ΑΘΗΝΑ
11:39
|
13.04.2024
Η δεξιά θέλει να υπερασπιστεί τον δικό της Γκράμσι και να ανταγωνιστεί μαζί του μια αριστερά που στην πραγματικότητα μιλάει για αυτόν όλο και λιγότερο.
Αντόνιο Γκράμσι
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η αντινομία, να βρίσκεται στην κυβέρνηση μίας δημοκρατικής χώρας ένα κόμμα, που καταστατικά θεωρείται επίγονος του ανθρώπου που κατέλυσε τον κοινοβουλευτισμό, είναι ευδιάκριτη σε κάθε περίσταση που οφείλουν τα στελέχη του να εκφράσουν την πίστη τους στους δημοκρατικούς θεσμούς και τα θέσμιά του. Η  ορατή αμηχανία που επέδειξαν οι νεοφασίστες πρωθυπουργός και πρόεδρος της Βουλής, Τζόρτζια Μελόνι και Ινιάτσιο Λα Ρούσα στο μήνυμα κατά του ναζιφασισμού επ’ ευκαιρία της «Ημέρας της Μνήμης για το Ολοκαύτωμα», έδειξε πως παρά τις διάτορες διακηρύξεις για πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς, η πίστη στο φασιστικό παρελθόν και οι διαρκείς πράξεις και πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν είναι πάντοτε υπαρκτές.

Η αναθεωρητική σταυροφορία της νεοφασιστικής κυβέρνησης της Τζόρτζιας Μελόνι στην Ιταλία δεν περιορίζεται μόνον στη ανασκευή και ανατροπή της ιστορίας και της νομιμοποίησης του μουσολινικού παρελθόντος ή στην κάθαρση της μαύρης τρομοκρατίας του ‘60-‘70. Το εγχείρημα της κυβέρνησης Μελόνι αποσκοπεί στην ολική απαλλοτρίωση κάθε ιστορικού γεγονότος με απώτερο στόχο να διαπλαστεί μία «ιταλική ιδεολογία», πάνω στην οποία θα οικοδομήσει το δικό της νέο Imperium η νεοφασίστρια πρωθυπουργός. Και στην πορεία τούτη η ίδια και οι εκλεκτοί συνεργάτες της δεν κάνουν εξαιρέσεις -ακόμη και για εγνωσμένους πολιτικούς της αντιπάλους.

Η απόφαση του υπουργού Πολιτισμού Τζενάρο Σαντζουλιάνο να αναρτήσει αναθηματική επιγραφή στην κλινική Κουϊζιζάνα στη Ρώμη, όπου ο Αντόνιο Γκράμσι άφησε την τελευταία του πνοή στις 27 Απριλίου 1937, αλλά και η πρόθεσή του να οργανώσει μία έκθεση στη μνήμη του, εγγράφεται στη γενικότερη πολιτιστική επιχείρηση να αποξενωθεί ο μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος και κομμουνιστής ηγέτης από το ιδεολογικό και θεωρητικό του περίβλημα και να υπεξαιρεθεί από τη δεξιά παράταξη.

Η κίνηση του Σαντζουλιάνο είναι περίτεχνη και αφαιρεί από την Αριστερά ακόμη και την πρωτιά να αποδοθούν τέτοιου είδους δάφνες στον Γκράμσι: πολλές φορές η Αριστερά και οι κυβερνήσεις της είχαν προσπαθήσει να επιτύχει την ανάρτηση μίας τέτοιας στήλης, ωστόσο πάντοτε προσέκρουε στην άρνηση των διοικητών της κλινικής και του ιδιοκτήτη της, του «αντρεοτικού φασίστα» Τσαραπίκο. Εντούτοις, τα πράγματα αλλάζουν όταν την πρωτοβουλία την έχει η ακροδεξιά -έστω κι εάν ο προπάτωρ της Μπενίτο Μουσολίνι ήταν εκείνος που είχε φυλακίσει και ήθελε πάση θυσία νεκρό τον «καμπούρη».

Αλλά, σε τι πραγματικά στοχεύει τούτη η πολιτιστική επίθεση της δεξιάς; Είναι αδιαμφισβήτητα μία επιχείρηση για την απο-ιδεολογοποίηση και απο-πολιτικοποίηση της αριστερής παράδοσης στην Ιταλία. Την «εκκένωση» της πολιτικής σκέψης στο όνομα μίας «εθνικής παράδοσης», που συνδυάζει αντιφατικές ιδεολογίες: το Risorgimento της εθνικής απελευθέρωσης και τον Ματσίνι, τον Τζομπέρτι, τον Γκράμσι μαζί με τον φιλοφασίστα Τζεντίλε και τον πρώιμο απολογητή και κατοπινό απαρνητή του Φασισμού Μπ. Κρότσε, τον Τζοβάνι Βέργκα και τον υπερδεξιό Πρετσολίνι, τον κομμουνιστή ηγέτη Τολιάτι και τον νεοφασίστα Αλμιράντε, τους διαπλεκόμενους Κράξι και  Αντρεότι και γιατί όχι και τον Μπερλουσκόνι. Και να τον δοξολογήσει με μία έκθεση αμέσως μετά την αντίστοιχη με τον Τόλκιν, μία άλλη προσωπικότητα που η νεοφασίστρια Μελόνι έχει κατ’ επανάληψη πασχίσει να σφετερισθεί, με βάση τον κοινωνικό διαχωρισμό που περιγράφει στο έργο του.

Η κίνηση μάλιστα του Σαντζουλιάνο είναι ακόμη πιο φιλόδοξη από εκείνη της Μελόνι, που αποπροσανατολιστικά κι εκτός πλαισίου διαστρεβλώνει κατ’ επανάληψη τον ορισμό του Ερνέστ Ρενάν, ενός καθαρά μη εθνικιστή στοχαστή, για το έθνος και τις καθημερινές θυσίες γι’ αυτό, προκειμένου να στηρίξει τον δικό της «πατριωτισμό» νεοφασιστικής κοπής. Όπως εξηγεί στην πυκνή επιστολή του προς την Corriere με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου, ο νεοφασίστας υπουργός επιδιώκει να επανεντάξει τον Γκράμσι στο πλαίσιο της ιταλικής ταυτότητας που η κυβέρνησή του επιζητεί να εμφυσήσει, στα πρότυπα και των άλλων ευρωπαϊκών λαϊκιστικών ακροδεξιών κομμάτων. Μία ταυτότητα υπό το λάβαρο της ιδέας του έθνους-λαός και της αμόλυντης ιταλικής ιδεολογίας και πολιτισμού. Η ρητορική της επιστολής είναι τέτοια, που μοιάζει ο (νεοφασίστας, το επαναλαμβάνουμε) υπουργός να ανασύρει από το περιθώριο της ιστορίας τον  Γκράμσι, ωσάν  να ήταν σήμερα ένας παρίας ή περιφρονημένος και αποκηρυγμένος συγγραφέας. Ή πολύ απλά, ωσάν να τον διάβαζαν… λάθος, με την αριστερά να  βρίσκεται υπόλογη για τούτη την παράλειψη ή την αστοχία. 

Εν, ολίγοις, ο Γκράμσι δεν είναι, σύμφωνα και με τις επίσημες ανακοινώσεις του Σαντζουλιάνο, πια ο φιλόσοφος των κατώτερων τάξεων και ο εχθρός της ιταλικής λαϊκιστικής ιδεολογίας. Ήγουν, δεν είναι ο φιλόσοφος του Καισαρισμού, της ιδεολογίας του κόμματος ως πρωτοπορία και μηχανισμός για τον επιθετικό μετασχηματισμό και την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης και του εποικοδομήματος. Απεναντίας, ο Γκράμσι μετατρέπεται σε ένα διανοούμενο Genius Loci της ιταλικής εθνικής επανάστασης, που εξέφραζε το πνεύμα των καιρών και του λαού του. Την επαναστατικότητα -είτε των αριστερών Αρντίτι του Λαού, είτε των φασιστών squadristi- που επιζητούσε την αλλαγή ενός σάπιου συστήματος και την αναγέννηση της «Ιταλικότητας», των μεγάλων πεπρωμένων του Έθνους. Εν ολίγοις, ο Γκράμσι γίνεται ο σημαιοφόρος του ιταλικού Geist και  Zeitgeist -όπως ακριβώς ο Φίχτε ήταν ο ήρωας του γερμανικού Geist ή οι Γάλλοι διαφωτιστές του γαλλικού κ.ο.κ. Επομένως ο Γκράμσι ως θεωρητικός της έννοιας του «λαού», ως μίας αδιάκριτης οντότητας που ενσαρκώνει τη μεταφιλελεύθερη και συντηρητική νεωτερικότητα με τον πρωταγωνισμό του, πέρα ​​από τον διαχωρισμό των εξουσιών και την κοινωνική σύγκρουση. Με άλλα λόγια, γίνεται ένας προφήτης της κινητοποίησης των μαζών που εντάσσονται σε ένα νέο εθνικό κίνημα καθεστώτος, με στόχο την εκπλήρωση των όρκων του ημιτελούς Risorgimento.

Ο Σαντουλιάνο ακολουθεί μία μέθοδο, που ήδη είχε ακολουθήσει ο  εθνικοφασίστας ιστορικός Τζοακίνο Βόλπε, ο οποίος προσέδωσε στον φασισμό μια λαϊκή και Ματσινική ιδιότητα για την εκπλήρωση του κινήματος του Risorgimento. Το ίδιο έκανε, με άλλον τρόπο και ο Τζοβάνι Τζεντίλε. Είναι προφανές ότι η ακροδεξιά της Μελόνι, θέλει να αποκόψει τους δεσμούς του Γκράμσι με το εργατικό κίνημα, να μην αντιμετωπίζεται πια ως ο καταδιωγμένος από το φασιστικό καθεστώς κομμουνιστής πολιτικός. Να ξεχασθεί ότι αυτός ήταν ο δημιουργός του ΙΚΚ και ότι πέθανε στις φυλακές του Μουσολίνι. Να μη διαβάζεται πλέον ως ο θεωρητικός της επανάστασης και του θριάμβου των εργατών κι όχι ενός αφηρημένου έθνους κι ως κήρυκας της  απελευθέρωσης από την καπιταλιστική κυριαρχία και την εκμετάλλευση της άρχουσας τάξης -μίας τάξης που χρησιμοποίησε τους φασίστες και τον οπορτουνισμό τους. Κάτι που  συνεχώς καταγγέλλει ο Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής.

Η δεξιά θέλει να υπερασπιστεί τον δικό της Γκράμσι και να ανταγωνιστεί μαζί του μια αριστερά που στην πραγματικότητα μιλάει για αυτόν όλο και λιγότερο για τουλάχιστον μια δεκαετία. Έχοντας ουσιαστικά φτωχοποιήσει το οπλοστάσιο και την ταυτότητά του. Κάτι που είχε τολμήσει πάλι τον Γενάρη του 1995  ο προκάτοχος της Μελόνι Τζανφράνκο Φίνι, όταν ούτε λίγο, ούτε πολύ  δήλωνε πως «η κληρονομιά της Alleanza Nazionale είναι συνυφασμένη με εκείνην την εθνική κουλτούρα, που μας κάνει παιδιά του Δάντη και του Μακιαβέλι, του Ροζμίνι και του Τζομπέρτι, του Ματσίνι και του Κοραντίνι, του Κρότσε, του Τζεντίλε κι ακόμη και του Γκράμσι».

Επομένως, είναι μια επιχείρηση  για να συμπεριληφθεί ο Ιταλός επαναστάτης  στους «Πατέρες της Ιταλίας» και όχι να νοείται ως ο ανατροπέας της επίπλαστης πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τους Σαβόια. Το κόμμα της Μελόνι, αντάξιο του τίτλου του «Αδέλφια της Ιταλίας» θέλει να «αδελφώσει» τον Γκράμσι με εκείνους που πολέμησε και λέει: είδατε; Και ο Γκράμσι ήταν τελικά ένας από εμάς, ένας πατριώτης. Και το πράττει συνθλίβοντας τον τρόπο που ο Γκράμσι αντιμετώπισε στο έμπα του Α΄ Πολέμου το «εθνικό ζήτημα», εντάσσοντάς το ως «εσωτερικό» καταστατικό θεμέλιο στα ίδια τα κόμματα της εργατικής τάξης.  Αν για τον Τζεντίλε ο Πόλεμος ως ακραία μεν, αλλά αναγκαστική  λύση για την κρίση του Πνεύματος, ή για τον Κρότσε οι βαθμίδες του Πνεύματος, για τον Γκράμσι αντίθετα οι στιγμές αυτές είναι βαθμίδες του εποικοδομήματος. Με την πολιτική διαδικασία να είναι η πρώτη βαθμίδα που είναι στην πρώτη φάση της θεληματικής, αδιαχώριστης και στοιχειώδους απλής επιβεβαίωσης.

Εκείνο που πρώτιστα θέλει η ακροδεξιά να λεηλατήσει είναι η άποψή του για την ιδιαιτερότητα της έννοιας του «εθνικού» και του «έθνους» σαν το περιέχον σκεύος της συνείδησης και ως πεδίο της μάχης των προλεταρίων. Ένα πεδίο που ενσωματώνει το δυναμικό εργατικό κίνημα χωρίς να αποκλείει τον προλεταριακό διεθνισμό και θεωρείται η ουσιαστική ιστορική πραγματικότητα μέσα στην οποία είναι γραμμένο ή πέπρωται να δοθεί η μάχη. Ο κάθε προλετάριος για τον Γκράμσι παλεύει μέσα στο «έθνος» του. Εκεί είναι ο στίβος του αγώνα του, το εργοστάσιό του, τα χωράφια, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και το πλαίσιο που τον συνθλίβουν και θα πρέπει να μετασχηματισθούν μέσα από την πάλη του είναι εκεί. Συναρτώντας σ’ εκείνες τις στιγμές το πρόταγμα των Σοσιαλιστών (ακόμη υπενθυμίζουμε πως ακόμη δεν είχε ιδρυθεί το ΙΚΚ και στις απαρχές του Πολέμου ηγέτης των Σοσιαλιστών ήταν ακόμη ο Μουσολίνι!) για την «απόλυτη ουδετερότητα» στις ιστορικές μεταβάσεις, ο Γκράμσι καλούσε τον προλεταριακό κόσμο να αδράξει την ευκαιρία και συμμετέχοντας δυναμικά στον καπιταλιστικό εκείνο εμφύλιο αλληλοσπαραγμό για δύναμη κι επικράτηση, να μετατρέψει εκείνη την ουδετερότητα σε «ενεργό και δραστήρια ουδετερότητα».  Βέβαια εδώ εδράζεται εκείνο που διαφεύγει σε εκείνους που σπεύδουν να «καταπατήσουν» τη θεωρία και την προσωπικότητα του Γκράμσι. Ο πατριωτισμός του εμφανίζεται ως αναγκαιότητα ενός συγκεκριμένου προλεταριάτου να αναλάβει δράση για να αποδείξει πως η άρχουσα τάξη της χώρας έχει αποτύχει στον στόχο της, γιατί έχει οδηγήσει στην κατάρρευση το έθνος, που κατά τ’ άλλα κομπορρημονεί πως ήταν «η μόνη εκπρόσωπος».

Για τον Γκράμσι το εθνικό και το διεθνικό δεν είναι δυνατόν να αποσπασθούν. Για εκείνον το σημείο εκκίνησης του αγώνα για τη νίκη είναι το εθνικό επίπεδο και το οποίο φυσικά τείνει προς τον διεθνισμό, σαν σύγκλιση των επιμέρους εθνικών επαναστάσεων στην παγκόσμια ειρήνη και κοινότητα, που η θα επιβάλλει κι εγγυάται η δικτατορία του προλεταριάτου.  Κατά τον ίδιον θα πρέπει πρώτιστα να μελετηθούν οι εθνικές ιδιαιτερότητες, να κατανοηθούν και να κατευθυνθούν κατάλληλα και για τούτο πρώτο μέλημά του ήταν ακριβώς να ορθοτομήσει τις ιταλικές ιδιαιτερότητες. Αλλά και η έννοια της (εθνικής) παθητικής επανάστασης θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μία τακτική για να διαμορφωθεί μία εθνική ηθική μεγαλύτερης δράσης και λαϊκής επαναστατικής πρωτοβουλίας.

Αλλά και την άποψή του για τον «βολονταρισμό», τακτική που κι ο Γκράμσι δανειζόταν από τον Λένιν βλέποντας ακριβώς την πρακτικότητα και αποτελεσματικότητά του, είναι ένα κοινό σημείο με τη φασιστική πολιτική πρακτική, που εννοεί η νεοφασιστική κυβέρνηση να ισοπεδώσει. Βέβαια, ο φασιστικός βολονταρισμός  της βίας, με τις νιτσεϊκές του αποχρώσεις του υπεράνθρωπου (και της υπέρτερης ράτσας) και της βούλησης για δύναμη των ανωτέρων, δεν πρέπει να συγχέεται με τους ευσεβείς πόθους  της νομοτελειακότητας που διέπει την πίστη της προλεταριακής τάξης ότι θα επικρατήσει. Άλλο το υπερέχω-υπερτερώ κι άλλο το υπερέχω-νικώ.

Όμως μέσα απ’ όλα αυτά έρχεται μία πικρή διαπίστωση, που έρχεται από μακριά κι ακόμη γίνεται αντικείμενο έρευνας. Η διαπίστωση για το κατά πόσον η δεξιά, και μάλιστα η ακροδεξιά, έχει από καιρό αντιγράψει και σφετερισθεί τις γκραμσιανές τακτικές του πολέμου θέσεων και ελιγμών, στρέφοντάς τις και πρακτικά μάλιστα απέναντι σε μία αριστερά που από καιρό έχει λησμονήσει τον Ιταλό φιλόσοφο.

Η ίδια η αριστερά μαυλισμένη από τον αφελή κοσμοπολιτισμό του μεταμοντέρνου, πίστεψε πως η συνεκτική ιδεολογική περιγραφή του μοντέλου της σύγχρονης παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής της απλώς εμπίπτει στο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και πως οι «συμπεριλήψεις» του καταναλωτικού και άυλου χρηματοοικονομικού μοντέλου θα οδηγήσουν στον μετασχηματισμό μέσα από την επικύρωση των διαφορετικοτήτων σαν αυτόνομα πολιτικά υποκείμενα, που θα διεκδικούν διαρκώς και θα επιτυγχάνουν τα δικαιώματά τους. Μέσα στη φιλοδοξία να ξεπεράσει τη διχοτομία-σύγκρουση του ορθολογισμού και των αξιών (στο πλαίσιο του Wertrational) η μεταμοντέρνα αριστερή σκέψη αποδέχθηκε την απαξίωση της Λογικής και την  πολλαπλότητα των αξιακών θέσεων μη βλέποντας πουθενά κάποια αντίφαση, καλλιεργώ τας έναν πολιτικό μηδενισμό, όπου σε κάθε θέση ισχύει και το αντίθετο της. Θέλοντας να δείξει τον δικό της οπορτουνισμό μετά την πτώση του Τείχους, η αριστερά άρχισε να πασχίζει να εξασφαλίσει συμμαχίες «εική και ως έτυχε». Δικαιώματα, που πίστεψαν πως το καπιταλιστικό μοντέλο, έστω κι εκμεταλλευόμενο καταναλωτικά κι εμπορικά, θα τα αναγνωρίζει. Και ότι αρκεί η περιστασιακή ερμηνεία κι η βολονταριστική σύμπλευση των υποκειμένων αυτών με το εποικοδόμημα και τις διεκδικήσεις του για να απαλλάξει την πολιτική θεωρία και πράξη από τον προβληματικό χαρακτήρα του καθολικού ιδεολογικού «δόγματος» και τις αξιώσεις του για «προοδευτικά» και «πρωτοποριακά» αιτήματα. Διακόπτοντας τη σχέση της με τη βασική επαναστατική θεωρία, τα διδάγματα των αγώνων και τους πνευματικούς της πατέρες. Αξίες και πρόσωπα που κινδυνεύουν, όπως στην περίπτωση του Γκράμσι, να μεταξιωθούν και να «απομαγευθούν», πέφτοντας στη λήθη όχι μόνον της Ιστορίας, αλλά κι αυτού του ίδιου του αριστερού κινήματος.

Ο Γκράμσι κινδυνεύει να μεταποιηθεί, να καταλήξει με νέα ταυτότητα στα σχολικά εγχειρίδια που γράφονται σήμερα για την «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» του Σαντζουλιάνο και θα τον αποσπούν από την αριστερή παράδοση, παρασταίνοντάς τον ως πατέρα του έθνους.

Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση στην Ιταλία δείχνει πως οι συνθήκες στην αριστερά μοιάζουν όλο και περισσότερο με το 1920. Τότε που κι ο ίδιος ο Γκράμσι διαπίστωνε πως το τότε Σοσιαλιστικό κόμμα έμοιαζε με ένα «ασύνδετο σύμφυρμα από κόμματα, (που) κινείται και δεν μπορεί να μην κινείται οκνά και αργά». Και μοιάζει να είναι οι μάζες που σπρώχνουν και «διδάσκουν» το κόμμα με το τελευταίο να είναι «ένας φτωχός συμβολαιογράφος που καταγράφει τα εγχειρήματα που αυθόρμητα υλοποιούν οι μάζες». Η ιταλική, κι όχι μόνον αυτή, αριστερά θα πρέπει να ξαναπάρει πίσω τον Γκράμσι και να τον αποδώσει έτσι όπως αυτός ήταν: ο φιλόσοφος και πολιτικός ηγέτης των καταδιωγμένων τάξεων από την καπιταλιστική αδηφαγία, ο επαναστάτης που έθεσε την υγεία και τη ζωή του στο όραμα της αλλαγής της παγκόσμιας κοινωνίας και της νίκης των καταπιεσμένων κι όχι στην οικοδόμηση ενός πατριωτικού καπιταλιστικού και ξενόφοβου κράτους.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

ΜέΡΑ25: Είναι πολλά τα λεφτά που μας κλέβουν και τρώνε

Γάζα: Ακρωτηριάστηκε δημοσιογράφος μετά από ισραηλινή επίθεση

Σίδνεϊ: Πέντε νεκροί από επίθεση με μαχαίρι σε εμπορικό κέντρο [upd]

Μεταβατικό συμβούλιο για τον ορισμό νέας κυβέρνησης στην Αϊτή

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα