Σαράντα χρόνια δούλευε το σενάριο ο 85χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης, Φράνσις Φορντ Κόπολα τη μισή του ζωή δηλαδή και χρειάστηκε να βάλει 120 εκατομμύρια δολάρια από τη δική του τσέπη προκειμένου να την αποπερατώσει. Με απογοητευτικές εισπράξεις στο Box Office κι απανωτές αναβολές, η ταινία κατάφερε μέχρι τώρα να λάβει τις χειρότερες κριτικές, κάνοντας πολλούς να ελπίζουν ότι με την πάροδο του χρόνου θα μετατραπεί σε ένα έπος-αναφορά.

Άβολη, χωρίς ξεκάθαρες συνδέσεις στην πλοκή, με πάμπολλες πολιτικές, κινηματογραφικές, θεατρικές κι ιστορικές αναφορές, το ενδεχομένως magnus opus του κορυφαίου δημιουργού, αδυνατεί να συνεπάρει το κοινό. Το οποίο αναρωτιέται όχι απλά ποια είναι η πρόθεση πίσω από όλο αυτό, αλλά κυρίως τι είναι αυτό που βλέπει. Απανωτά νοήματα και διδακτισμός, αφηρημένες ιδέες, αποκομμένοι χαρακτήρες, αλλά κι ένα έργο λαμπρό μέσα στις επιμέρους εμβαθύνσεις του, κάθε σεκάνς στέκει από μόνη της ως κορυφαία κινηματογραφική στιγμή, ασχέτως αν συνδέεται με την προηγούμενη και την επόμενη. Κάθε καρέ είναι ένας ύμνος σε αυτή την έβδομη τέχνη με την χαρακτηριστική ματιά του Κόπολα, μοιάζει σαν όλο αυτό που παρακολουθείς να είναι μια γνήσια ψυχεδελική εμπειρία των 60ς μεταφερμένη στο εγγύς μέλλον. Αλλοπρόσαλλη, καθηλωτική κι αποκαλυπτική για τις μεγάλες αλήθειες που δεν κατανοούμε με τις περιορισμένες αισθήσεις μας.
Χρειάζεται, όμως, να είμαστε τόσο σκληροί απέναντι στην ταινία; Ή, μήπως, έχουμε συνηθίσει στο να μας τα δίνουν όλα μασημένα στο πιάτο; Χωρίς την παραμικρή διάθεση να σκάψουμε λίγο, να συνομιλήσουμε με τους δημιουργούς και τις ιδέες τους; Να προσπαθήσουμε λίγο παραπάνω; Ίσως η ταινία αν έβγαινε πριν σαράντα χρόνια να είχε μια ενθουσιώδη υποδοχή και να θεωρούνταν ήδη κλασική (και να ήταν σαφέστερα πιο δομημένη, χωρίς τις αναρίθμητες προσθήκες με τις οποίες ο χρόνος φορτώνει μια μεγάλη ιδέα). Σήμερα, όμως, στην εποχή της απόλυτης διάσπασης και της επιθυμίας για ψυχαγωγία που εκτονώνει παρά προβληματίζει, οι άνθρωποι μοιάζουν μάλλον φυγόπονοι -και ως ένα σημείο δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις γι’ αυτό, αν αναλογιστείς την βαριά ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα. Αυτό προβάλλει, όμως, κι ο Κόπολα: παραλληλίζοντας τη Νέα Υόρκη με τη Νέα Ρώμη και κατ’ επέκταση την Αμερική που βρίσκεται σε πτώση πρωτίστως ηθική, αφηγείται ένα μύθο για να στηρίξει μια μεγάλη ιδέα.
Ολόκληρη η ταινία, αυτή η ανισόρροπη, αταίριαστη αλληλουχία εικόνων, μοιάζει να έχει σκοπό να σε υποβάλλει σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ώστε να μην μπορείς παρά να συμφωνήσεις μαζί του ότι αν η ανθρωπότητα αποφασίσει να πάει σε ένα καλύτερο μέλλον, βιώσιμο και χωρίς έκλυτους τυράννους να την απομυζούν και να της στερούν τις δυνατότητες της, ο δρόμος υπάρχει. Αρκεί να τον ακολουθήσει.
Μια ολόκληρη ταινία 138 λεπτών που αδιαφορεί για πώς θα εκληφθεί, φτιάχτηκε για να καταλήξει ο δημιουργός της σε ένα μανιφέστο, έναν όρκο προς τις επόμενες γενιές και τα έμβια όντα του πλανήτη Γη αρχής γενομένης από το 2024. Αφελές; Ιδιοφυές; Παρωχημένο; Ο χρόνος θα δείξει.

– – – – – – –
Ο αρχιτέκτονας Σίζαρ Καταλίνα (Adam Driver) οραματίζεται να επανασχεδιάσει πολεοδομικά τη Νέα Ρώμη χρησιμοποιώντας μια ύλη που ο ίδιος κατέχει, το “μέγκαλον” Οι ιδέες του, όμως, τον φέρνουν αντιμέτωπο με το δήμαρχο της πόλης, Φράνκλιν Σίσερο (Giancarlo Esposito). Στη σχέση τους θα εμπλακούν η κόρη του τελευταίου Τζούλια (Natalie Emmanuel), ο δολοπλόκος ανιψιός του Κλόντιο (Shia LaBeouf,) μια φιλόδοξη τηλεπερσόνα (Chloe Fineman) και ο τραπεζίτης Χάμιλτον Κράσους ΙΙΙ (Jon Voight).
