ΑΘΗΝΑ
22:26
|
22.07.2024
Ο Σοσιαλιστής ηγέτης πέθανε μία φορά, αλλά όπως και η σημερινή Ιταλία το αποδεικνύει, πεθαίνει στη συνείδηση της χώρας του συνέχεια.
Η 10η Ιουνίου 2024 είναι η ημέρα της άνανδρης απαγωγής και δολοφονίας του Σοσιαλιστή ηγέτη Τζάκομο Ματεότι
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα συνταρακτικά γεγονότα που ακολούθησαν μετά τα δεδομένα της κάλπης στις Ευρωεκλογές της 9ης Ιουνίου, επισκίασαν μία επέτειο, που ακριβώς αυτές τις ημέρες γίνεται υπέρ το δέον επίκαιρη. Η 10η Ιουνίου 2024 είναι η ημέρα της άνανδρης απαγωγής και δολοφονίας του Σοσιαλιστή ηγέτη Τζάκομο Ματεότι από μπράβους του Μουσολίνι, ο οποίος θέλησε με τον τρόπο αυτό να πνίξει τη φωνή του γενναίου πολιτικού και να μην αποκαλύψει τα σκοτεινά σχέδια του φασιστικού καθεστώτος και της διεθνούς και ιταλικής καπιταλιστικής τάξης για την εμπέδωση του ανελεύθερου καθεστώτος του.  Μία δολοφονία που ίσως περισσότερο από τους πύρινους λόγους, ίσως καλύτερα από τις σκοπούμενες αποκαλύψεις, κατέδειξε την εγκληματική και ανελεύθερη φύση του φασιστικού καθεστώτος.

Ένα καθεστώς, που τότε γινόταν αποδεκτό (ίσως ίσως το θαύμαζαν κιόλας) από το διεθνές σύστημα ως καλύτερο ανάχωμα στον κομμουνισμό  -ακριβώς όπως και σήμερα συμβαίνει με την επίγονό του Τζόρτζια Μελόνι, που θεωρείται ο σημαιοφόρος του ευρω-ατλαντισμού στον πόλεμο στην Ουκρανία, τη στήριξη του Ισραήλ, τις επιχειρήσεις στην Υεμένη, έως και τον Ειρηνικό.

Η κυβέρνηση Μελόνι προσπάθησε με τυπικότητα  (και κυρίως αποτρέποντας όσο μπορούσε να τονισθούν τα σαφή αντιφασιστικά χαρακτηριστικά των εκδηλώσεων) να δείξει μετριοπαθές και ενωτικό προσωπείο, ασπαζόμενη τις εκδηλώσεις του Έτους Ματεότι. Ή, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενη, αποδίδοντας  τιμές σε ειδική συνεδρίαση στο Κοινοβούλιο, όπου η ίδια η Μελόνι απηύθυνε ομιλία για τον «ελεύθερο άνθρωπο» Ματεότι και αποφασίζοντας το έδρανό του να παραμείνει εσαεί κενό. Ωστόσο, η πραγματικότητα όσον αφορά την αποδοχή της μνήμης και της πολιτικής κληρονομιάς του Σοσιαλιστή ηγέτη από τη νεοφασιστική μερίδα είναι ολότελα διαφορετική.

Δύο επεισόδια το αποδεικνύουν.  Το πρώτο έρχεται από την περιοχή της Πάντοβας και την περιοχή του Μαζερά. Μία «ύποπτη» περιοχή, της οποίας ο νεοφασίστας δήμαρχος (εκλεγμένος με ένα «κεντροδεξιό» ψηφοδέλτιο) Γκαμπριέλε Βολπόνι είχε αρνηθεί τον Απρίλιο να καταργήσει τον τίτλο του επίτιμου δημότη από τον Μουσολίνι και να ανακηρύξει επίτιμο δημότη της πόλης τον Ματεότι -που επιπλέον ήταν βουλευτής στην ευρύτερη περιοχή. «Να καταργήσω από δημότη τον Μουσολίνι; Τον είχαν ψηφίσει οι πρόγονοί μας. Εγώ είμαι ένας δήμαρχος από την επαρχία, μπορώ να αλλάξω την Ιστορία;», είχε αιτιολογήσει τότε την απόφασή του ο Βολπόνι. Ο ίδιος δήμαρχος «έλαμψε» πάλι πριν λίγο καιρό, δείχνοντας την «αμεροληψία» του, απαγορεύοντας την παρουσίαση του βιβλίου του ιστορικού Μίμο Φραντσινέλι  «Ματεότι και Μουσολίνι. Βίοι παράλληλοι, από τον σοσιαλισμό στο πολιτικό έγκλημα» (Matteotti e Mussolini. Vite parallele, dal socialismo al delitto politico) σε μία κοινοτική αίθουσα στη Μαζερά. Μόνο που ο Βολπόνι δεν ήταν σύμφωνος και την απαγόρευσε . Ο νέος λόγος που μηχανεύθηκε ήταν πως εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας (για τις Ευρωεκλογές) απαγορεύεται να παρουσιάζονται «πληροφορίες με μη ουδέτερο περιεχόμενο»!  Σάμπως τα προεκλογικά περίπτερα, οι συγκεντρώσεις και οι λόγοι των κομμάτων, να εξέπεμπαν μόνο ουδέτερες πληροφορίες! Αλλά και λησμονώντας πως χάρις στην ουδετερότητα της ιστορικής επιστήμης έχουν κατορθώσει έως σήμερα να έλθουν στο φως τα συντριπτικά στοιχεία -πέρα από την ανοικτή παραδοχή του Ντούτσε τον Ιανουάριο του ‘25 προτού διαλύσει το Κοινοβούλιο, για την προσωπική του εντολή κι ενοχή- για το έγκλημα Ματεότι και τις ευθύνες των φασιστών.

Στην επιμονή του ιστορικού, ο οποίος διεμήνυε πως θα το παρουσιάσει ό,τι κι εάν γίνει και τις αντιδράσεις κατοίκων και οργανώσεων, ο δήμαρχος περιορίσθηκε να αναστείλει την εκδήλωση για μετά τις εκλογές. Τελικά η παρουσίαση έγινε στις 22 Μαΐου στην κεντρική πλατεία της Μαζερά. Εκεί όπου ο ιστορικός ξεκίνησε διαβάζοντας έναν κατάλογο με θύματα δολοφονιών, σφαγές και θανατηφόρους ξυλοδαρμούς από squadristi της φασιστικής περιόδου, επαναλαμβάνοντας: «Πρέπει να είμαι ουδέτερος απέναντί ​​τους; Το βιβλίο μου συνοψίζει όλα τα στάδια αυτού που επίσημα συνιστούσε κρατικό έγκλημα, το οποίο αναγνώρισε ο ίδιος ο Μουσολίνι. Ωστόσο, τούτη η πλατεία μας θυμίζει τα λόγια του (ιστορικού σοσιαλιστή ηγέτη ΣτΣ) Πιέτρο Νένι που μίλησε για τις δύο Ιταλίες πριν από έναν αιώνα: την αστική και φασιστική και τη δημοκρατική σοσιαλιστική που είχε απαγορευτεί. Τώρα έχουμε μεν ένα Σύνταγμα, αλλά υπάρχει ακόμα μια Ιταλία που τιμά τη μνήμη του φασίστα φιλόσοφου Τζεντίλε, αλλά αποσιωπά τα  εκατό χρόνια από το κρατικό έγκλημα Ματεότι. Αν αυτή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον πολιτικό από το (γειτονικό) Πολέζε ως στάχτη στα μάτια, στη Μαζερά υπάρχουν κάποιοι που αισθάνονται  βασιλικότεροι του βασιλέως και με υπερβολικό ζήλο αντί να ενεργούν ως δήμαρχοι, συμπεριφέρονται σαν δυνάστες». Αλλά και πολλοί άλλοι κατήγγειλαν τη στάση του Βολπόνι, υπενθυμίζοντάς του πως κι ο ίδιος για να αναλάβει τα καθήκοντά του ορκίστηκε στο ρητά αντιφασιστικό Σύνταγμα.

Το δεύτερο επεισόδιο αφορά το πραγματικό σίριαλ, στο οποίο εξελίχθηκε η απόφαση του δήμου της Ρώμης να αναρτηθεί μία αναθηματική επιγραφή στο σπίτι του Ματεότι, στην οδό Τζουζέπε Πιζανέλι 40, στο Φλαμίνιο, έξω από την οποία απήχθη ο Σοσιαλιστής ηγέτης. Αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά τη μεγάλη συμβολική και ουσιαστική σημασία που έχει η δολοφονία Ματεότι στο να αποδείξει πόσο ιταμή είναι η φασιστική ιδεολογία, οι σημερινοί ένοικοι του κτηρίου, φοβούμενοι πιθανούς βανδαλισμούς, αρνήθηκαν στην πλάκα να αναγράφεται ότι βρήκε τον θάνατο «από τα χέρια φασιστών». Οι ένοικοι, έστω κι εάν δεν έχουν ουσιαστική αντίρρηση να αντικατασταθεί η υπάρχουσα επιγραφή, που δεν κάνει αναφορά στον φασισμό, υπενθύμιζαν προηγούμενους βανδαλισμούς της. Μάλιστα επικαλέσθηκαν και το μέγεθος της προτεινόμενης επιγραφής, από  λευκό μάρμαρο και διαστάσεων 80Χ90, το οποίο θα προσέλκυε ευκολότερα  την προσοχή σε κάθε κακόβουλο. Η δημαρχία από την πλευρά της, προκειμένου να βρεθεί μία χρυσή τομή δέχεται να μειώσει τις διαστάσεις, έτσι ώστε να υπάρχει μία επίσημη επιγραφή στο σημείο του μαρτυρίου του Ματεότι. Η προηγούμενη επιγραφή είχε τοποθετηθεί ιδία πρωτοβουλία πριν 15 χρόνια από τον αρχιτέκτονα Πάολο Μαρόκι, ένοικο της πολυκατοικίας, που απλά ανέφερε πως «εδώ έζησε ο Τζάκομο Ματεότι, ο οποίος βγαίνοντας από το σπίτι του στις 10 Ιουνίου 1924 συνάντησε τον θάνατο». Στο κείμενο που προτείνει η δημαρχία αναφέρεται: «σε τούτην την κατοικία έζησε ο Τζάκομο Ματεότι  (1885-1924) μέχρι την ημέρα του θανάτου του από τα χέρια φασιστών. Η Ρώμη εκατό χρόνια μετά αναρτά στη μνήμη του μάρτυρα του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας». 

Από την πλευρά του, ο βουλευτής του PD κι αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Ματεότι Ρομπέρτο Μόρασουτ, ένας από τους υποστηρικτές για την πρωτοβουλία της δημαρχίας, τονίζει πως το Ίδρυμα θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν ώστε να βρεθεί μία συμφωνία, αρκεί να υπενθυμίζεται ότι ο Ματεότι βρήκε τον θάνατο στα χέρια φασιστών. Όπως υπενθυμίζει, «η Ρώμη είναι γεμάτη τέτοιες επιγραφές, που θυμίζουν τους μάρτυρες της Αντίστασης και της ναζι-φασιστικής βίας και ποτέ ή πολύ σπάνια έχουν γίνει βανδαλισμοί. Αλλά και αυτό να ίσχυε, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να μην αναγραφεί» ότι τον σκότωσαν οι φασίστες.

Εκατό χρόνια μετά, η δολοφονία του Ματεότι εξακολουθεί να αποτελεί μία αδιάψευστη μαρτυρία, όσο κι εάν προσπαθούν να την αποσιωπήσουν οι ίδιοι, για το στυγνό πρόσωπο του φασισμού. Οι επίγονοί του, ανεξάρτητα από τη μετριοπαθή φυσιογνωμία, την ουδετερότητα, την ενωτική διάθεση (βλέπε πίσω από όλα αυτά «λήθη»), δεν μπορούν να αποτινάξουν το έγκλημα τούτο, που υπενθυμίζει το ταξικό μίσος που τους παρακινεί. Μοιραία, ο κάθε στοχασμός πάνω στην υπόθεση Ματεότι ξαναζωντανεύει την αληθινή σημασία του φασισμού, ως δύναμης εξουσιασμού του λαού για να εξυπηρετηθούν μέσα από την καταστολή και την προπαγάνδα τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των ίδιων των φασιστών (η υπόθεση της πετρελαϊκής εταιρείας Sinclair  και τα συμβόλαια με το φασιστικό καθεστώς και τα άλλα σκάνδαλα, που ήθελε να αποκαλύψει, μεταξύ άλλων και ο Ματεότι).

Ο Ματεότι αποτελεί μία από τις φωτεινότερες προσωπικότητες στο Πάνθεον των μαρτύρων για τον σοσιαλισμό και την αριστερά στους αγώνες για μία καλύτερη κοινωνία. Όμως η «θυματοποίησή του» δεν θα πρέπει να επισκιάζει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές αρετές και τη δράση του, που ήταν αδυσώπητη και θαρραλέα απέναντι στις κοινωνικές αδικίες και την καταπίεση. Είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του μαχητικού, αριστερού, σοσιαλισμού και του ακαταπόνητου και διορατικού πολέμιου του φασισμού. Είναι ο αμετανόητος ειρηνιστής (που πέρασε τρία χρόνια στη φυλακή αρνούμενος τον πόλεμο -αντίθετα με τον ‘σύντροφό’ του Μουσολίνι, που έφυγε από το κόμμα ως υμνητής της αιματοχυσίας). Είναι ο Ματεότι, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «gradualismo», της μάχης για τη σταδιακή μετατροπή του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής σε σοσιαλιστική κοινωνία, με δημοκρατικές μεθόδους και αρχές, χωρίς πολώσεις και φατριασμούς. Είναι ο εξαιρετικός ερευνητής, που μελέτησε σε βάθος τα οικονομικά και τον κρατικό προϋπολογισμό της φασιστικής κυβέρνησης, αποκαλύπτοντας τις παρανομίες, τις ποινικές ευθύνες, τα σκάνδαλα, την ευνοιοκρατία και τον πελατιασμό.

Αλλά και να μείνουμε στο μαρτύριό του, τότε θα πρέπει να θυμόμαστε τον Ματεότι και ως πολλαπλό θύμα, όχι μόνον του φασισμού, αλλά και της ανικανότητας των ίδιων των συντρόφων του. Ναι μεν, ο Ματεότι εκδιώχθηκε από την ίδια του την πατρώα γη, εξαιτίας των επιθέσεων και των ξυλοδαρμών που υπέστη, γιατί αυτός ένας πλούσιος αστός υπερασπιζόταν με θέρμη και με όλες του τις δυνάμεις τους αγρότες και τους αναξιοπαθούντες. Ο Ματεότι, προδόθηκε πολλές φορές από τους ρεφορμιστές συντρόφους του, που πάντα προτιμούσαν τον συμβιβασμό με τις καταστάσεις, αφήνοντας το τέρας του φασισμού να τρέφεται από την αναποφασιστικότητα και την ατολμία τους. Οι σοσιαλιστές σύντροφοι του Ματεότι δεν τον προφύλαξαν, τον άφησαν βορά στις συκοφαντίες, την απαξίωση, τη δυσφήμιση πριν και κυρίως μετά την ιστορική του ομιλία στις 30 Μαΐου 1924.

Αλλά και μετά τον θάνατό του, όταν από το βάρος των αποκαλύψεων έτριζε η κυβέρνηση Μουσολίνι, η ατολμία και αβελτηρία των σοσιαλιστών συντρόφων του, που φενακισμένοι από τον  αποτροπιασμό της κοινής γνώμης, αφέθηκαν να διαιωνίζουν την «κωμωδία του Αβεντίνο», επιτρέποντας στον Μουσολίνι να μην λειτουργεί τη Βουλή -ώσπου να τη διαλύσει και προκηρύξει τη φασιστική δικτατορία- αλλά και στον σύμμαχο ουσιαστικά του Ντούτσε βασιλιά Βιτόριο Εμανουέλε, που φυσικά δεν θέλησε ποτέ να ρίξει τον Μουσολίνι, που τόσο τον εξυπηρετούσε. Ο Ματεότι πέθανε μία φορά, αλλά όπως και η σημερινή Ιταλία το αποδεικνύει, πεθαίνει στη συνείδηση της χώρας του συνέχεια.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Διαγωνισμός φωτογραφίας Big Picture Natural World

ΗΑΕ: Πολυετείς καθείρξεις σε υπηκόους Μπανγκλαντές επειδή…διαδήλωσαν

Στη βουλή το νομοσχέδιο για την ψηφιακή Εκπαιδευτική Πύλη

Σώοι οι πιλότοι πυροσβεστικού ελικοπτέρου που συνετρίβη στη νότια Ιταλία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα