ΑΘΗΝΑ
04:36
|
03.03.2024
Στα ίχνη του καθοδηγητή της Μουσολίνι, η Ιταλίδα προσπαθεί μέσα από θεσμικά προσχηματικές οδούς να γαντζωθεί στην εξουσία με αυξημένες εντολές.
Η Τζόρτζια Μελόνι στον εθνικό εορτασμό της 4ης του Νοέμβρη
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τη στιγμή που η διακυβέρνηση της νεοφασίστριας πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι περνά στην πραγματική εποχή της διακινδύνευσής της, η ίδια θεωρεί ότι τώρα γίνεται ακόμη πιο επικτακτικό να περάσει στο επόμενο στάδιο της κατάληψης της εξουσίας. Στα ίχνη του καθοδηγητή της Μπενίτο Μουσολίνι, η Μελόνι προσπαθεί μέσα από θεσμικά προσχηματικές οδούς να εξασφαλίσει την παραμονή της στην εξουσία με αυξημένες μάλιστα εντολές, που ουσιαστικά καταλύουν το Σύνταγμα υποσκελίζοντας τον ύπατο εγγυητή του, τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Θέλοντας να γίνει κάτι παρόμοιο με τον ομοϊδεάτη της Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, η νεοφασίστρια ηγέτης προώθησε τον νόμο για τον υπερ-πρωθυπουργό, που θα τις εξασφαλίζει το απυρόβλητο, τουλάχιστον για μία πενταετία.  

Έχοντας σχεδιάσει τον νέο, ελλειμματικό, προϋπολογισμό λιτότητας, προϋπολογισμό -τον πρώτο της, καθώς ο προηγούμενος προϋπολογισμός λιτότητας ήταν δεσμευτικός και έργο του δοτού προκατόχου της Μάριο Ντράγκι- η Μελόνι έχει καθαρή διαίσθηση των πολιτικών αναταράξεων που πρόκειται να προκαλέσει η οικονομική, κοινωνική και θεσμική της πολιτική. Οι μεγάλες περικοπές στην Υγεία, την Παιδεία, η κατάργηση του Κοινωνικού Επιδόματος και οι φοροαπαλλαγές στα υψηλά εισοδήματα, η αύξηση των συνταξιοδοτικών ορίων (φόρμουλα 103+) και οι «αυξήσει» (μη ονομαστικές) στους μισθούς από τη μείωση των εισφορών -που θα τις βρουν οι ενδιαφερόμενοι στην ισχνή μελλοντική τους σύνταξη ή στην ανεπαρκή υγειονομική τους κάλυψη), αφήνουν δυσαρεστημένα ευρέα στρώματα της κοινωνίας- ακόμη και τους κυβερνητικούς της εταίρους.

Με το γόητρό της να έχει δεχθεί ένα σημαντικό πλήγμα έπειτα από την τηλεφωνική φάρσα που έστησαν δύο γνωστοί Ρώσοι κωμικοί, στην οποία πεπεισμένη πως μιλά με Αφρικανό πολιτικό εξέφρασε κάποιες ακριτομύθιες για την αποτυχία στο Ουκρανικό και ελεεινολόγησε την ευρωπαϊκή πολιτική στο μεταναστευτικό, η Μελόνι έκρινε πως ήγγικεν η ώρα να εξασφαλίσει την παραμονή της στην Πρωθυπουργία.

Το σχέδιό της για να το κατορθώσει βασίζεται σε μία ελαφρά παραλλαγή της εκπεφρασμένης άποψής της για αλλαγή του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου. Με πρόσχημα πως πρέπει να διατηρείται πάση θυσία η κυβερνητική σταθερότητα, προκειμένου να τηρείται απαρέγκλιτα το πρόγραμμα των πολιτικών παρατάξεων που κερδίζουν τις εκλογές, η Μελόνι προωθεί ένα Μουσολινικό πραγματικά νομοσχέδιο για την ανάδειξη του πρωθυπουργού ως απόλυτου άρχοντα, με αδιαμφισβήτητες κι ακλόνητες εξουσίες και θητεία.

Εν ολίγοις το premierato (ως Χαλιφάτο) που προτείνει η Μελόνι συνίσταται στην εκλογή του πρωθυπουργού με καθολική και άμεση ψηφοφορία και απαρέγκλιτη θητεία για 5 χρόνια. Ο ψηφοφόρος θα βρίσκει στις κάλπες ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο για την εκλογή του υποψήφιου πρωθυπουργού και των δύο Σωμάτων στη Βουλή. Ένα σύστημα που δεν έχει υιοθετηθεί σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, όπου άμεσα από τον λαό εκλέγεται μόνον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Για την αντιπολίτευση, εκτός βέβαια από τον γνωστό για τους πολιτικούς του ακροβατισμούς Ματέο Ρέντσι, το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί μία άκρως επικίνδυνη μεταρρύθμιση. Καθότι αλλάζει την ισοτιμία ανάμεσα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (που εκλέγεται από το Κοινοβούλιο) και τον πρωθυπουργό (εκλεγόμενου από τον λαό), ουσιαστικά υποβαθμίζοντας τον αρχηγό του κράτους.

Και δεν είναι μόνον οι συμβολικές εξουσίες του Προέδρου που υποβαθμίζονται, αλλά και ο καθοριστικός ρόλος που αυτός διαδραματίζει σε ένα κατακερματισμένο και ασταθές πολιτικό τοπίο, όπως αυτό στην Ιταλία. Ο Πρόεδρος έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει όποτε υπάρχει θεσμικό πρόβλημα και κυβερνητικό αδιέξοδο, όπως συνέβη αρκετές φορές στο παρελθόν (πρόσφατα με την καθαίρεση του Πάολο Κόντε). Επίσης έχει το δικαίωμα να αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης σε κάποιον πολιτικό ή ακόμη και τεχνοκράτη (όπως συνέβη με τον Μάριο Μόντι, τον Κόντε και μετά με τον Μάριο Ντράγκι) για να υπερβαθεί το αδιέξοδο. Η Μελόνι θέλοντας να εξασφαλίσει πως ένας παρόμοιος «Θερμιδώρ» δεν πρόκειται να της συμβεί -μιας και τ’ αδιέξοδα που ετοιμάζει στην Ιταλία είναι ουκ ολίγα- προσπαθεί να προλάβει τις εξελίξεις. Με πρόσχημα τη «σταθερότητα» και ποντάροντας στην καχυποψία της κοινωνίας στις τεχνοκρατικές κυβερνήσεις, εξωραΐζει την εξασφάλιση του πολιτικού της μέλλοντος και του σχεδίου για τη συντηρητική μεταρρύθμισή της, με την ρήτρα κατά της «ανατροπής» (ribaltone).

Συνήθως, εντός 10ημέρου από τον σχηματισμό της η κυβέρνηση παρουσιάζεται στη Βουλή και τη Γερουσία για την ψήφο εμπιστοσύνης. Αν όμως ο εκλεγμένος πρωθυπουργός δεν τα καταφέρει, τότε μπορεί να κάνει άλλη μια προσπάθεια: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας θα ανανεώσει την ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης. Εάν και πάλι δεν τα καταφέρει, τότε επαναλαμβάνονται οι εκλογές. Ωστόσο, εάν ο εκλεγμένος πρωθυπουργός στη συνέχεια αμφισβητηθεί και αποτύχει στην αποστολή του, τότε προβλέπεται ο νέος κανονισμός κατά της ανατροπής. Μάλιστα, σε τούτην την περίπτωση ο αρχηγός του κράτους θα μπορεί να αναθέσει το έργο σε έναν «βουλευτή που θα προτείνεται σε σχέση με τον εκλεγμένο πρωθυπουργό», προκειμένου να υπάρξει συνέχεια και να εφαρμοσθεί  το πρόγραμμα για το οποίο ψηφίσθηκε ο εκλεγμένος πρωθυπουργός. Αλλά και αυτή η  ευκαιρία ισχύει μόνο για μία φορά. Μετά η χώρα επιστρέφει στις κάλπες.

Αυτός ο κανονισμός για την ανάθεση σε «βουλευτή» που έθεσε υποψηφιότητα με την πλειοψηφία και που προωθεί το πολιτικό πρόγραμμα του εκλεγμένου πρωθυπουργού, μολονότι εξασφαλίζει πως δεν πρόκειται να επαναληφθεί το πείραμα μίας τεχνοκρατικής κυβέρνησης, δεν ικανοποιεί πλήρως τη Μελόνι, που δέχθηκε να υποχωρήσει. Βέβαια, όχι τόσο ώστε να ικανοποιήσει και την επιθυμία των κυβερνητικών συνεταίρων της, τη Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι και τη Forza Italia, που για ευνόητους λόγους θα ήθελαν η εντολή να μπορεί να δίνεται και σε βουλευτή ή πολιτικό μη προσκείμενο στον πρωθυπουργό. Η ίδια  η Μελόνι θα επιθυμούσε σε περίπτωση που εξέπιπτε ο πρωθυπουργός να προκηρύσσονταν εκλογές. Εξ ου, όπως δήλωσε η ίδια, δεν θα ήταν αντίθετη στην περίπτωση που η Βουλή θα ήθελε να επανεξετάσει τα κριτήρια στον κανονισμό κατά της ανατροπής.

Βέβαια, για να θωρακισθεί ο πρωθυπουργικός τούτος Βοναπαρτισμός, η Μελόνι ετοιμάζει και έναν ad hoc εκλογικό νόμο. Στο νέο  συνταγματικό νομοσχέδιο προβλέπεται ότι θα παρέχεται ένα εκλογικό «έπαθλο» σε έδρες,  που θα εγγυάται το 55% της δύναμης του Κοινοβουλίου σε όποιον κερδίσει. Μία τελειωτική αλλοίωση δηλ. της αναλογικής βούλησης του εκλογικού σώματος. Και που όπως τονίζουν πολλοί συνταγματολόγοι, αποτελεί επίσης και μία αντισυνταγματική διάταξη, καθώς δεν καθορίζει ένα σαφές όριο και εκλογικό ποσοστό από το οποίο και πέρα θα λαμβάνει αυτό το «μπόνους» (όπως είχε κριθεί το 2014 αντισυνταγματική μία παρόμοια αλλοίωση που πέρασε το 2005 με τον νόμο Porcellum o Μπερλουσκόνι).  Αλλά και που εγείρει επίσης και ένα άλλο ερώτημα: εάν ο Πρωθυπουργός θα εκλέγεται σε έναν γύρο ή θα υπάρχει και δεύτερος. Ένα ακανθώδες πρόβλημα που διχάζει την ίδια δεξιά παράταξη, καθώς η Λέγκα αντιτίθεται. Για την αντιπολίτευση, δε, ο δεύτερος γύρος είναι απαραίτητος. Συνεπώς, τον Γόρδιο Δεσμό θα λύσει μάλλον η μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος.

Επίσης προβληματική θα είναι για τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών και η σχέση ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τη Βουλή. Το πρωτείο στο νομοθετείν ποιος πρόκειται να το έχει; Το «μπόνους» του 55%, που ούτως ή άλλως αλλοιώνει την πραγματική βούληση του εκλογικού συστήματος, προσφέρει στον-στην εκάστοτε επικεφαλής της κυβέρνησης τη δυνατότητα να περνά τα νομοσχέδια που θέλει, χωρίς αυτά να εκπροσωπούν τις πραγματικές προσδοκίες και της κοινωνίας και των πολιτικών. Από την άλλη θα μπορεί ο πρωθυπουργός να υποσκελίζει το Κοινοβούλιο με διατάγματα -που σήμερα νομιμοποιούνται μόνο σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης (όπως η πανδημία).

Με το νέο νομοσχέδιο δεν ορίζεται ένα όριο θητείας για τον εκλεγμένο πρωθυπουργό, γεγονός που έχει θορυβήσει την αντιπολίτευση. Παράλληλα, μειώνεται η δυνατότητα να διαλύεται η Βουλή σε περίπτωση που δεν λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης ο πρωθυπουργός -άλλη μία υποτίμηση στον θεσμικό ρόλο του Προέδρου, ο οποίος μετατρέπεται σε έναν απλό εγγυητή της βιωσιμότητας του πρωθυπουργού και όχι ρυθμιστής του πολιτεύματος. Επιπλέον, για να αποφύγει και το τελευταίο πιθανό εμπόδιο που μπορεί να ανατρέψει μία κυβερνητική απόφαση, την έγκριση από τη Γερουσία, η Μελόνι αποφάσισε να καταργήσει τους ισόβιους γερουσιαστές. Αυτούς που μπορεί να ανακηρύξει και διορίσει ο Πρόεδρος εκ των προσωπικοτήτων, αυτών που έχουν δοξάσει το όνομα της Ιταλίας ή έχουν συμβάλλει στην ιστορική πορεία της. Καθώς η μείωση του αριθμού των εδρών στο Κοινοβούλιο, η ύπαρξη των επιπλέον των εκλεγμένων κι ως εκ τούτου μη ελεγχόμενων,  ισόβιων γερουσιαστών, μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη για τις πλειοψηφίες που έχουν αναδειχθεί από τις κάλπες. 

Η θεσμική εξασφάλιση της μακροβιότητας της Μελόνι βρίσκεται λοιπόν προ των πυλών. Όμως εδώ βρίσκεται ο κόμβος, καθώς για να εγκριθεί το νέο νομοσχέδιο θα πρέπει να εξασφαλίσει την απαραίτητη πλειοψηφία. Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, κάθε συνταγματική αλλαγή και νόμος θα πρέπει να περάσει δύο φορές από έγκριση από κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου -σε απόσταση τουλάχιστον 3 μηνών μεταξύ τους. Και κυρίως στη δεύτερη κι αποφασιστική ψηφοφορία θα πρέπει να εξασφαλισθεί πλειοψηφία δύο τρίτων (267 στη Βουλή, 136 στη Γερουσία), ειδεμή ο νόμος τίθεται σε δημοψήφισμα.

Κι εδώ ξεκινούν τα προβλήματα για τη Μελόνι: η κυβερνητική πλειοψηφία μετρά 238 έδρες στο Μοντετσιτόριο και 116 στο Παλάτσο Μαντάμα -από τις οποίες θα πρέπει να αφαιρεθούν οι ψήφοι των δύο προέδρων που δεν μετέχουν στις ψηφοφορίες. Εάν υποθετικά προστεθούν οι ψήφοι του Italia Viva του Ματέο Ρέντσι (που δεν έχει κλείσει τις πόρτες στη μεταρρύθμιση), οι αριθμοί είναι 246 στη Βουλή και 122 στη Γερουσία. Όπερ σημαίνει πως θα πρέπει να εξασφαλισθούν οι θετικές ψήφοι από 21 βουλευτές και 14 Γερουσιαστές από την αντιπολίτευση. Πράγμα δύσκολο. Και η εμπειρία διδάσκει (βλέπε το συνταγματικό δημοψήφισμα του Ρέντσι το 2016, που οδήγησε και στην πτώση της κυβέρνησής του) πως στα δημοψηφίσματα το εκλογικό σώμα κινητοποιείται και ψηφίζει διαφορετικά και πιο υπεύθυνα από τις εκλογές. Ιδίως όταν κρίνεται το θεσμικό μέλλον και απειλούνται οι ελευθερίες του.

H ιστορία έχει επιφυλάξει για τη Μελόνι ορισμένες παράξενες συμπτώσεις. Η εκλογή της το 2022 συνέπεσε κατά λίγες ημέρες με τα εκατόχρονα από τη Μεγάλη Πορεία του Μουσολίνι στις 28 Οκτωβρίου 1922, που τον έφερε στην εξουσία. Σχεδόν εκατό συν ένα  χρόνια μετά τον περιώνυμο «λόγο του στρατοπέδου» ο Μουσολίνι εξασφάλιζε την έγκριση του Κοινοβουλίου (22 Νοεμβρίου 1922) για να αναλάβει πλήρεις εξουσίες έως τις 31 Δεκεμβρίου 1923  και να ξεκινήσει να επιβάλει τη φασιστική δικτατορία του. Μετά τους εορτασμούς της 4ης Νοεμβρίου, της νέας εθνικής που θέσπισε η Μελόνι για τις ένοπλες δυνάμεις και την είσοδό τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Αυστρίας -έναν καθαρά επιθετικό και επεκτατικό πόλεμο από πλευράς Ιταλίας προκειμένου να εξασφαλίσει από την Entente εδάφη στη Μικρά Ασία και τα Δωδεκάνησα – η Ιταλίδα πρωθυπουργός αναζητεί από το Κοινοβούλιο τη δική της ευκαιρία να ανατρέψει τη θεσμική ηθική, προκειμένου να φέρει τις οπισθοδρομικές και σκοταδιστικές της απόψεις και να φαλκιδεύσει το πολίτευμα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Ισπανία: Η αστυνομία διέλυσε συμμορία που διακινούσε πλαστά χαρτονομίσματα

Οι Συντηρητικοί κυριαρχούν στο κοινοβούλιο του Ιράν, στις εκλογές της συνέλευσης

«Συνταγματικός» ολοκληρωτισμός

Η Γάζα δέχεται την πρώτη αεροπορική ρίψη αμερικανικής ανθρωπιστικής βοήθειας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα