ΑΘΗΝΑ
04:01
|
21.06.2024
80 χρόνια από την παράδοση της Ιταλίας το 1943 και 50 χρόνια από την ανατροπή του Αλιέντε από τον δικτάτορα, Αουγκούστο Πινοτσέτ.
Τοιχογραφία για την 50ή επέτειο της ανατροπής του Αλιέντε από τον δικτάτορα Πινοτσέτ στη Χιλή
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Δύο κοντινές ημερομηνίες στο μηνολόγιο, μακρινές στον ιστορικό χρόνο, αντίθετες στα ημισφαίρια, όμως τόσο σημαντικές για τους αγώνες της ανθρωπότητας ενάντια στη βαρβαρότητα του φασισμού, έχουν τον φετινό Σεπτέμβριο τις δικές τους, τόσο διαφορετικές, αλλά τόσο όμοιες, επετείους. Στις 8 Σεπτεμβρίου έκλεισαν 80 χρόνια από την παράδοση της Ιταλίας το 1943, που ουσιαστικά σήμανε και τελειωτικά την κατάρρευση του καθεστώτος του Μουσολίνι (που είχε ξεκινήσει από την καθαίρεσή του από το μεγάλο φασιστικό συμβούλιο στις 25 Ιουλίου). Και στις 11 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται 50 χρόνια αφ’ ότου ο δικτάτορας Αουγκούστο Πινοτσέτ ανέτρεψε (και δολοφόνησε συνάμα) τον δημοκρατικά εκλεγμένο σοσιαλιστή πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Σήμερα, οι συνθήκες επιβάλλουν ώστε και οι δύο τούτες επέτειοι να προσλαμβάνουν ένα ιδιαίτερο ιστορικό βάρος, καθώς τα φαντάσματα ενός φασιστικού και ανελεύθερου παρελθόντος μοιάζουν να βρίσκονται ξανά στο προσκήνιο. Κι όχι μόνον στις δύο χώρες, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ειρωνεία της Ιστορίας θέλει την Ιταλία να περνά την επέτειο της πτώσης του φασισμού με μία νεοφασιστική κυβέρνηση στην εξουσία. Και φυσικά την επέτειο να περιορίζεται ως μία βιαστική αναφορά στις κάτω σελίδες της εφημερίδας.

Στην καλύτερη περίπτωση ως ένα ένθετο με δημοσιεύματα στις πολιτιστικές στήλες, σε ουδέτερο ύφος, με την ελάχιστη αναφορά σε ονόματα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να φέρουν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση.  Η οποία φυσικά δεν εξέδωσε καμία σχετική ανακοίνωση. Άλλωστε ποιος θα περίμενε ένα τέτοιο μήνυμα από μία πρωθυπουργό που επανειλημμένα έχει πλέξει το εγκώμιο του Μουσολίνι και των «αρετών» του ως πολιτικού που έχει κάνει τόσα καλά για την Ιταλία; Ή από έναν πρόεδρο της Γερουσίας Ινιάτσιο Μπενίτο Λα Ρούσα, που φωτογραφίζεται με την προτομή του Ντούτσε , μη χάνοντας ευκαιρία ακόμη κι από επίσημες θέσεις να αναφερθεί στο έπος του Φασισμού και που ο αδελφός του Ρομάνο υψώνει σε φασιστικό χαιρετισμό το χέρι;

Ακόμη κι η αναφορά του προέδρου Σέρτζο Ματαρέλα ήταν «νερόβραστη» post festa δήλωση, στις 9 Σεπτεμβρίου και επ’ αφορμής της επιμνημόσυνης τελετής για τα 80 χρόνια από τη βύθιση του θωρηκτού «Ρόμα» το 1943 και των πεσόντων του! Μία εν τάχει επιτίμηση για την «προδοσία των ιδεωδών του ιταλικού λαού από τον φασισμό» και κατόπιν ένας θούριος για τον «πατριωτισμό» (στην προκειμένη περίπτωση του «Ρόμα» της τελευταίας στιγμής). Δηλ. μόνον υπέρ όσων υπηρέτησαν «τη σημαία” της χώρας» -που μόλις πριν λίγο είχε τον θυρεό του Φασισμού και των Σαβόια. Χωρίς φυσικά ουδεμία αναφορά στη μεγαλειώδη ιταλική αντίσταση ενάντια στα φασιστικά τάγματα της Δημοκρατίας του Σαλό. Εκείνων που κατέβαλαν τα ναζιφασιστικά στρατεύματα και συνέβαλαν στη νίκη και την αποκατάσταση της δημοκρατίας (που με τη σειρά της ανέστειλε την τιμωρία των φασιστών και την ανακύκλωσή τους στο σύστημα).

Σε μία χώρα, όπου σε πολλά δημόσια κτίρια ακόμη επιβιώνουν τα σύμβολα και οι επιγραφές του φασιστικού καθεστώτος, όταν γίνονται ανεκτές εκδηλώσεις για το φασιστικό παρελθόν ή νεοναζιστικές εκδηλώσεις, όταν ακόμη η κοινωνία και το πολιτικό σύστημα δεν έχει λογαριασθεί με το παρελθόν του (όχι μόνον το απώτερο, αλλά κι εκείνο των αμαρτωλών «μολυβένιων χρόνων»), αποδεικνύεται πως η αναβίωση του φασισμού δεν είναι μία τυχαία εκτροπή από τη γραμμικότητα της ιστορικής πορείας.

Εάν στην περίπτωση της Ιταλίας, η ατιμωτική εκτέλεση του Ντούτσε στις 25 Απριλίου 1945 ισοδυναμεί με ένα είδος δικαίωσης και τιμωρίας, στην περίπτωση της Χιλής η ατιμωρησία του Πινοτσέτ είναι μία από τις πληγές που ακόμη χαίνουν στη χώρα. Το φάντασμα του στυγνού δικτάτορα από τη μια και η εικόνα του δολοφονημένου προέδρου Αλιέντε στο μέγαρο της Λα Μονέδα, ακόμη διχάζουν τη χώρα και συνεχίζουν να τροφοδοτούν το φαντασιακό δύο πολιτικών και κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία ακόμη και σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπα στη χώρα. Το 56% των ερωτηθέντων σε σχετική έρευνα απαντά μάλιστα πως οι εκδηλώσεις για την επέτειο διαιρούν την κοινωνία, ενώ η συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση για τον εορτασμό και για το κείμενο καταδίκης της δικτατορίας κατέληξε σε διένεξη.

Μάλιστα από πολιτικής απόψεως οι συνθήκες που βιώνει σήμερα η χώρα, αγκαλά και όχι τόσο πολωμένες όσο τότε, προσιδιάζουν με τον ηλεκτρισμένο διχασμό τους  σημαντικά στον κοινωνικό χάρτη εκείνης της εποχής. Σήμερα ο αριστερός πρόεδρος Γκαμπριέλ Μπόριτς νοιώθει, μετά την αποτυχία του στο δημοψήφισμα του Μαΐου, απειλητική την ανάσα του ακροδεξιού Χοσέ Αντόνιο Καστ (γιο ενός παλαιού μέλους του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία και δεδηλωμένου νοσταλγού του Πινοτσέτ). Κι εάν σήμερα η απειλή ενός πραξικοπήματος δεν είναι μεν υλοποιήσιμη, ο κίνδυνος για μία νεοφασίζουσα στροφή στη Χιλή είναι πλέον ορατός -με όποιες συνέπειες κι εάν αυτό εξυπακούει. Η μακρά παραμονή του Πινοτσέτ στην εξουσία, η αμνηστία σε όλα τα μέλη του καθεστώτος του και η «αδυναμία» (;) των κατοπινών δημοκρατικών κυβερνήσεων να ακολουθήσουν το γερμανικό παράδειγμα για την ιστορική μνήμη, έχουν συμβάλλει ώστε η αναθεωρητική άποψη για την περίοδο της δικτατορίας και η επιβίωση των «μνημείων» του αυταρχικού παρελθόντος, όχι απλώς να διατηρούνται άσβεστα, αλλά και να έχουν προσλάβει μία «ρομαντική αχλή».

Χωρίς την αναγκαία κάθαρση κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την αποχώρηση του Πινοτσέτ, με ζωντανό τον ίδιο ίσαμε τον θάνατό του να χρησιμεύει ως ίνδαλμα για τους θιασώτες της δικτατορίας, η κοινωνία της Χιλής ουδέποτε απέβαλε από τους κόλπους της τους μηχανισμούς και τις επιβιώσεις του φασισμού. Η κοινωνία της Χιλής όλες τούτες τις δεκαετίες αποφεύγει λες να αναλύσει και κατανοήσει το μέγεθος της τραγωδίας και τις μακροχρόνιες συνέπειές της. Θα πρέπει να αναλογισθούμε πως ακόμη δεν έχουν κλείσει  ούτε καν οι πληγές της περιόδου της καταστολής και των διωγμών: πολλά αγνοούμενα θύματα δεν έχουν βρεθεί, ούτε κι έχουν αποκατασταθεί. Το χειρότερο δε, είναι πως στην κοινωνία δεν υπάρχει ακόμη και στις τάξεις των πιο προοδευτικών στρωμάτων μία εμπεδωμένη κουλτούρα για τα δικαιώματα. Πράγμα που  αποδεικνύεται περίτρανα και η άνοδος του Καστ, αλλά και η διάθεση της κοινωνίας  απέναντι στους ιθαγενείς Μαπούτσε ή τους μετανάστες από Βολιβία-Βενεζουέλα -μέχρι και ο τελευταίος  νόμος της κυβέρνησης Μπόριτς για στρατικοποίηση των συνόρων και άρνηση νομιμοποίησης των παράνομων εισόδων κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Εάν κάποια πράγματα έχουν επιτευχθεί στο επίπεδο της δημοκρατικής συνείδησης στη Χιλή οφείλονται αποκλειστικά στη δράση ομάδων του πληθυσμού και σε πρωτοβουλίες διανοουμένων με ευαισθησία στα δικαιώματα, το περιβάλλον και τις πολιτικές ελευθερίες, που πραγματικά ενδιαφέρονται. Ή  κατά κανόνα από εκείνους που είχαν πληγεί από την απολυταρχική κι εγκληματική διακυβέρνηση της δικτατορίας. Όλοι εκείνοι οι ανυποχώρητοι υπερασπιστές της κοινωνίας των δικαιωμάτων είναι φυσικά τα θύματα κι οι οικογένειες των αγνοουμένων ή των νεκρών της περιόδου Πινοτσέτ, που αδιάπτωτα επιδιώκουν δικαίωση και αγωνίζονται να μην παραγραφεί η ιστορική μνήμη.

Από την άλλη υπάρχουν τομείς στην κοινωνία μας που αισθάνονται άβολα με τον εορτασμό των 50 χρόνων. Χαρακτηριστικό είναι πως στις φετινές εκδηλώσεις για την επέτειο ΔΕΝ θα συμμετέχουν τα δεξιά κόμματα Συμπαθούσες ομάδες ή απλώς αδιάφορες, που ενοχλούνται από τη συζήτηση για το παρελθόν, που κατά τη γνώμη τους δεν έχει σύνδεση και σχέση με τα προβλήματα του παρόντος. Η άγνοια της Ιστορίας, η αδιαφορία για τα γεγονότα και τη σημασία τους, η ευπιστία στη δημαγωγία της «τάξης και ασφάλειας», ωθεί πολλούς στην κοινωνία της Χιλής να παραπονούνται για την «εμμονή» στο παρελθόν τούτο. Με αποτέλεσμα ακόμη και οι τωρινές προσπάθειες της κυβέρνησης να γεφυρώσουν το χάσμα, να αποτυγχάνουν να συσπειρώσουν τον πολιτικό κόσμο σε μία κοινή αναφορά στη δημοκρατία.

Από τη στιγμή που οι μεταπολιτευτικοί μηχανισμοί απέτυχαν να επικοινωνήσουν αυτά τα ζητήματα, στάθηκαν άβουλοι να αποδώσουν δικαιοσύνη και να προχωρήσουν στην κάθαρση και να πείσουν ότι μπορούν να οικοδομήσουν μία νέα κοινωνική και πολιτική βάση για την ανάπτυξη της χώρας, η όποια προσπάθεια να διατηρηθεί άσβεστη η μνήμη, μέσα από τα προοδευτικά μέσα ενημέρωσης, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, αποτυγχάνουν να γαλουχήσουν τη συνείδηση της δημοκρατίας, της ανοχής και των δικαιωμάτων στη λαϊκή κουλτούρα. 

Δυστυχώς, η ακροδεξιά αρπάγη σε χώρες καθημαγμένες από τις δικτατορίες τείνει να γίνει κυρίαρχη τάση. Λαοί που γνώρισαν τον απολυταρχισμό, αλλά που δεν προχώρησαν στην κάθαρση, σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με τη σπορά του φασισμού που δεν καταπολέμησαν όταν είχαν τη δυνατότητα. Δίπλα ακριβώς στη Χιλή, στη γειτονική Αργεντινή, όπου η αποτυχία του Περονισμού να κοινωνικοποιήσει τις προοδευτικές και δημοκρατικές διαδικασίες γεννά τα τέρατα της ακροδεξιάς του Χαβιέρ Μιλέι, που απειλεί να εκπορθήσει την προεδρία.

Αλλά και στην Ευρώπη, πέρα από την Ιταλία, η Ισπανία βιώνει με το Vox μία αναγέννηση του σκοταδιστικού εθνικισμού και του Φρανκισμού, η χτυπημένη από την ύφεση Γερμανία την άνοδο του AfD, για να μη μιλήσουμε για τη Γαλλία, τις χώρες του Βίζεγκραντ, την Πολωνία, τη Σκανδιναβία. Κι όσο βαθαίνει η εμπλοκή της Ευρώπης στον πόλεμο της Ουκρανίας, που τη βυθίζει ολοένα και περισσότερο στην ύφεση, τόσο η ήπειρος θα ρέπει προς την ακροδεξιά. Γιατί σύμφωνα με έρευνα του Παν/μιου της Βόννης, η καύσιμη ύλη για την αναζωπύρωση της ακροδεξιάς είναι η λιτότητα. Για κάθε 1% περικοπής δαπανών, τεκμαίρεται στην έρευνα, αυξάνει κατά 3% τη μετακίνηση προς τα άκρα και την αντίδραση στη δημοκρατική λειτουργία του κράτους. Τα μέτρα λιτότητας και οι περικοπές ακόμη και για το ΔΝΤ αποτυγχάνουν αποδεδειγμένα να μειώσουν τα δημόσια χρέη.

Με την πολιτική της Ε.Ε. να επαναπροσανατολίζεται από το 2024 στα προ Covid μέτρα, η περαιτέρω άνοδος της ακροδεξιάς (που ήδη καταγράφεται ακόμη και στη Γερμανία, μετά την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία), η πολιτική κι οικονομική ηγεσία των Βρυξελλών κωφεύει απέναντι σε τούτη την αδιαμφισβήτητη αρχή. Πιστή στην πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολυεθνικών,  αντί να καταπολεμήσει το φαινόμενο με περισσότερη κοινωνική πολιτική, επιλέγει τουναντίον να συμμαχήσει μαζί του. Η προσέγγιση του ΕΛΚ με την ευρωπαϊκή παράταξη της Μελόνι, της Πολωνίας και του Βίζεγκραντ, σε συνδυασμό και με την ολοένα μεγαλύτερη ριζοσπαστική συντηρητικοποίηση των εγχώριων δεξιών κομμάτων (βλέπε Ισπανία, Ελλάδα, Γαλλία), υποθηκεύουν το δημοκρατικό και κοινωνικό μέλλον της Ε.Ε..

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Οι πέντε προκλήσεις του νέου Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε

Μπαράζ επαφών Κύπρου-Λιβάνου μετά τις απειλές Νασράλα

Σταϊκούρας: Τον Νοέμβριο η παράδοση του μετρό Θεσσαλονίκης

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω ο υποψήφιος Ρόμπερτ Φ. Κένεντι

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα