ΑΘΗΝΑ
14:39
|
13.07.2024
Τίποτε δεν είναι τυχαίο στα χρονοδιαγράμματα του αμερικανικού γεωστρατηγικού σχεδιασμού.
Εμανουέλ Μακρόν και Τζο Μπάιντεν
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η πρόσφατη βόμβα που πυροδότησε εναντίον της Γαλλίας ο πρώην πρωθυπουργός και στέλεχος τόσων κυβερνήσεων στην Ιταλία Τζουλιάνο Αμάτο για την «αμαρτωλή» ιστορία της κατάρριψης του DC9 της εταιρείας ITAVIA στις 27 Ιουνίου πριν 43 χρόνια, δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ιδίως όταν ο πάντοτε αγαπητός στους ευρωατλαντικούς κύκλους παλαίμαχος πολιτικός προέτρεψε τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν να ζητήσει συγγνώμη για την απώλεια τόσων ψυχών, στην αποτυχημένη προσπάθεια των δυνάμεών του να καταρρίψουν το αεροσκάφος που υποτίθεται ότι μετέφερε τον τοτινό ηγέτη της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι. Μόνο που, κατά τον Αμάτο, ο Ιταλός πρωθυπουργός Μπετίνο Κράξι είχε έγκαιρα ενημερώσει τον Λίβυο, που άλλαξε πορεία, με αποτέλεσμα να την πληρώσει το ιταλικό πολιτικό αεροσκάφος και το ΝΑΤΟ να συντηρεί επί χρόνια ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ιταλικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, τίποτε δεν είναι τυχαίο στα χρονοδιαγράμματα του αμερικανικού γεωστρατηγικού σχεδιασμού. Στην παρούσα φάση του καταπιάνεται με τη Γαλλία, της οποίας την επιρροή στην Ευρώπη και τον κόσμο ολάκερο επιδιώκει να αποδυναμώσει. Το Παρίσι ήταν ο δεύτερος στόχος των ΗΠΑ για να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο της Ευρώπης, η οποία έπρεπε να χρησιμεύσει  ως αιχμή του δόρατός τους στα σχέδια για να πλήξουν την Κίνα και δευτερευόντως τη Ρωσία. Ένας στόχος που υλοποιείται με τη σύρραξη στην Ουκρανία, που κατά πρώτο λόγο εξουδετέρωσε τον πρώτο πόλο του άξονα Βερολίνου-Παρισίων. Η κατάρρευση της Γερμανίας, πρώτα γεωστρατηγικά και ενεργειακά, με την καταστροφή του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2, μετά οικονομικά  και πολιτικά, πρέπει πλέον να ολοκληρωθεί με την εξουδετέρωση και της Γαλλίας ως μεγάλης δύναμης στην Ευρώπη, τη Μεσόγειο και την Αφρική.

Οι μύδροι του Αμάτο δεν ήσαν άλλωστε τα πρώτα σημεία τριβής ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Εάν η ακύρωση της παραγγελίας από την Αυστραλία για τα γαλλικά υποβρύχια έναντι των αμερικανικών ή οι αιχμηρές δηλώσεις του Μακρόν για «το εγκεφαλικά νεκρό ΝΑΤΟ» ήταν ένα προανάκρουσμα της κρίσης, τα γεγονότα στη Δυτική Αφρική -παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της Γαλλίας- δέον να ερμηνευθούν ως κλιμάκωση πλέον του αμερικανικού σχεδίου ενάντια στο Παρίσι.

Γιατί τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα που σημειώνονται σε πολλά σημεία της Μαύρης Ηπείρου, όπου καταγράφεται γαλλική στρατιωτική και οικονομική σημασία, δεν εντάσσονται μόνον στο πλαίσιο της αποαποικιοποίησής της. Δεν αποτελούν μόνον μία προσπάθεια απελευθέρωσης, αλλά για μία αλλαγή συσχετισμών (οικονομικών και στρατηγικών), που αντανακλούν το περίπλοκο και πολυπολικό σκηνικό της νέας παγκόσμιας τάξης, που διαμορφώνεται παράλληλα με την κρίση οικουμενικής ηγεμονίας των ΗΠΑ. Στην πλειονότητά τους τα νέα καθεστώτα που αναλαμβάνουν την εξουσία μετά το πραξικόπημα στην ήπειρο επιδιώκουν την απεμπλοκή τους από την παλιά επιρροή και την ένταξή τους στην αιγίδα των BRICS. Εξάλλου, σε αρκετές από αυτές τις χώρες (Νίγηρας, Γκαμπόν, Σουδάν) υπάρχουν και αμερικανικές δυνάμεις, που ουδεμία επίπτωση είχαν απέναντί τους, ούτε το πραξικόπημα, αλλά ούτε και οι εκδηλώσεις του πλήθους, οι οποίες στόχο είχαν αποκλειστικά τον γαλλικό ζυγό.

Ιδιαίτερα, το πραξικόπημα στη Γκαμπόν, πέρα από τον αντι-γαλλικό του χαρακτήρα, είναι εντελώς παράταιρο σε σχέση με όσα συνέβησαν στα άλλα γειτονικά κράτη και στα αιτήματα των αυτουργών του. Η στρατιωτική χούντα που ανέλαβε και η οποία εξαρχής δείχνει πως διατηρεί πολύ ισχυρούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, δεν δείχνει προσανατολισμένη στην έναρξη μιας διαδικασίας αποαποικιοποίησης, αλλά μόνο στην αλλαγή κυρίου. Είναι δε, περισσότερο μία άνευ όρων «παράδοση» στη φιλοαμερικανική πτέρυγα του παρελθόντος καθεστώτος, παρά ένα κίνημα υπερηφάνειας του πατριωτικού σκέλους των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Σε άλλες εποχές, δε, η Ουάσιγκτον θα έτρεφε ενδοιασμούς και θα προσέτρεχε σε βοήθεια της Γαλλίας, εάν εκδηλωνόταν κίνδυνος να χάσει μία αποικία της. Σήμερα όμως το Παρίσι δεν μπορεί να προσβλέπει σε καμία βοήθεια από την Ουάσιγκτον. Απεναντίας -όπως συνέβη με την αδράνεια των αμερικανικών δυνάμεων στον Νίγηρα ή το Σουδάν- η  Γαλλία μοιάζει να πληρώνει για τους δισταγμούς που έχει εκφράσει σχετικά με το αμερικανικό φιλοπόλεμο πρόγραμμα. Για πολλούς, το πραξικόπημα στη Γκαμπόν ενδεχομένως συνιστά ένα μήνυμα προς όλους για το τίμημα που θα πληρώσουν εάν τηρήσουν αποστάσεις από το ΝΑΤΟ ή τον ευρωατλαντισμό. Ιδίως στην τωρινή κρίση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, οι ΗΠΑ είναι λογικό να φορτώσουν τη δική τους παρακμή στις πλάτες των άλλων εταίρων τους στο ΝΑΤΟ. Ακριβώς όπως συμβαίνει με την τρέχουσα δυτική στρατηγική στην Ουκρανία. Και η λογική της αποδυνάμωσης και εγκατάλειψης ενός συμμάχου δεν απέχει πολύ και από αυτό που συνέβη και με τη Γερμανία και γενικά με όλους τους συμμάχους της. Για τις ΗΠΑ το ενδιαφέρον για τα συμφέροντα των συμμάχων ήταν πάντα ελάχιστο αν όχι ανύπαρκτο, ενώ στο κέντρο των σχεδίων της παραμένει πάντα η διατήρηση ή η επέκταση της ηγεμονίας που κατακτήθηκε με κόπο χάρη στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Η Ουάσιγκτον δεν είχε ποτέ ενδοιασμούς να εγκαταλείψει, αλλά και να εξουδετερώσει, συμμάχους όποτε έκρινε πως έπαψαν να είναι λειτουργικοί για το Imperium. Η κατοχή στις Φιλιππίνες, οι επαίσχυντες αποδράσεις από το Ανόι και την Καμπούλ, οι συμφωνίες Plaza με την Ιαπωνία, η σύλληψη του Νοριέγκα και η δολοφονία του Μπιν Λάντεν, είναι μόλις κάποια από τα παραδείγματα που το αποδεικνύουν.

Αλλά και στην Ευρώπη, το παράδειγμα της Γερμανίας είναι πρόδηλο. Από το σκάνδαλο της Volkswagen μέχρι την καταστροφή του Nord Stream, από τις αντιρωσικές κυρώσεις μέχρι την εξόφθαλμη υποστήριξη προς την Πολωνία, οι ΗΠΑ εν γνώσει τους αγνόησαν τα συμφέροντα του αποκαλούμενου συμμάχου τους. Ιδίως με τη σύρραξη στην Ουκρανία και την αποδοχή της Ευρώπης να σηκώσει αυτή κυρίως το βάρος για τη διεξαγωγή του, οι ΗΠΑ επιτυγχάνουν έναν διπλό στόχο: αφ’ ενός εξαλείφουν έναν επικίνδυνο διεθνή ανταγωνιστή και επιπλέον (με άλλες συμμαχίες, πχ Ιταλία-Πολωνία) οικοδομούν ένα Δυτικό Παραπέτασμα απέναντι στην Κίνα -ιδίως στέλνοντας την ακροδεξιά Τζόρτζια Μελόνι να συνάπτει σχέσεις με χώρες στην Νέα Οδό του Μεταξιού, την Ινδία και την Ταϊβάν, εμπλέκοντας όλο και περισσότερο την Ευρώπη στα φιλοπόλεμα σχέδιά της.

Και προς ώρας όλα βαίνουν καλώς για την Ουάσιγκτον:  Η Γερμανία (και δευτερευόντως η Ευρώπη) στενάζει από την ύφεση και την πτώση των βιομηχανικών παραγγελιών, εξέλιξη που -στη συνδεδεμένη με τη γερμανική ατμομηχανή ανάπτυξη της Ευρώπης-  προοιωνίζει ακόμη μεγαλύτερο ζόφο. Παράλληλα, ο εχθρός των ΗΠΑ που έως σήμερα ήταν ο φυσικός εταίρος της Γερμανίας, η Ρωσία δηλ., δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο για τα άμεσα συμφέροντά της. Ταυτόχρονα, η δραματική αύξηση των τιμών της ενέργειας, που καρπώνονται οι αμερικανικές εταιρείες LNG και οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων που προσέλκυσε η Γερμανία χάρη στον νόμο για τη μείωση του πληθωρισμού συνέβαλαν στη διατήρηση του αμερικανικού συστήματος ενόψει ολοένα και πιο σοβαρών και εμφανών κρίσιμων ζητημάτων και αστάθειας.

Και μόλις εξαντλήθηκε η Γερμανία, φυσικό ήταν να πάρει σειρά κι η Γαλλία. Ιδίως, όταν στο τιμόνι της βρίσκεται ένας νοσταλγός του γκωλιστικού πολιτεύεσθαι και διεκδικεί χώρους αυτονομίας από το ΝΑΤΟ (Λιβύη, Αφρική, Μέση Ανατολή) ή που ακόμη ακόμη άφησε να εννοηθεί πως θα ήθελε να συμμετάσχει στη σύνοδο των BRICS στο Γιοχάνεσμπουργκ -πριν «φάει πόρτα» από τη Ρωσία. Αυτό πρέπει να συμβεί τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αφρική. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να διαβάσουμε την εφεκτικότητα του Ιταλού υπουργού Άμυνας Κροζέτο για στρατιωτική επέμβαση στον Νίγηρα. Ή για το σταδιακό σιωπητήριο για τον κίνδυνο ενός υποτιθέμενου κενού των Γάλλων που θα γέμιζαν οι Wagner και η Ρωσία. Και φυσικά για τη γαλλική ευθύνη στη σφαγή της Ούστικα από τον Αμάτο. Και μάλιστα από τις σελίδες μίας εφημερίδας ταγμένης στον ευρωατλαντισμό και από τα πιο βοερά φερέφωνα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην Ιταλία τη La Repubblica.

Η αλλαγή «αφεντικού» αυτή  επιτρέπει στους Αμερικανούς να προωθήσουν ως εναλλακτικό τοποτηρητή μία ευκολοχείριστη μικρότερη δύναμη, όπως η Ιταλία της Μελόνι ώστε να γεμίσει το κενό. Μίας κυβέρνησης, που επιπλέον επιζητεί λόγω βεβαρυμμένου πολιτικού παρελθόντος μία διεθνή νομιμοποίηση και είναι πρόθυμη, τρέφοντας από την πλευρά της μεγαλεπήβολα και αλαζονικά σχέδια ενός νέου φασιστικού Imperium και που με πρόσχημα το ενεργειακό σχέδιο «Ματέι» ή την προστασία της Ευρώπης από τον τζιχαντισμό ή τους πρόσφυγες θα εκπροσωπεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Για τον λόγο τούτο, η πρωτοκαθεδρία της Ιταλίας στην Ε.Ε. θα βοηθούσε ώστε οι Βρυξέλλες να πεισθούν να μεταβάλλουν τη στρατηγική τους για τη Μαύρη Ήπειρο όπως θέλει η Μελόνι για λογαριασμό της Ουάσιγκτον. Άλλωστε η Μελόνι, μαζί με τον Τζο Μπάιντεν, πρωτοστάτησαν στην G20 και ενώπιον του φόβου μίας αύξουσας ρωσικής επιρροής στην περιοχή, να υποσχεθούν στα αφρικανικά κράτη νέα «γυάλινα κολιεδάκια», για μεγαλύτερη συμμετοχή τους στα διεθνή fora αποφάσεων. Δεν είναι τυχαίο πως και στον Νίγηρα και το Σουδάν, αλλά και στα ανοικτά της γειτονικής στη Γκαμπόν Γουϊνέας στο πλαίσιο της ναυτικής επιχείρησης Γκαμπίνια, η Ιταλία συμμετέχει με εκστρατευτικές δυνάμεις. Το όραμα της ιταλικής ενεργειακής οδού με ταυτόχρονη στρατιωτική παρουσία στην Αφρική, θολώνει την όποια αντίληψη για μελλοντικές συνέπειες μίας τέτοιας εμπλοκής.

Η μοίρα της Γερμανίας και οι σκιές στο μέλλον της Γαλλίας θα πρέπει να ανησυχήσουν, τόσο την Ιταλία, όσο και τη σύμμαχό της στο παιχνίδι του ευρωατλαντισμού Πολωνία. Δύο χωρών, των οποίων οι κυβερνήσεις φαίνεται να έχουν στοιχηματίσει τα πάντα στη μαχητική προσήλωσή τους στα σχέδια των ΗΠΑ. Όμως, μπορεί μεν η Ρώμη και η Βαρσοβία επί του παρόντος να απολαμβάνουν τα οφέλη από την εξασθένιση των δύο μεγάλων δυνάμεων στον ευρωπαϊκό άξονα, όμως εθελοτυφλούν για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο ρόλος αυτός του Γκόλεμ των Αμερικανών.

Η αυτοκτονική σχεδόν πρόσδεσή τους στον πόλεμο της Ουκρανίας, τα ανοίγματά τους -ιδίως της Ιταλίας- για να σιγοντάρουν τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα, την ώρα που και η ιταλική, αλλά και η πολωνική βιομηχανία,  είναι απόλυτα προσδεδεμένη (ακόμη και στα αρνητικά της) στην παραπαίουσα γερμανική, δεν είναι βέβαιο πως θα φέρει τα αποτελέσματα που προσδοκά η Μελόνι. Τόσο η οικονομία της χώρας, όσο και η απουσία κύρους της Ιταλίας εν συνόλω, ακόμη κι εάν η Ρώμη αναλάβει ρόλο σημαιοφόρου, τίποτε δεν εγγυάται πως δεν θα έχει την τύχη της Γερμανίας, ή της Γαλλίας και δε θα θυσιασθεί πρώτη στα αμερικανικά συμφέροντα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Υπερψηφίστηκε… σε συνθήκες καύσωνα το ν/σ του υπουργείου Τουρισμού

Βούτηξε στον Σηκουάνα η Αμελί του Αθλητισμού και όχι ο Μακρόν που το είχε υποσχεθεί

Νέο μακελειό στη Γάζα: Οι Ισραηλινοί βομβάρδισαν «ασφαλή ζώνη» στη Χαν Γιούνις

Η ΛΑΡΚΟ και η εθνική καταστροφή μπροστά μας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα