ΑΘΗΝΑ
19:00
|
21.04.2024
Είναι τελικά ο νέος Ποινικός Κώδικας πιο κοντά ή πιο μακριά από τις διεκδικήσεις για φεμινιστικές μεταρρυθμίσεις στο ποινικό δίκαιο;
Φυλακές και Ποινικός Κώδικας
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας, λέω πως στην πρόσφατη ολομέλεια της Βουλής για τον νέο Ποινικό Κώδικα, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Γιάννης Μπούγας χάρισε στον φεμινισμό της χώρας μας μια διδακτική στιγμή. Σχολιάζοντας την υποχρεωτική έκτιση ποινών για κάποια πλημμελήματα, ένα από τα πολλά σημεία ακραίας οπισθοδρόμησης του φρέσκου αυτού νομοθετήματος, ο Μπούγας ρώτησε τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ Θεόφιλο Ξανθόπουλο (βλ. στο 5:53:50): «Ακούσαμε ότι πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Ρωτώ λοιπόν. Για ένα πλημμέλημα ενδοοικογενειακής βίας που ο δράστης καταδικαστεί απ’ το δικαστήριο σε ποινή μεγαλύτερη των δυο ετών, πρέπει να εκτίει ένα μέρος της ποινής του ή όχι;».

Η απάντηση του Ξανθόπουλου κρατήθηκε αναμενόμενα εντός των ορίων μιας νομικής συζήτησης. Ο φυσικός δικαστής θα κρίνει, είπε, εάν θα χορηγήσει αναστολή ή όχι. Ας διασκεδάσουμε όμως την ερώτηση του Μπούγα και ας υποθέσουμε ότι στη θέση του Ξανθόπουλου βρίσκεται το φεμινιστικό κίνημα. Συμφωνούν οι φεμινίστριες με την κατάργηση της αναστολής στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας; Συμμερίζονται την άποψη του υφυπουργού πως «έτσι μόνο επιτυγχάνεται και η ειδική και η γενική πρόληψη»; Είναι τελικά ο νέος Ποινικός Κώδικας πιο κοντά ή πιο μακριά από τις διεκδικήσεις τους για φεμινιστικές μεταρρυθμίσεις στο ποινικό δίκαιο;

Δυστυχώς τις απαντήσεις πρέπει να τις αναζητήσουμε στα συμφραζόμενα, πράγμα δύσκολο γιατί τα συμφραζόμενα δεν περιλαμβάνουν πολλές απαντήσεις. Καμία κινητοποίηση ή ανακοίνωση για το νομοθέτημα-έκτρωμα δεν έχει έρθει από συνήθως λαλίστατες φεμινιστικές ομάδες και ακτιβίστριες, που έχουν κάνει την αυστηροποίηση της νομοθεσίας για την έμφυλη και σεξουαλική βία κεντρικό άξονα των διεκδικήσεών τους (και των σοσιαλμιντιακών τους προφίλ) εδώ και χρόνια. Ήδη από το 2019, για παράδειγμα, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, φεμινιστικές διαμαρτυρίες όλων των πολιτικών αποχρώσεων είχαν πετύχει την ένταξη του όρου «συναίνεση» στο Άρθρο 336 για τον βιασμό, οδηγώντας έτσι σε ουσιαστική ακύρωση της αναλογικότητας ανάμεσα σε διαφορετικές πράξεις και συμπεριφορές. Η φεμινιστική νίκη σηματοδότησε το ξεκίνημα μιας περιόδου κατά την οποία ακόμα και ήπιες φιλελεύθερες αντιρρήσεις στην αυστηροποίηση της νομοθεσίας χτυπούσαν πάνω σε έναν τοίχο από συνθήματα, νομικές απλουστεύσεις και την εσφαλμένη, πρώιμη ευφορία του χάσταγκ #MeToo.

Από τότε, φεμινιστικές, δικαιωματικές και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, μαζί με αριστερούς βουλευτές, επικαλούνται τα γυναικεία δικαιώματα για να ενθαρρύνουν διακριτές τυποποιήσεις αδικημάτων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το αίτημα για εγγραφή του όρου «γυναικοκτονία» στον νόμο, αλλά και την ποινικοποίηση του «λόγου μίσους», του stalking και του «εκδικητικού πορνό». Ταυτόχρονα, κάνουν λόγο για εκτόξευση του αριθμού των γυναικοκτονιών, παρ’ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για αυτόν τον ισχυρισμό. Και είναι πάγια πλέον η τακτική της διαμαρτυρίας σε πρωτόδικες αποφυλακίσεις ή αθωώσεις κατηγορούμενων για προβεβλημένες υποθέσεις, όπως και η καραμέλα περί διάχυτης «ατιμωρησίας». Τώρα όμως που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κάνει ένα γενναίο βήμα προς την τιμωρητικότητα, οι φεμινίστριες δεν οικειοποιούνται τον Ποινικό Κώδικα ως συνέπεια των διεκδικήσεών τους, αλλά βγάζουν τον εαυτό τους από το κάδρο είτε δια της σιωπής, είτε βαφτίζοντάς αυτήν την εξέλιξη ως «δεξιά» στροφή.

Και γιατί γίνεται αυτή η δεξιά στροφή; Ακούσαμε από αριστερά χείλη εντός και εκτός Βουλής πως η κυβέρνηση γαργαλά τις διαθέσεις ενός «ακροδεξιού ακροατηρίου». Αλήθεια; Στην ίδια χώρα ζούμε. Πώς διαχωρίζει ξαφνικά τη θέση της η αριστερά από τους μιντιακούς πανικούς των τελευταίων ετών, στους οποίους όχι μόνο συμμετείχε, αλλά ενίοτε, όπως στην υπόθεση του Δημήτρη Λιγνάδη, πρωτοστάτησε; Η αριστερά πρωτοστατεί επίσης στην σύνδεση κατηγοριών σεξουαλικής βίας με το «σεξουαλικό trafficking», έναν ρευστό νομικά όρο, που οι σεξεργάτες έχουν δείξει επανειλημμένα ότι διευκολύνει την κρατική καταστολή σε βάρος τους.

Οι αλληλέγγυες δεν λαμβάνουν υπόψιν τις επιπτώσεις της τιμωρητικότητας ούτε καν για τις γυναίκες που στηρίζουν δημόσια, και οι οποίες συχνά οδηγούνται και αυτές στο στόχαστρο των εισαγγελικών αρχών (η δίωξη κατά της 19χρονης στην Ηλιούπολη είναι ένα πρόσφατο ανάμεσα σε άγνωστο πόσα άλλα παραδείγματα αυτής της παρενέργειας). Ή μήπως είναι δεξιά η Διεθνής Αμνηστία που το 2019, στο ίδιο πνεύμα με την προαναφερόμενη δήλωση Μπούγα περί «πρόληψης», ισχυριζόταν πως η αλλαγή της νομοθεσίας για το βιασμό θα συνέβαλλε «στην αλλαγή των κοινωνικών και ατομικών συμπεριφορών», κάτι που φυσικά δεν έχει καμία επιστημονική εγκυρότητα;

Με έναν στενό ορισμό του «ακροδεξιού ακροατηρίου» λοιπόν όχι, οι φεμινίστριες δεν είναι το ακροατήριο της κυβερνητικής πολιτικής. Το κακό όμως με τους σεξουαλικούς πανικούς, τα hashtag που εξαπλώνονται σε ένα συντηρητικό μιντιακό τοπίο και φυσικά την προπαγάνδα (η «ατιμωρησία» είναι ένα προκλητικό ψέμα), είναι πως δεν ξέρεις ούτε πόσοι θα τα υιοθετήσουν, ούτε ποια κυβέρνηση θα τα υποδαυλίσει εν καιρώ για να μαζέψει ψήφους.

Εν τω μεταξύ, οι διαμαρτυρίες για την επικείμενη ιδιωτικοποίηση του σωφρονιστικού συστήματος δεν μπορούν να κρύψουν την απουσία μιας συνολικής πρότασης για κατάργηση των φυλακών. Κάθε φυλακή είναι κακή, είτε ιδιωτική είτε δημόσια. Όμως η κατάργηση των φυλακών έχει πάψει προ πολλού να είναι αριστερό φεμινιστικό αίτημα. Αντ’αυτού έχουν αναδειχθεί προσχηματικές διεκδικήσεις για περισσότερο ιδρυματισμό, οι περίφημες «δομές» προστασίας των θυμάτων που ως δια μαγείας θα αντιμετωπίσουν το κοινωνικό πρόβλημα της έμφυλης βίας, σε συνδιασμό πάντα με εκλεπτυσμένη αστυνομοκρατία ή (για να δανειστούμε μια προσεκτική διατύπωση της Επιτροπής Φύλου και Ισότητας της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ) με «ενίσχυση των τμημάτων εξάλειψης της ενδοοικογενειακής βίας της αστυνομίας και την κατάλληλη στελέχωσή τους».

Η Επιτροπή δεν έχει ακόμα αποφανθεί για τον Κώδικα. Κάποιες φεμινιστικές οργανώσεις όμως έχουν καλύτερα ανακλαστικά. Η «Διοτίμα» δημοσίευσε ήδη έκθεση για τον Ποινικό Κώδικα, στην οποία οι θετικές επισημάνσεις και εκκλήσεις για διεύρυνση των νόμων για την ενδοοικογενειακή βία, κάνουν την καταδίκη της αυστηροποίησης στο κείμενο να μοιάζει με παρόραμα. Η «Διοτίμα» ζητά, μεταξύ άλλων, να προστεθούν και οι παιδοψυχολόγοι/παιδοψυχίατροι στη λίστα επαγγελματιών που θα είναι υποχρεωμένοι να καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία, ενώ ασκεί κριτική στον θεσμό της ποινικής διαμεσολάβησης, το μόνο ίσως σημείο του Κώδικα που αφήνει μια αμυδρή πιθανότητα εξωδικαστικής, αποκαταστατικής αντιμετώπισης του φαινομένου.

Ψελλίζονται επίσης αυτές τις μέρες διαμαρτυρίες για το ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν συμπεριέλαβε τις φεμινιστικές οργανώσεις στις διαβουλεύσεις του. Ας μην προκαλούν την τύχη τους όμως οι συντρόφισσες. Χάρη τους έκανε η κυβέρνηση. Χωρίς ξεκάθαρες καταργητικές διεκδικήσεις, ή έστω, μια αποκαταστατική ατζέντα για την έμφυλη βία, το πιο πιθανό θα ήταν μια τέτοια πρόσκληση να τις ενέπλεκε ακόμα περισσότερο στη σκοτεινή αυτή ιστορική περίοδο. Τα παράπονα αυτά όμως για εξαίρεσή τους από τους θεσμούς είναι τελικά τόσο κενά ουσίας που μάλλον προδίδουν φόβο – πως το χαλί που έστρωσαν στη Δεξιά μπορεί να οδηγήσει και εκείνες εκεί που θεωρούσαν πως θα καταλήγουν πάντα κάποιοι άλλοι.

Το δίδαγμα του Μπούγα στην Ολομέλεια είναι σαφές. Εάν η απάντηση του φεμινισμού στο νομικίστικο ερώτημα του υφυπουργού είναι πως «όχι, ο καταδικασμένος για ενδοοικογενειακή βία μπορεί να σωφρονιστεί χωρίς φυλακή», τότε κάτι πρέπει να αλλάξει. Εάν η απάντηση είναι «όχι, γιατί η φυλακή δεν είναι η λύση, αλλά το πρόβλημα», τότε πρέπει να αλλάξουν τα πάντα. Όσο όμως ο φεμινισμός επιλέγει τον φυλακισμό ως μέθοδο αντιμετώπισης της βίας, το κράτος θα κάνει τις λάθος ερωτήσεις και θα δίνει την μόνη απάντηση που έχει για όλα τα κοινωνικά προβλήματα: καταστολή για όλο και περισσότερους πολίτες.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

«Άπειρη αξιοπρέπεια»: Η πρόταση του Βατικανού για τα έμφυλα και άλλα κοινωνικά ζητήματα της ύστερης νεωτερικότητας

Χαρδαλιάς για Γενοκτονία Αρμενίων: «Έγκλημα που δεν πρέπει να ξεχαστεί»

Βουλευτικές εκλογές στις Μαλδίβες εν μέσω αντιπαλότητας Ινδίας-Κίνας

Οι πληρωμές από τον e-ΕΦΚΑ και τη ΔΥΠΑ έως τις 26 Απριλίου

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα