Στον ιδιαίτερο κόσμο του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση μας προσκαλεί η νέα περιοδική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου που εγκαινιάστηκε σήμερα στις 6.30 το απόγευμα.
Πρόκειται για μία αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στο έργο του Τέτση στο χώρο των περιοδικών εκθέσεων της αίθουσας «Ίδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός» με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του στις 31 Οκτωβρίου 1925.

Η επιμελήτρια της έκθεσης, Έφη Αγαθονίκου, που είναι διευθύντρια Συλλογών, Καλλιτεχνικού και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης, κατά την ξενάγηση των δημοσιογράφων που θαύμασαν τις συνθέσεις ενός από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες που με το έργο και τη διδασκαλία τους διαμόρφωσαν την ελληνική μεταπολεμική ζωγραφική, δήλωσε:
«Αυτό που θα θέλαμε σε αυτήν την έκθεση είναι να έρθει ο επισκέπτης και να τη νιώσει. Να δει τι σημαίνει ζωγραφική και τι σημαίνει Τέτσης, πέρα από περιόδους και τάσεις».

Στην έκθεση παρουσιάζονται 160 έργα, τα περισσότερα πίνακες ζωγραφικής, χαρακτικά, ακουαρέλες, παστέλ. Τα περισσότερα προέρχονται από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, στην οποία περιήλθαν έπειτα από δωρεές που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης μεταξύ των ετών 1997 και 2015. Άλλα 64 από τα εκτιθέμενα έργα ανήκουν σε ιδιωτικές ή θεσμικές συλλογές.

Η επιλογή, σύμφωνα με τους διοργανωτές, έχει σκοπό να προβάλλει είτε την «εμμονική» ματιά με την οποία παρατηρούσε το περιβάλλον του και το μετουσίωνε εικαστικά, είτε να αποκαλύψει άγνωστες πτυχές της καλλιτεχνικής του παραγωγής και τεχνοτροπίας.

«Η έκθεση καλύπτει όλη τη δημιουργική περίοδο του Παναγιώτη Τέτση, από τα πρώιμα χρόνια έως το τέλος της ζωής του. Θεωρώ ότι είναι γεμάτη εκπλήξεις, με άγνωστα έργα και μια διαφορετική ομαδοποίηση, που οφείλεται στην Έφη Αγαθονίκου, κι έναν τελείως διαφορετικό τρόπο να δούμε τον καλλιτέχνη και να μας “ αγκαλιάσει” με την ύπαρξη των μορφών μέσα στο έργο του. Είναι μια τελείως διαφορετική πρόταση η οποία έχει και πάρα πολλές άγνωστες “ περιοχές”», δήλωσε η Συραγώ Τσιάρα, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, που μαζί με την επιμελήτρια μας εισήγαγε στον κόσμο του ξεχωριστού δημιουργού, ο οποίος δεν χωρά σε καμιά κατηγοριοποίηση.

«Είναι από τους καλλιτέχνες που επιβεβαιώνουν ότι τις κατηγορίες τις έχουν φτιάξει οι ιστορικοί τέχνης για να κάνουμε τη δουλειά μας, αλλά αυτός είναι πάνω από αυτές», τόνισε η ίδια.
Λίγα λόγια για τον Παναγιώτη Τέτση
Ο Υδραίος ζωγράφος και χαράκτης ήταν γέννημα θρέμμα της Ύδρας και ήταν γιος εστιάτορα. Παρέμεινε στο νησί ως το 1937 καθώς μετά τη φοίτησή του στην Α’ Γυμνασίου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο κέντρο και αργότερα στην Καλλίπολη του Πειραιά.

Ο πρώτος του δάσκαλος ζωγραφικής ήταν ο Γερμανός φιλότεχνος ξυλογράφος Κλάους Φρισλάντερ το 1940 ενώ την ίδια περίοδο γνώρισε το Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Δημήτρη Πικιώνη. Μετά το εξατάξιο Γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική την οποία εγκατέλειψε μετά από μερικούς μήνες.
Τον τελευταίο χρόνο της γερμανικής κατοχής εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών από όπου αποφοίτησε το 1949, σπουδάζοντας πλάι στους Παύλο Μαθιόπουλο και Κωνσταντίνο Παρθένη.
Το 1953-56 μετέβη στο Παρίσι όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην παριζιάνικη Σχολή Καλών Τεχνών.
Ο Τέτσης διαμόρφωσε μια προσωπική αντίληψη του εξπρεσιονισμού. Τα έργα του περιλαμβάνουν σκηνές της καθημερινότητας, προσωπογραφίες, τοπία, αλλά και νεκρή φύση. Στα έργα του παρατηρείται μια σημαντική μέριμνα στα χρώματα και στο φως.

Πέραν από τη ζωγραφική, ο Τέτσης ασχολήθηκε και με τη χαρακτική, αλλά και με τη δημιουργία τοιχογραφιών σε εκκλησίες και δημόσια κτήρια.
Βραβεύτηκε στις 29/02/2016 με το βραβείο Γιάννη Μόραλη, που θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 2016. Το βραβείο παρέλαβε ο γιος του Αλέξης από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε τελετή που έγινε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Πέθανε στις 5 Μαρτίου 2016 σε ηλικία 91 ετών ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».
Το 2015 σε μία συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στη Lifo.gr ο Τέτσης ανέφερε για την τέχνη:
«Όλους μάς επηρεάζουν τα έργα τέχνης. Τέχνη κάνουν οι άνθρωποι εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια και αυτόφωτος δεν είναι κανένας μας. Εμείς μεγαλώσαμε στην Ελλάδα και αυτό με το οποίο έχουμε τραφεί από τα γεννοφάσκια μας είναι το ιδανικό και το ιδεώδες. Όχι μόνο της ελληνικής τέχνης αλλά και του περιβάλλοντος της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, των μεγάλων πολιτισμών. Μια και με ρωτάτε, αν μπορούσα να διαλέξω, θα ήθελα να έχω ένα κυπριακό ειδώλιο, ένα γλυπτό της προκλασικής περιόδου, της Ολυμπίας, γιατί θεωρώ ότι το κορύφωμα της γλυπτικής είναι η Ολυμπία. Αυτή η γλυπτική μού αρέσει. Και αυτά που είδα στην Πομπηία, η Βίλα των Μυστηρίων, όταν πήγα πριν από 40 χρόνια, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ.
Σήμερα η τέχνη κινεί το χρήμα. Έτσι συμβαίνει. Αυτό που με ενοχλεί στην τέχνη σήμερα είναι η επίδειξη πλούτου, τα τερατώδη πράγματα. Νομίζω πως ήμουν τυχερός επειδή συνεργάστηκα με ανθρώπους με τους οποίους δεν είχα συνεργασία καλλιτέχνη-εμπόρου. Δεν με πίεσαν, δεν μου είπαν ποτέ τι ζητάνε αυτοί που έρχονται στις εκθέσεις μου. Κι εμένα δεν με επηρέασε ποτέ το τι ήθελαν να αγοράσουν, αν ήθελαν ένα τοπίο της Σίφνου ή της Ύδρας. Όλα αυτά τα χρόνια συνεργάστηκα με τον Μπαχαριάν και στη συνέχεια με τις Νέες Μορφές, δεν ήθελα να αλλάζω γκαλερί. Οι καλλιτέχνες είμαστε συνήθως γκρινιάρηδες γιατί πιστεύουμε ότι οι γκαλερί κάνουν θαύματα. Μια γκαλερί δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Δυστυχώς, σήμερα δεν μπορώ να κάνω επισκέψεις και να βλέπω γκαλερί. Αλλά οι νεότεροι είναι πολύ καλοί ζωγράφοι. Μην πιστεύετε ότι το παρελθόν ήταν μια εποχή ευφορίας και μετά έπεσε ξηρασία. Ούτε ότι μετά από εμάς έρχεται ο κατακλυσμός».

