΑ
16:22
|
24.05.2024
Τα ματωμένα χέρια που σηκώνουν τα εμβλήματα ομάδων, ρυπαίνοντάς τα συστηματικά, δεν έχουν θέση ούτε στα γήπεδα, ούτε στις Λεωφόρους, ούτε πουθενά.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

«Σκοτώστε με έξω απ’ το προποτζίδικο
καθώς θα βγαίνω με το χέρι μου στη τσέπη
Πριν γίνω πλούσιος με πλούτο αεριτζίδικο
Πριν κρεμαστώ στο Χ το ξύλινο ενός ντέρμπι»

Ορφέας Περίδης, Ντέρμπι Χούλιγκανς

Δεν πέρασαν ούτε μερικές εβδομάδες από την καταδίκη των δολοφόνων του 19χρονου Άλκη Καμπανού που δολοφονήθηκε από θρασύδειλους οπαδούς του ΠΑΟΚ στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, λίγα τετράγωνα πιο μακριά από το σπίτι του. Και θρηνούμε ακόμα έναν νεκρό, θύμα της τυφλής οπαδικής βίας και του φασισμού που έχει στεριώσει εντός των γηπέδων.

Ο 29χρονος Μιχάλης, φίλος της ΑΕΚ, από σήμερα δεν είναι πια μαζί μας γιατί έτσι το θέλησαν ορισμένοι Κροάτες νεοναζί οπαδοί της Ντιναμό Ζάγκρεμπ που ταξίδεψαν 1.500 χιλιόμετρα με την πλήρη ανοχή των ελληνικών αρχών, ώστε να κάνουν μακελειό στη Νέα Φιλαδέλφεια της Αθήνας.

Και φυσικά είχαν συνεργούς, είχαν την άριστη καθοδήγηση από τους φασίστες ούλτρας οπαδούς του Παναθηναϊκού, που τους άνοιξαν τις αγκάλες και τους έβαλαν μέσα στην πόλη, τους έδειξαν τα κατατόπια για να μην χαθούν στους δρόμους των Αθηνών, τους πήραν χέρι-χέρι στον ΗΣΑΠ και τους έφεραν έξω από το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας.

Το «Έτσι γαμάει η Λεωφόρος, ρε» σε άπταιστα ελληνικά που ακούγεται την ώρα του πογκρόμ δύσκολα να το βροντοφώναξε κάποιος Κροάτης οπαδός, όσο «φιλέλληνας» και αν είναι, λέμε τώρα.

Ώστε, έτσι γαμάει η Λεωφόρος, ρε; Με οργανωμένες επιθέσεις, ρόπαλα, μαχαίρια και στειλιάρια; Έτσι αγαπάτε εσείς την ομάδα σας, ρε; Με το να σφάζετε στο γόνατο ανθρώπους σαν να είναι πρόβατα; Με το αφήνετε μόνο καμένη γη στο πέρασμά σας, σαν να ήσασταν λεγεώνα της Βέρμαχτ;

Από πότε η αγελαία ματσίλα ονομάζεται ανδρεία και από πότε η αγάπη για την ομάδα απαιτεί τη στυγνή δολοφονία του αντιπάλου; Από πότε ο κατάφορος φασισμός που υποδαυλίζεται εμφανώς πλέον στους οπαδικούς συνδέσμους, έχει γίνει η κυρίαρχη ιδεολογία των υποτιθέμενων φιλάθλων;

Ο φασισμός ως ιδεολογία υποδαυλίζει το τυφλό μίσος απέναντι στον οποιονδήποτε Άλλο που είναι έστω και ελάχιστα διαφορετικός. Είναι διαφορετική φυλή, είναι διαφορετική εθνικότητα, χρώμα, σεξουαλικότητα, τάξη και πάει λέγοντας. Ο Άλλος είναι ο βασικός και πιο μισητός εχθρός, εκείνος που πρέπει να εξοντωθεί πάραυτα, να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά από προσώπου γης ώστε να ηγεμονεύσει οριστικά ο αντίπαλος.

Δεν είναι, βέβαια, όλοι οι οπαδοί φασίστες, όπως ούτε και όλοι οι ούλτρας είναι νεοναζί. Αλλά ο φασισμός βρίσκει πολύ εύκολα τον δρόμο του μέσα στους αθλητικούς συνδέσμους, βρίσκει πρόσφορο έδαφος να ανθίσει τα δηλητηριώδη ζιζάνια του μέσα σε αυτό το άσβεστο μίσος για τον αθλητικό αντίπαλο, έτσι όπως το προωθούν αυτά τα καρκινώματα του αθλητισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτά λαμβάνουν χώρα στο πιο λαϊκό άθλημα του πλανήτη, το ποδόσφαιρο. Στο ποδόσφαιρο όπου άνθρωποι σε όλη την υφήλιο, κάθε ηλικίας, κάθε εθνικότητας, κάθε τάξης, κάθε χρώματος, κάθε φύλου, κάθε σεξουαλικού προσδιορισμού, κλωτσάνε μια μπάλα σε ένα μικρό ή μεγάλο γήπεδο, σε μια χωμάτινη αλάνα, σε μια αυλή ενός σπιτιού. Στο άθλημα όπου όλα αυτά τα διαφορετικά δρώντα υποκείμενα μοιράζονται την ήττα και τη νίκη, τη χαρά και τη λύπη με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια συναισθήματα.

Ο Ουρουγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Εντουάρντο Γκαλεάνο, που αγάπησε το ποδόσφαιρό όσο λίγοι ομότεχνοί του, έδωσε μια διαισθητική ανάγνωση στην πολιτική φιλοσοφία του ποδοσφαίρου:

Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιβερό ταξίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο. Καθώς το ποδόσφαιρο κατέληξε να γίνει βιομηχανία, εξορίστηκε σιγά σιγά η ομορφιά που πηγάζει από την απόλαυση να παίζεις και μόνο.

Στον κόσμο μας σήμερα, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο καταδικάζει οτιδήποτε άχρηστο, και είναι άχρηστο οτιδήποτε δεν αποφέρει κέρδος. Κανείς δεν κερδίζει από αυτή την τρέλα που κάνει τον άντρα να γίνεται για λίγο παιδί, να παίζει δηλαδή όπως παίζει ένα πιτσιρίκι με το τόπι του ή μια γάτα με ένα κουβάρι μαλλί· μπαλαρίνα που χορεύει πετώντας στον αέρα ένα ελαφρύ μπαλόνι, μάλλινο κουβάρι που κυλά αβίαστα: να παίζει χωρίς να ξέρει καν ότι παίζει, χωρίς σκοπό, χωρίς χρονόμετρο και χωρίς διαιτητή.

Το παιχνίδι έχει μετατραπεί σε θέαμα, σε ποδόσφαιρο προς θέαση, με λίγους πρωταγωνιστές και πολλούς θεατές, και αυτό το θέαμα έχει γίνει μια από τις πλέον κερδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες παγκοσμίως. Οργανώνεται όχι για να γίνει παιχνίδι αλλά για να εμποδιστεί να είναι παιχνίδι. Η τεχνοκρατία του επαγγελματικού αθλητισμού έχει επιβάλει ένα ποδόσφαιρο ταχύτητας και δύναμης, που απαρνείται τη χαρά, σκοτώνει τη φαντασία και απαγορεύει την τόλμη.

Όσον αφορά τον φανατικό οπαδό, ο Γκαλεάνο αναφέρει:

O φανατικός είναι ένας οπαδός σε τρελοκομείο. Η εμμονή του να αρνείται το προφανές τον οδηγεί τελικά στο να απαρνείται τη λογική και οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με αυτήν, και τα λείψανα του ναυαγίου αρμενίζουν ακυβέρνητα σε ταραγμένα νερά, που τροφοδοτούνται διαρκώς από μια οργή που δεν καταλαγιάζει. Ο φανατικός μπαίνει στο γήπεδο με τη σημαία της ομάδας του, το πρόσωπο βαμμένο με τα χρώματα της λατρεμένης φανέλας, και βαρυφορτωμένος με σαματατζίδικα κι επιθετικά μαραφέτια. Είναι ήδη φτιαγμένος από τον δρόμο, και κάνει πολύ φασαρία για το τίποτα. Δεν πάει ποτέ μόνος.

Ανακατεμένος μέσα στο εξαγριωμένο πλήθος, αυτή την επικίνδυνη σαρανταποδαρούσα, ο ταπεινωμένος κάνει τα πάντα για να ταπεινώσει τους άλλους, ο φοβισμένος γίνεται η φοβέρα. Η παντοδυναμία της Κυριακής ξορκίζει την υποταγμένη ζωή της υπόλοιπης εβδομάδας, το κρεβάτι δίχως πόθο, τη δουλειά χωρίς ενδιαφέρον, ή την απραγία: απελευθερωμένος για μια μέρα, ο φανατικός εκδικείται τους πάντες και τα πάντα. Παρακολουθεί τον αγώνα σε κατάσταση επιληψίας, χωρίς να τον βλέπει.

Το πεδίο της μάχης του είναι οι κερκίδες. Εκεί δίνει τον δικό του αγώνα. Και μόνο η παρουσία ενός οπαδού της αντίπαλης ομάδας αποτελεί απαράδεκτη πρόκληση. Το Καλό δεν είναι βίαιο, όμως υποχρεώνεται αναγκαστικά να γίνει από το Κακό. Ο εχθρός, αιώνιος φταίχτης, αξίζει να στραγγαλιστεί. Ο φανατικός δεν μπορεί να αφαιρεθεί ούτε στιγμή, γιατί ο εχθρός παραμονεύει παντού. Ίσως να κρύβεται και σ’ εκείνον τον σιωπηλό θεατή, που σε κάποια στιγμή μπορεί να εκφράσει τη γνώμη ότι ο αντίπαλος δεν παίζει άσχημα, και τότε θα πάρει αυτό που του αξίζει.

Αυτή η εσωτερικευμένη βία του φανατικού οπαδού που προσπαθεί να διοχετευτεί στον εξωτερικό κόσμο, αυτό το μίσος που προέρχεται από την κοινωνική αδικία και τον συνεχή αποκλεισμό που βιώνει ο κάθε φτωχοδιάβολος που μαίνεται στα γήπεδα ή, ακόμα, και από όσα νιώθει ο κάθε «μέσος πολίτης» με μια σύμφυτη ανάγκη να κάνει τσογλανιές για την ομάδα του, αποτελούν βούτυρο στο ψωμί εκείνων που διευθύνουν τους συνδέσμους, εκείνων που συνεργάζονται με τις μαφίες των αθλητικών παραγόντων, εκείνων που διαχειρίζονται μια από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις παγκοσμίως, τη βιομηχανία του ποδοσφαίρου.

Μπορείς πολύ εύκολα να μισήσεις σχεδόν τα πάντα, όταν μισείς στα τυφλά τους οπαδούς μιας αντίπαλης ομάδας από τη δική σου.

Μπορείς να μισήσεις τον οποιονδήποτε Άλλο, όχι απλά εκείνον που φοράει διαφορετικά χρώματα στη φανέλα του. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μαζί με το ιδεολογικό όπιο, πασάρονταν πάντα εξίσου εύκολα κάθε είδους ναρκωτική ουσία. Αν κάτσει κάποιος δίπλα σε έναν παλιό οπαδό, θα ακούσει αρκετά σύντομα ότι γινόταν χρήση πρέζας ακόμα και μέσα στα λεωφορεία που μετέφεραν τους οπαδούς σε άλλες πόλεις για να παρακολουθήσουν τους αγώνες της ομάδας τους. Πολλοί, μάλιστα, πέθαναν σταδιακά από υπερβολική δόση ναρκωτικών στα 1980s και στα 1990s. Τι καλύτερο από έναν στρατό σπινταρισμένων χουλιγκάνων να σπάνε το σύμπαν και μετά να βυθίζονται στην καταστολή, σαν μαριονέτες σε ένα άγριο κουκλοθέατρο θανάτου.

Και τώρα θρηνούμε ακόμα έναν νεκρό, ακόμα ένα νέο παιδί που χάθηκε με τον πιο ηλίθιο, τον πιο δραματικό τρόπο. Γιατί δεν φορούσε τα σωστά χρώματα. Γιατί ήταν οπαδός της ΑΕΚ και όχι της ομάδας τους. Και σε αυτό δεν φταίνε μόνο οι Κροάτες οπαδοί που ταξίδεψαν τα μισά Βαλκάνια για να κάνουν επεισόδια, αλλά και οι οπαδοί του ΠΑΟ που τους πήραν από το χέρι.

Η οπαδική βία βρίσκει τον τρόπο να ανθίζει μέσα σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, μέσα σε περιόδους που η ακροδεξιά κερδίζει συνεχώς έδαφος στην πολιτική σκηνή. Και τώρα που το φίδι σηκώνει κεφάλι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, δεν αποτελεί διόλου τυχαία συγκυρία το γεγονός ότι μετράμε νεκρούς από οπαδική βία. Όσο η ταξική ψαλίδα ανοίγει, όσο η καθημερινή πραγματικότητα γίνεται αβίωτη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τόσο το τυφλό μίσος προς πάσα κατεύθυνση και οι στιγμιαίες εκτονώσεις που προσφέρει ο οπαδισμός θα κερδίζουν έδαφος.

Η επανάκτηση του ποδοσφαίρου από τα νύχια όλων αυτών των δολοφόνων μαφιόζων που το λυμαίνονται εδώ και δεκαετίες οφείλει να γίνει το βασικό μέλημα όλων των φιλάθλων που σέβονται τον εαυτό τους, την ομάδα τους, την κοινωνία. Να ξαναγίνει το ποδόσφαιρο σημείο ταξικών διεκδικήσεων του λαού και όχι μια διεθνής εξέδρα «ματωμένων διαμαντιών» που αλλάζουν χέρια ανάμεσα σε λίγους ολιγάρχες που ηγεμονεύουν στον πλανήτη, την ίδια στιγμή που οι ταπεινοί και καταφρονημένοι σφάζονται μεταξύ τους για εμβλήματα ομάδων.

Αλλιώς θα βουλιάζουμε συνεχώς μέσα στον πάτο με τα βρωμόνερα του χουλιγκανισμού, θα ξαναζήσουμε τις φρικαλεότητες της δεκαετίας του 1980 και θα θρηνούμε συνεχώς θύματα.

Τα ματωμένα χέρια που σηκώνουν τα εμβλήματα των ομάδων τους ρυπαίνοντας τα συστηματικά, δεν έχουν θέση και δεν θα έπρεπε να έχουν θέση ούτε στα γήπεδα, ούτε στις λεωφόρους, ούτε πουθενά.

Και ας ελπίσουμε ότι ο Μιχάλης θα είναι το τελευταίο θύμα της αδίστακτης οπαδικής βίας.

Γιατί ούτε έτσι «γαμάει» η Λεωφόρος, ούτε έτσι αγαπάνε οι ποιητές.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από τη Ράφα ζητά το Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη

Προκλητική παραδοχή του Γιάννη Λαγού στο Εφετείο – «Δηλώνω ναζιστής»

Νέα Καληδονία: «Στον πάγο» το νομοσχέδιο του Μακρόν λόγω των ταραχών

Κουτσούμπας: Φέρνετε χασμουρητά και απέχθεια στον κόσμο

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα