ΑΘΗΝΑ
02:15
|
24.02.2024
Τελευταίοι, αλλά όχι έσχατοι, μοιάζουν να μπαίνουν οι Ισπανοί αγρότες στις κινητοποιήσεις.
Στους δρόμους και οι Ισπανοί αγρότες
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τελευταίοι, αλλά όχι έσχατοι, μοιάζουν να μπαίνουν οι Ισπανοί αγρότες στις κινητοποιήσεις. Κάποιοι θα τολμούσαν να πουν πως εκείνοι ίσως θα είχαν του λιγότερους λόγους για να ξεσηκωθούν, μιας και από την πρώτη στιγμή ο υπουργός συναντήθηκε με τις κύριες συνδικαλιστικές τους ενώσεις και δεσμεύθηκε πως η κυβέρνηση θα ορθώσει το ανάστημά της στις Βρυξέλλες και πως θα στηρίξει τα αιτήματά τους. Άλλωστε, οι αγρότες έχουν να πιστώσουν στην κυβέρνηση Σάντσεθ τo ότι τους υπερασπίσθηκε σθεναρότατα απέναντι στις κατηγορίες από τους Γάλλους αγρότες για αθέμιτο ανταγωνισμό με κατώτερα σε ποιότητα κι ασφάλεια προϊόντα, που επανέλαβε και ο πρωθυπουργός τους Γκαμπριέλ Ατάλ. Η στάση της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ ήταν αποφασιστική και μάλλον σε αυτό θα μπορεί να οφείλεται η κάποια καθυστέρηση στα απεργιακά αντανακλαστικά των Ισπανών αγροτών.  

Αλλά και η κυβέρνηση της Καταλονίας, που συντίθεται από κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση Σάντσεθ, με τα τρακτέρ ήδη να έχουν καταλάβει το κέντρο της Βαρκελώνης, όχι μόνο συναντιέται μαζί τους αλλά δηλώνει επίσης ότι κατανοεί το δίκαιο των αγροτικών κινητοποιήσεων. Μολαταύτα, τα αιτήματα που έχουν και οι Ισπανοί αγρότες δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που συγκλονίζουν τους Γάλλους και τους άλλους Ευρωπαίους συναδέλφους τους. Γιατί, και οι Ισπανοί αγρότες, που από την περασμένη Τρίτη βγήκαν με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο στους δρόμους κι αυτοί στις πορείες και τις διαδηλώσεις τους ακόμη και μέσα στις μεγάλες πόλεις (Βαρκελώνη, Βαγιαδολίδ, Θαραγόθα) απαιτούν αλλαγές  στις γεωργικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μια σειρά μεταρρυθμίσεων που θεωρούν κρίσιμες για την επιβίωσή τους στον κλάδο.

Ένα από τα κύρια σημεία σύγκρουσης είναι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ε.Ε., η οποία έχει προκαλέσει βαθιά ανησυχία στην ευρωπαϊκή αγροτιά. Μαζί με τους συναδέλφους τους από άλλες χώρες, οι Ισπανοί αγρότες διαμαρτύρονται ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές και η γραφειοκρατία της Ε.Ε. τους επιβαρύνουν υπερβολικά και εμποδίζουν την ικανότητά τους να λειτουργούν βιώσιμα. Η ΚΑΠ, που προωθείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της πολιτικής της για μία υστερούσα πράσινη μετάβαση, επιδιώκει μια οικονομία ουδέτερη από εκπομπές άνθρακα και θεσπίζει απαιτήσεις όπως η μείωση των φυτοφαρμάκων και η υποχρεωτική αύξηση των εδαφών που θα περνούν σε αγρανάπαυση, ώστε να μειώνονται οι εκπομπές για τις οποίες είναι υπεύθυνος ο τομέας της γεωργίας.  Οι Ισπανοί αγρότες πιστεύουν ότι αυτές οι απαιτήσεις είναι αβάσιμες και επηρεάζουν αρνητικά τις επιχειρήσεις τους.

Ένα άλλο από τα βασικά αιτήματά τους είναι η ανάγκη να διατίθενται τα προϊόντα τους σε δίκαιες τιμές γι’ αυτούς -κι εν τέλει για τους καταναλωτές. Οι Ισπανοί αγρότες ενώνουν τη φωνή τους με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους στον αγώνα για να λάβουν δίκαιη αποζημίωση για την εργασία και την παραγωγή τους. Στην Ισπανία, ισχύει η νομοθεσία για τη διατροφική αλυσίδα, μία ειλικρινής και προοδευτική προσπάθεια να ρυθμισθεί η διαδρομή από την παραγωγή, στη μεταποίηση, τη διάθεση και την κατανάλωση. Είναι μία νομοθεσία που επιδιώκει να εξισορροπήσει την ανισότητα στον συσχετισμό του κέρδους ανάμεσα στους αγρότες, της βιομηχανία και τη διανομή και τα σουπερμάρκετ με μέτρα που αποβλέπουν στην αποτροπή να πωλούνται προϊόντα με ζημίες και να διασφαλίζεται η διαφάνεια στις συμβάσεις. Μία νομοθεσία που ο ίδιος ο Σάντσεθ έχει δεσμευθεί ότι θα διευρύνει και θα ενισχύσει προς όφελος των αγροτών. Παρά τα μέτρα τούτα, πολλές αγροτικές οργανώσεις αξιώνουν να υπάρξουν ακόμη περισσότερα μέτρα, ώστε να επιτυγχάνονται πραγματικά δίκαιες τιμές. Ειδικά στην Ισπανία χρονίζει, ενδεικτικά, το θέμα της τιμής αγοράς και διάθεσης του γάλακτος από τα σουπερμάρκετ. Αιτήματα ανάλογα με αυτά που διεκδικούν και από την πλευρά τους, οι Γάλλοι παραγωγοί, σύμφωνα με την οργάνωση FNSEA, που παρά την   εθνική νομοθεσία (Egalim) διαλαλούν πως η κατάσταση που επικρατεί με τις μεγάλες επιχειρήσεις του τομέα είναι «τρομερή». Όπως και η Γαλλία, έτσι και η Ισπανία (μαζί με τη Γερμανία και την Ιταλία) αποτελεί ένα από τα μεγάλα κέντρα μεταποίησης και διανομής του αγροδιατροφικού τομέα στην Ευρώπη και καθορίζουν τις τάσεις και τιμές, που άμεσα επηρεάζουν την παραγωγή, αλλά και την τελική κατανάλωση, δημιουργώντας μία τεράστια ψαλίδα, στο εύρος του ανοίγματος της οποίας κερδοσκοπούν ασύστολα μονοπώλια, που έχουν καταφέρει επί χρόνια να αυξήσουν έως και 300% την τιμή των φρούτων από το χωράφι στο ράφι.

Αλλά και όσον αφορά τη φυτοϋγειονομική πολιτική και την ποιότητα των καλλιεργειών, τόσο οι Ισπανοί όσο και οι Γάλλοι αγρότες τρέφουν παρόμοιες ανησυχίες. Και οι δύο τομείς ένθεν και ένθεν των Πυρηναίων έχουν εκφράσει ανησυχία για τον αθέμιτο ανταγωνισμό που προέρχεται από εισαγόμενα προϊόντα που δεν πληρούν τα ίδια πρότυπα ασφάλειας και κανόνες παραγωγής, που απαιτούνται με δρακόντεια νομοθεσία από αυτούς σε τοπικό επίπεδο από την Ε.Ε.. Μία κατάσταση που ευνοεί τους εισαγωγείς προϊόντων και τα μονοπώλια στην αγροτοδιατροφική βιομηχανία που μειώνουν το κόστος και χειραγωγούν τις τιμές, με πρόσχημα το κόστος «παραγωγής» και μεταφοράς τους. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε συζητήσεις σχετικά με τους ίσους όρους στον ανταγωνισμό -μιας και το σύνθημα των Βρυξελλών είναι πραγματικά ο ανταγωνισμός, ακόμη και στον αγροτικό τομέα, την έκθεση για τη βελτίωσή του οποίου έχει αναθέσει η Ε.Ε. στον επιτήδειο Μάριο Ντράγκι αλλά  και για  την ανάγκη για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των εισαγόμενων προϊόντων.

Ιδιαίτερα, οι Ισπανοί αγρότες επικρίνουν επίσης ορισμένες από τις εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει η Ε.Ε. με άλλες γεωγραφικές οικονομικές ζώνες, όπως η συμφωνία με τη Mercosur, οι οποίες φοβούνται ότι θα βλάψει το ζωικό τους κεφάλαιο και το εμπόριο σιτηρών. Βέβαια, όσον αφορά τις εμπορικές σχέσεις με τη Λατινική Αμερική, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες με τις αντίστοιχες προθέσεις της ισπανικής κυβέρνησης, για την οποία η ήπειρος αυτή αποτελεί ένα διηνεκή στόχο για συνεργασία. Άλλωστε και η Μαδρίτη μαζί με τη Βραζιλία προΐσταντο στις διαπραγματεύσεις Ε.Ε.-Mercosur. Εξυπακούεται ωστόσο πως οι διμερείς σχέσεις της Ισπανίας με τις λατινοαμερικανικές χώρες θα εκινούντο προς μία προνομιακότερη και πιο επωφελή συμφωνία για τις ισπανικές εταιρείες και τους αγρότες, ιδίως για τις δικές τους εξαγωγές κι όχι για την αδιάκριτη και μονομερή εισαγωγή φθηνών και χωρίς επαρκή πρότυπα ασφάλειας προϊόντα από τη Λατινική Αμερική. Επιπλέον, οι Ισπανοί αγρότες διαλαλούν την αντίθεσή τους με τη συμφωνία της ΕΕ με το Μαρόκο. Πιο διάτορος είναι σε αυτές τις διαμαρτυρίες ο ισπανικός τομέας οπωροκηπευτικών, που πλήττεται ιδιαίτερα -σε αντίθεση με τη Γαλλία, η οποία συνεχίζει να αποτελεί την πύλη για την πλειονότητα των μαροκινών εισαγωγών στην Ε.Ε..

Διαφορετική κάπως είναι η στάση των Ισπανών αγροτών όσον αφορά το μέγα αίτημα των υπολοίπων ευρωπαίων συναδέλφων τους αναφορικά με τις εισαγωγές σιτηρών από την Ουκρανία και τη Μολδαβία. Η Ισπανία εν γένει διαφοροποιείται από τις διεκδικήσεις αυτές λόγω της διαφοροποίησης της αγροτικής παραγωγής της, η οποία δεν βασίζεται στην καλλιέργεια σιτηρών. Κατά συνέπεια, η Ισπανία έχει έλλειμμα σε δημητριακά, με αποτέλεσμα το αίτημα τούτο να μην μπαίνει καν από τους αγρότες, μιας κι η Ουκρανία είναι ο κύριος προμηθευτής σιτηρών της.

Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τα δύο κόμματα της δεξιάς και της ακροδεξιάς προσπάθησαν να κεφαλαιοποιήσουν τη διαμαρτυρία των αγροτών.  Τη στιγμή που σημαντικό μέρος των αγροτικών διεκδικήσεων αφορούν την πράσινη ατζέντα της Ε.Ε., το ΡΡ έχει να επιδείξει πχ στην περίπτωση της Δονιάνα στην Ανδαλουσία, πως είναι έτοιμο να θυσιάσει την περιβαλλοντική ασφάλεια για να «διευκολύνει», υποτίθεται, τους αγρότες. Το Vox έχει μάλιστα καταγγείλει τον Νόμο για την Διατροφική Αλυσίδα ως «πράσινο σκουπίδι». Δεν είναι τυχαίο που σε όσες Περιφέρειες το Vox συγκυβερνά, έχει επιδιώξει να του εμπιστευθούν και το υπουργείο Γεωργίας, ώστε να πολεμήσει την «οικολογική τρομοκρατία». Βέβαια, εκείνο που οι αγρότες της Ισπανίας θα πρέπει να προσέχουν είναι πως και το Vox, όπως κι οι ακροδεξιοί σύμμαχοί του, όπως η Λεπεν, δεν είναι υπέρ των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, αλλά επιδιώκουν να τις καταργήσουν έτσι ώστε η κάθε χώρα να χαράσσει τη δική της αγροτική πολιτική. Κάτι που θα ήταν καταστροφικό για τους Ισπανούς αγρότες. Ίσως για τούτο πολλοί  Ισπανοί αγρότες, όπως συνέβη στη Βαλένθια, αποδοκίμασαν τους εκπροσώπους των δύο δεξιών κομμάτων, αμφισβητώντας την ειλικρίνεια της συμπαράστασής τους, αναγνωρίζοντας πως η δυσμενής κατάστασή τους δεν μπορεί να λυθεί εάν καταντήσει βορά στα μικροπολιτικά συμφέροντα.

Κι είναι ακριβώς τούτη, η περιβαλλοντική πτυχή στη γεωργία, η οποία ευθύνεται για το 10% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου της Ε.Ε. και για την οποία οι αγρότες καλούνται να αναλάβουν δυσανάλογο μερίδιο ευθύνης, χωρίς επαρκείς επιχορηγήσεις για την αναγκαία οικολογική μετάβαση, που αποτελεί το πεδίο όπου η ακροδεξιά επιδιώκει να αποκτήσει σημείο επαφής με τους αγρότες.

Το γεγονός ότι οι Βρυξέλλες, αλλά και οι εθνικές αρχές,  δεν συμπράττουν ώστε η «αλλαγή παραδείγματος» στη γεωργία να χρηματοδοτηθεί κι αυτή, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους, που αντί να πληρώσουν από την τσέπη τους την «επένδυση» για την οικολογική μετάβαση χρηματοδοτούνται από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, δημιουργεί εύλογα παράπονα για ανισότητες κατά των αγροτών. Ναι μεν πρέπει να υπάρξει μείωση των εκπομπών από τις γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες, όμως η μεταμόρφωση του μοντέλου παραγωγής επικουρείται (;) με λάθος τρόπο.  Προς το παρόν, οι Βρυξέλλες έχουν αποσύρει τη νομοθεσία για να μειωθεί η  χρήση φυτοφαρμάκων, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο τούτο θα πείσουν τους αγρότες ότι τείνει ευήκοον ους. Την ίδια στιγμή, οι Ισπανοί αγρότες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στην Ευρώπη έχουν πληγεί από την ξηρασία, που απειλεί άμεσα την αγροτοδατροφική επάρκεια, αλλά και την ίδια την επιβίωσή τους. Αυτόν τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν ιδιαίτερα οι Ισπανοί αγρότες, που βλέπουν όχι μόνον τις σοδειές, αλλά και τα χωράφια τους να χάνονται.

Κι αυτό ζητούν, να γίνει διάκριση μεταξύ μικρών αγροτών και πολυεθνικών ή ιδιοκτητών μεγάλων εκτάσεων γης. Οι πολιτικές αρωγής θα πρέπει να ενδιαφερθούν επιτέλους και στον μικροπαραγωγό  για να αποφευχθεί αυτό που ήδη συμβαίνει: η εξαφάνιση του γεωργικού πληθυσμού, αλλά και κάτι άλλο ακόμη χειρότερο. Γιατί δημιουργείται μία νέα (κι επικίνδυνη) συσσώρευση γεωργικού κεφαλαίου, καθώς τα μεγάλα funds αρχίζουν να αγοράζουν μαζικά καλλιεργήσιμες εκτάσεις ως επενδυτικό προϊόν.

Διαιωνίζοντας έτσι την κερδοσκοπία στη γεωργία, αλλά κυρίως δημιουργώντας νέες συνθήκες λατιφούντιων και δουλοπαροικίας -ιδίως μέσω και της μεταναστευτικής πολιτικής της Ε.Ε., που απλά θα εξασφαλίζει πως θα «εισάγονται» φθηνά εργατικά χέρια από τις φτωχές χώρες, όχι για να διευκολύνουν τους μικρούς αγρότες, αλλά για να συμβάλουν ακόμη περισσότερο στη δόλια κερδοφορία, με μείωση του παραγωγικού κόστους και της εργασίας και του παραγόμενου προϊόντος για την επελαύνουσα κερδοσκοπική αγροτοδιατροφική βιομηχανία.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Στα μαλακά έπεσε ο σαδιστής ραβίνος του σπιτιού του τρόμου της Ιερουσαλήμ

Συνάντηση Μπλίνκεν-Μιλέι στο Μπουένος Άιρες

Δεν κλείνουν τα Body Shop στην Ελλάδα

Αγγλία: Ένα βήμα πιο κοντά στην επιστροφή ιερών κειμηλίων στην Αιθιοπία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα