Ο Κόρι Ντόκτοροου (Cory Doctorow) είναι Καναδο-βρετανός συγγραφέας, ακτιβιστής και δημοσιογράφος, γνωστός για τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας του και τη δράση του υπέρ της ψηφιακής ελευθερίας και των creative commons. Είναι συνιδρυτής του ιστολογίου Boing Boing και υποστηρίζει την ανοιχτή τεχνολογία, την ιδιωτικότητα και τα αντι-μονοπωλιακά κινήματα. Έργα του αναδεικνύουν πολλές από τις κοινωνικο-πολιτικές διαστάσεις της τεχνολογίας. Στο παρακάτω κείμενο, με τον πρωτότυπο τίτλο What’s wrong with tariffs, ο συγγραφέας μιλάει για την πολιτική δασμών του Τραμπ (που μπαινοβγαίνουν έκτοτε) εξηγεί για ποιο λόγο, αφενός η αριστερή κριτική απέναντι στο καθεστώς του ελεύθερου εμπορίου είναι δικαιωμένη, αλλά ότι αυτή η κριτική δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα των δασμών Τραμπ. Τέλος προτείνει πως η απάντηση των χωρών (εν προκειμένω σε εμάς της Ευρωπαϊκής Ένωσης) στους δασμούς του Τραμπ, αντί δασμών θα μπορούσε να είναι ένα χτύπημα εκεί που πονάει τα τεχνο-ολιγοπώλια των ΗΠΑ περισσότερο, στην πνευματική ιδιοκτησία και ιδίως στις καταχρηστικές πολιτικές “κλειδώματος” των προϊόντων τους, κάτι που θα είχε πολλαπλά οφέλη τόσο για τους καταναλωτές, όσο και για την ίδια την τεχνολογία. Με δεδομένο βέβαια πως η Ευρώπη είναι ακόμα πιο προσηλωμένη στις νεοφιλελεύθερες ανοησίες και από τις ΗΠΑ ακόμα, θεωρώ πως το ιερατείο των Βρυξελλών θα προτιμήσει να “αυτοκτονήσει” την Ευρώπη, παρά να αγγίξει το ιερό δικαίωμα στην ιδιοκτησία της τεχνοολιγαρχίας ακόμα και στην πιο καταχρηστική του μορφή… (Έχω προσθέσει συνδέσμους όπου οι αναφορές του Doctorow δεν είναι αυτονόητες για το Ελληνικό κοινο).
Μ.Π.
Το πρόβλημα με τους δασμούς
- του Cory Doctorow
Δεν είναι ότι οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί είναι το ίδιο… προφανώς. Αλλά εδώ και δεκαετίες -από την εποχή του Κλίντον- οι Δημοκρατικοί έχουν ταχθεί στο πλευρό των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, όπως και οι Ρεπουμπλικάνοι ομόλογοί τους, οπότε οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο αφορούσαν τις πολιτικές εναντίον των διακρίσεων, αποκλείοντας τις οικονομικές πολιτικές που εξαθλίωναν τους εργαζόμενους, με τις χειρότερες επιπτώσεις τους να πέφτουν στις φυλετικές μειονότητες, τις γυναίκες και τις μειονότητες φύλου.
Έτσι, οι Δημοκρατικοί τάχθηκαν κατά των διακρίσεων στον τομέα των ενυπόθηκων δανείων – αλλά όχι υπέρ του κατώτατου μισθού που θα έβγαζε τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους από τη φτώχεια, ώστε να μπορούν να αντέξουν οικονομικά ένα ενυπόθηκο δάνειο. Τάχθηκαν υπέρ των δικαιωμάτων στην άμβλωση, αλλά κατά του Medicare For All, της καθολικής δημόσιας περίθαλψης, που σήμαινε ότι όλες οι γυναίκες είχαν το δικαίωμα στην άμβλωση, αλλά οι φτωχότερες γυναίκες δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να την πραγματοποιήσουν. Και φυσικά, σε μια χώρα όπου οι φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ήταν ακόμη στην ημερήσια διάταξη, οι φτωχότεροι και πιο ευάλωτοι Αμερικανοί ήταν φυλετικά διαφορετικοί, γυναίκες, άτομα με αναπηρία ή/και queer.
Ο εναγκαλισμός των Δημοκρατικών με τα Reaganomics σήμαινε ότι κάθε είδους εργαζόμενοι βίωσαν μια σταθερή υποβάθμιση επί 40 χρόνια: στάσιμοι μισθοί, οικονομική επισφάλεια, αυξημένη δανειακή επιβάρυνση και αυξανόμενα επίπεδα τιμών για την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και τη στέγαση. Όταν ο Τραμπ κατάλαβε ότι μπορούσε να τρέξει προεκλογική εκστρατεία πάνω σε αυτά τα ζητήματα, οι Δημοκρατικοί δεν είχαν καμία απάντηση. Το «Make America Great Again» του Τραμπ είχε σκοπό να ανακαλέσει μια εποχή που οι εργαζόμενοι Αμερικανοί ήταν – κατά μέσο όρο, ανάλογα με τη λευκότητα, την αρρενωπότητα και την ετεροφυλοφιλία τους – καλύτερα στεγασμένοι, καλύτερα αμειβόμενοι και με καλύτερη φροντίδα.
Φυσικά, αυτά τα οφέλη γίνονταν ανισοβαρώς αισθητά: Η Αμερική άργησε να επεκτείνει το New Deal στις φυλετικές μειονότητες, στις γυναίκες, στα άτομα με αναπηρία και σε άλλες αδικημένες ομάδες. Η ιδιοφυΐα του Τραμπ ήταν να παντρέψει την ιδεολογία της λευκής υπεροχής με την οικονομική δυσφορία, ξεγελώντας τους λευκούς εργαζόμενους ώστε να ρίχνουν το φταίξιμο για την υποβάθμισή τους στις γυναίκες, τους καφετί και τους μαύρους ανθρώπους και τις αδερφές -και όχι στους δισεκατομμυριούχους που είχαν πλουτίσει τόσο, όσο οι εργαζόμενοι γίνονταν φτωχότεροι.
Αλλά το κόλπο του Τραμπ δεν θα μπορούσε να είχε πετύχει χωρίς την πλήρη απροθυμία του κατεστημένου των Δημοκρατικών να αντιμετωπίσει την κενότητα της οικονομικής τους πολιτικής. Από το «Είμαστε καπιταλιστές και έτσι έχουν τα πράγματα» της Πελόζι μέχρι το καταστροφικό προεκλογικό σύνθημα της Χίλαρι Κλίντον, «Η Αμερική είναι ήδη μεγάλη», η απάντηση των Δημοκρατικών στον φόβο και την οργή των εργαζομένων ήταν: «Κάνετε λάθος, όλα είναι μια χαρά». Φανταστείτε να σας έχουν κλέψει το σπίτι στην κρίση των κατασχέσεων, αφού ο Ομπάμα αποφάσισε να «λειάνει την προσγείωση των τραπεζών», επιτρέποντάς τους να κλέψουν τα σπίτια των δανειοληπτών τους, και μετά να ακούτε τη Χίλαρι Κλίντον να σας λέει ότι «η Αμερική είναι ήδη σπουδαία»: εδώ
Η φυλετική και η έμφυλη δικαιοσύνη έχουν σημασία, φυσικά, αλλά όταν επιδιώκονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική δικαιοσύνη, είναι αδιέξοδες. Το ζητούμενο της φυλετικής και έμφυλης δικαιοσύνης δεν μπορεί να είναι απλώς η απόλυση των μισών από τους 150 λευκούς στρέιτ άνδρες που ελέγχουν το 99% του κεφαλαίου της χώρας και η αντικατάστασή τους με 75 γυναίκες, ομοφυλόφιλους και έγχρωμους. Οι εργαζόμενοι στην Αμερική που υφίστανται τη χειρότερη μεταχείριση είναι επίσης οι εργαζόμενοι που υφίστανται τις περισσότερες διακρίσεις, οπότε ο καλύτερος τρόπος για να βοηθήσουμε τις γυναίκες, τους φυλετικοποιημένους ανθρώπους και τις άλλες αδικημένες μειονότητες είναι να βοηθήσουμε τους εργαζόμενους: να προστατεύσουμε τα συνδικάτα, να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό, να υπερασπιστούμε τους ενοικιαστές, να διαγράψουμε το φοιτητικό χρέος και να προσφέρουμε σε όλους υγειονομική περίθαλψη. Με τον ίδιο τρόπο που ένας ειδικός φόρος στα εισοδήματα άνω του 1 εκατ. δολαρίων θα επηρεάσει δυσανάλογα λευκούς ετεροφυλόφιλους άνδρες, μια αύξηση του κατώτατου μισθού θα ωφελήσει δυσανάλογα τις γυναίκες και τους έγχρωμους – καθώς και την πλειοψηφία των λευκών ετεροφυλόφιλων ανδρών που επίσης τους πηδάνε άνθρωποι με μισθούς 1 εκατ. δολαρίων.
Από τα χρόνια του Κλίντον, οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να βρουν πώς να υπερασπιστούν τις οικονομικές πολιτικές που βοηθούν τους πλούσιους ενώ ταυτόχρονα να παραμείνουν με κάποιο τρόπο το κόμμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό παρήγαγε ένα είδος αλλόκοτου φιλελευθερισμού τύπου Sheryl Sandberg στο «Lean In», η οποία υπερασπιζόταν τα δικαιώματα εκείνων των γυναικών που ήταν επίσης και στελέχη επιχειρήσεων. Δεν είναι ότι αυτές οι γυναίκες δεν αντιμετωπίζονται χειρότερα από τους άνδρες συναδέλφους τους – ο μισογυνισμός ζει και βασιλεύει στις εταιρικές αίθουσες συνεδριάσεων. Αλλά ο αριθμός των γυναικών που βιώνουν διακρίσεις στις αίθουσες συνεδριάσεων είναι ελάχιστος, επειδή ο αριθμός των γυναικών στις αίθουσες συνεδριάσεων είναι επίσης ελάχιστος.
Η Δεξιά είδε την ευκαιρία και την άρπαξε. Όπως γράφει η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της Doppelganger, δημιούργησαν εκδοχές ενός “κατοπτρικού κόσμου” για τα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, στρεβλές αντανακλάσεις των αριστερών θέσεων που είχαν εγκαταλειφθεί από έναν προοδευτικό συνασπισμό με επικεφαλής τους φιλελεύθερους
Στα δεξιά, συνωμοσιολογικά χέρια, η οργή για τη μισθολογική στασιμότητα και την έλλειψη γονικών αδειών μετατράπηκε σε αντιδραστικά αιτήματα για μια οικονομία στην οποία οι γυναίκες θα ήταν νοικοκυρές πλήρους απασχόλησης, ενώ οι σύζυγοί τους θα ανακτούσαν τον ρόλο τους ως κουβαλητές. Στη «Μάχη του Σιάτλ» το 1999 εκδηλώθηκαν μαζικές διαμαρτυρίες για τον ΠΟΕ και την ατζέντα του ελεύθερου εμπορίου που θα επέτρεπε στο κεφάλαιο να κυνηγάει χαμηλούς μισθούς και αδύναμες πολιτικές για το περιβάλλον και την ασφάλεια των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο. Αλλά ο Κλίντον συνέχισε και υπέγραψε και άλλες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, τις οποίες επιδίωξε και ο Ομπάμα. Έτσι, η Δεξιά γέμισε το κενό με μια κατοπτρική εκδοχή της οργής της Μάχης του Σιάτλ κατά των δισεκατομμυριούχων, μετατρέποντας την ατζέντα κατά του ελεύθερου εμπορίου σε ρατσισμό, ξενοφοβία και σινοφοβία για τον Ψυχρό Πόλεμο 2.0.
Είναι φτηνό τέχνασμα, αλλά οι Δημοκρατικοί συνεχίζουν να την πατάνε. Όταν η Δεξιά δηλώνει ότι είναι εναντίον κάποιου πράγματος, μπορεί κανείς να βασιστεί στο ότι οι Δημοκρατικοί θα είναι υπέρ του, ανεξάρτητα από το πόσο αντιδραστικό, αντεργατικό και αυταρχικό είναι «αυτό». Κατά τη διάρκεια της θητείας του Trump 1.0, οι Dems άναψαν λαμπάδες για τον James Comey και υπερασπίστηκαν με πάθος την «κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών», μια κοινότητα που μας έδωσε τους βρώμικους πολέμους της CIA και το COINTELPRO του FBI. Οι ανθρωπολόγοι το αποκαλούν αυτό «σχισμογένεση» – όταν μια ομάδα αυτοπροσδιορίζεται θεωρώντας πολύτιμο ό,τι κατακρίνουν οι αντίπαλοί της, και το αντίστροφο:
Μπορείτε να δείτε τη σχισμογένεση εν εξελίξει αυτή τη στιγμή, καθώς οι «προοδευτικοί» μετατρέπουν το σκάνδαλο Signalgate σε μια μάχη που αφορά την κακή επιχειρησιακή ασφάλεια (σχεδιασμός ενός εγκλήματος πολέμου με τη χρήση μιας εμπορικής εφαρμογής) και όχι μάχη ενάντια στα ίδια τα εγκλήματα πολέμου.
Το Signalgate θα φύγει από τα πρωτοσέλιδα μέσα σε λίγες μέρες, όμως – σε αντίθεση με τους δασμούς, οι οποίοι θα συνεχίσουν να απασχολούν τα παγκόσμια πρωτοσέλιδα καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας του Τραμπ, καθώς ο Τραμπ συνεχίζει την πολιτική του «τρελού βασιλιά» να υψώνει απερίσκεπτα και χαοτικά εμπορικά εμπόδια που είναι βέβαιο ότι θα κάνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού πιο εύθραυστες και θα αυξήσουν τις τιμές.
Ως επί το πλείστον, η προοδευτική συζήτηση σχετικά με τους δασμούς του Τραμπ παίρνει τη θέση ότι οι δασμοί είναι πάντα μια φρικτή ιδέα – με άλλα λόγια, ότι ο Κλίντον και ο Ομπάμα είχαν τη σωστή ιδέα όταν δημιουργούσαν συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με χώρες σε όλο τον κόσμο και ότι ο Τραμπ βανδαλίζει μια μηχανή της αμερικανικής και παγκόσμιας ευημερίας από οικονομική άγνοια.
Διάφοροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν αυτή την ανάλυση. Αλλά σε ένα νέο, καλά τεκμηριωμένο κύριο άρθρο στο The Sling, οι οικονομολόγοι του Πανεπιστημίου της Γιούτα Mark Glick και Gabriel Lozada παρουσιάζουν μια διαφορετική εκδοχή της συζήτησης για τους δασμούς, μια εκδοχή που αποφεύγει την παγίδα των νεοφιλελεύθερων οικονομικών και της σχισμογένεσης:
Κάθε εισαγωγικό μάθημα οικονομικών περιέχει μια ενότητα σχετικά με τη «θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος» του David Ricardo, η οποία υποστηρίζει ότι οι διάφορες χώρες έχουν διαφορετικές ικανότητες και ειδικότητες και ότι το ελεύθερο εμπόριο επιτρέπει την κατανομή αυτών των πλεονεκτημάτων προς όφελος όλων, καθιστώντας το εμπόριο ένα παιχνίδι «θετικών προσδοκιών». Κατά συνέπεια, οι δασμοί χειροτερεύουν τη θέση όλων.
Όπως γράφουν οι Glick και Lozada, η λογική αυτού του επιχειρήματος είναι αδιαμφισβήτητη, υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχεστε τις βασικές παραδοχές του ως αληθινές – και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Τα οικονομικά έχουν πρόβλημα με τις παραδοχές. Η θεμελιώδης μέθοδος της οικονομικής πρακτικής είναι η δημιουργία μοντέλων που βασίζονται σε υποθέσεις που είτε δεν είναι γνωστές, είτε δεν μπορούν να γίνουν γνωστές, είτε – απίστευτο – είναι γνωστό ότι είναι λανθασμένες. Όπως έγραψε ο Μίλτον Φρίντμαν:
Οι πραγματικά σημαντικές και αξιοσημείωτες υποθέσεις θα διαπιστωθεί ότι έχουν «παραδοχές» που είναι εντελώς ανακριβείς περιγραφικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, και, γενικά, όσο πιο σημαντική είναι η θεωρία, τόσο πιο μη ρεαλιστικές είναι οι παραδοχές (με αυτή την έννοια)
Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι χειρότερα κι απ’ ό,τι φαίνονται, επειδή η οικονομική επιστήμη, ως κλάδος, είναι σφοδρά αλλεργική στον εμπειρικό έλεγχο των υποθέσεών της, οπότε δεν γνωρίζει καν πότε λειτουργεί με βάση μια από τις «εξαιρετικά ανακριβείς περιγραφικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας» του Φρίντμαν. Αυτό εννοούσε ο Έλι Ντέβονς όταν έλεγε: “Αν οι οικονομολόγοι επιθυμούσαν να μελετήσουν το άλογο, δεν θα πήγαιναν να κοιτάξουν άλογα. Θα κάθονταν στα γραφεία τους και θα αναρωτιόντουσαν: «Τι θα έκανα εγώ αν ήμουν άλογο;»
Ποιες είναι λοιπόν οι παραδοχές που στηρίζουν την ορθόδοξη άποψη για το ελεύθερο εμπόριο; Όπως γράφουν οι Glick και Lozada, η θέση εναντίον κάθε είδους δασμών εξαρτάται από πέντε υποθέσεις, που όλες αποτυγχάνουν την εμπειρική βάσανο.
I. Πλήρης απασχόληση
Το τυπικό υπόδειγμα του ελεύθερου εμπορίου υποθέτει πλήρη απασχόληση – “όταν οι εργαζόμενοι χάνουν τη δουλειά τους από τις εισαγωγές, μπορούν εύκολα να επαναπροσληφθούν με τους ίδιους μισθούς”. Αυτή είναι η ουσία του «κοινωνικού πλεονάσματος» που θεωρητικά παράγει το ελεύθερο εμπόριο. Η υπόθεση αυτή δεν αντέχει σε εμπειρικό έλεγχο. Όταν οι ΗΠΑ έριξαν τους δασμούς τους, είδαν μια μείωση κατά 74% στις θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης – τις καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας για άνδρες χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση. Αυτοί οι εργαζόμενοι δεν βρήκαν ισοδύναμη απασχόληση – μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, δεν βρήκαν καθόλου απασχόληση. Από το 2001-18, οι ΗΠΑ έχασαν 1,132 εκατ. θέσεις εργασίας στη μεταποίηση προς την Κίνα και κέρδισαν 0,176 εκατ. θέσεις εργασίας στην παραγωγή αγαθών προς εξαγωγή στην Κίνα.
II. Δεν υπάρχουν εξωτερικές επιδράσεις
Οι απώλειες θέσεων εργασίας από το ελεύθερο εμπόριο δεν κατανέμονται ομοιόμορφα – είναι γεωγραφικά συγκεντρωμένες, και οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εντοπίζονται σε περιοχές που μετατράπηκαν από προπύργια των Δημοκρατικών σε βάσεις του Τραμπ κατά τη διάρκεια των δεκαετιών από τότε που οι ΗΠΑ κατάργησαν τους δασμούς τους. Οι απώλειες σε αυτές τις περιοχές δεν περιορίζονται στις άμεσα επηρεαζόμενες θέσεις εργασίας στη μεταποίηση, αλλά σε όλες τις άλλες οικονομικές δραστηριότητες που στήριζαν αυτές οι θέσεις εργασίας. Οι άνθρωποι που πωλούσαν τρόφιμα, αυτοκίνητα και έπιπλα στους εργάτες των εργοστασίων έχασαν επίσης τις δουλειές τους. Όταν οι νέοι εγκατέλειψαν την καταρρέουσα περιφερειακή οικονομία, αυτό κατέστρεψε την εκπαίδευση και άλλες υπηρεσίες που απευθύνονται στις οικογένειες.
III. Το συγκριτικό πλεονέκτημα οδηγεί σε μακροχρόνια μεγέθυνση και ανάπτυξη
Η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος λέει ότι ο κόσμος είναι καλύτερα όταν κάθε χώρα κάνει αυτό στο οποίο είναι καλύτερη. Σε τι είναι καλύτερες οι φτωχές χώρες; Στο να είναι φτωχές: να έχουν φτηνό εργατικό δυναμικό και αδύναμο κράτος δικαίου για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του περιβάλλοντος.
Χωρίς εξαίρεση, οι φτωχές χώρες που έγιναν πλουσιότερες το έκαναν υπό καθεστώς δασμών: “Το ελεύθερο εμπόριο δεν είναι αναπτυξιακή στρατηγική, είναι μια στατική πολιτική που μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη”:
IV. Οι κυμαινόμενες νομισματικές ισοτιμίες διατηρούν την ισορροπία στο εμπόριο
Σύμφωνα με τη θεωρία, οι προσαρμογές στις αγορές συναλλάγματος θα επαναφέρουν την ισορροπία μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών – οι χώρες των οποίων το νόμισμα υποχωρεί θα πρέπει να στραφούν στην εγχώρια παραγωγή, επειδή τα αγαθά από το εξωτερικό θα καταστούν δαπανηρά. Δεν συνέβη όμως αυτό. Αντ’ αυτού, ξένοι επένδυσαν τα δολάρια ΗΠΑ που πήραν από την πώληση πραγμάτων στους Αμερικανούς σε αμερικανικούς τίτλους και ακίνητα, «γεγονός που δεν αυξάνει την παραγωγικότητα των ΗΠΑ, επειδή δεν δημιουργεί νέο σχηματισμό κεφαλαίου (τουλάχιστον άμεσα)».
V. Οι ΗΠΑ παρέχουν αποζημίωση για τις απώλειες θέσεων εργασίας που σχετίζονται με το εμπόριο
Ενώ άλλες χώρες με ισχυρά δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας προσέφεραν επανεκπαίδευση, εισοδηματική στήριξη και άλλα προγράμματα για να αμβλύνουν το πλήγμα των απωλειών θέσεων εργασίας που σχετίζονται με το εμπόριο, οι ΗΠΑ – με το χειρότερο δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας στον πλούσιο κόσμο – προσέφεραν «θλιβερά ανεπαρκή» στηρίγματα στους εργαζόμενους που μετακινήθηκαν. Όμως, επειδή κάποιοι δασμοί είναι επωφελείς, δεν προκύπτει ότι όλοι οι δασμοί είναι επωφελείς. Όταν οι χώρες που ονομάστηκαν «Ασιατικές Τίγρεις» εκβιομηχανίστηκαν ραγδαία, βγάζοντας δισεκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια, το έκαναν με δασμούς – αλλά και με εκτεταμένη βιομηχανική πολιτική και άμεσες επενδύσεις σε κρίσιμες κρατικές βιομηχανίες (ο Μπάιντεν ήταν ο πρώτος πρόεδρος εδώ και γενιές που ακολούθησε βιομηχανική πολιτική, έστω και περιορισμένη και μικρή, την οποία ωστόσο διέλυσε ο Τραμπ).
Ο Τραμπ εφαρμόζει δασμούς στον κατοπτρικό κόσμο: δασμούς χωρίς βιομηχανική πολιτική, δασμούς χωρίς δίκτυα κοινωνικής προστασίας, δασμούς χωρίς επανακατάρτιση, δασμούς χωρίς καμία στρατηγική στήριξη. Αυτοί οι δασμοί θα συντρίψουν την αμερικανική οικονομία και θα δημιουργήσουν ολέθριες επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο.
Αλλά το γεγονός ότι οι δασμοί του Τραμπ είναι τραγικοί δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι οι δασμοί είναι πάντοτε και για πάντα κακοί. Αντισταθείτε στη σχισμογονική παρόρμηση να πείτε: «Στον Τραμπ αρέσουν οι δασμοί, άρα τους μισώ». Δεν είναι όλοι οι δασμοί ίσοι, και οι δασμοί μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που ωφελεί τους εργαζόμενους.
Και επίσης: το γεγονός ότι οι δασμοί μπορεί να είναι χρήσιμοι δεν σημαίνει ότι μόνο οι δασμοί είναι χρήσιμοι. Η ψηφιακή εποχή -στην οποία οι πολυεθνικές εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ βασίζονται στην ψηφιακή τεχνολογία για να λεηλατούν τις οικονομίες των εμπορικών εταίρων της Αμερικής- προσφέρει στις χώρες που αντιμετωπίζουν αμερικανικούς δασμούς μια ισχυρή ανταποδοτική τακτική που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ στον πλανήτη. Οι (πρώην) εμπορικοί εταίροι της Αμερικής μπορούν να προβούν σε αντίποινα κατά των αμερικανικών δασμών καταργώντας τα νομικά μέτρα που έχουν θεσπίσει για την προστασία των προϊόντων των αμερικανικών εταιρειών από την αντίστροφη μηχανική και την τροποποίηση. Οι χώρες που αντιμετωπίζουν αμερικανικούς δασμούς μπορούν να καλωσορίσουν τις αμερικανικές εισαγωγές – όπως εκτυπωτές, Teslas, iPhone, κονσόλες παιχνιδιών, αντλίες ινσουλίνης, αναπνευστήρες και τρακτέρ – αλλά στη συνέχεια να νομιμοποιήσουν το jailbreaking (το “ξεκλείδωμα”) αυτών των συσκευών.
Αυτό θα στερούσε από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες τις σταθερές ροές εσόδων τους – από υπηρεσίες, αναλώσιμα, λογισμικό, επεξεργασία πληρωμών κ.λπ. – επιτρέποντας τεράστια εξοικονόμηση για τους καταναλωτές σε όλο τον κόσμο και τεράστια κέρδη για τις εταιρείες εκτός ΗΠΑ που κατασκευάζουν αυτά τα εργαλεία jailbreaking και τις μικρές επιχειρήσεις που τα προμηθεύουν. Για παράδειγμα, η χώρα σας θα μπορούσε να γίνει ο κορυφαίος εξαγωγέας εργαλείων jailbreaking για το iPhone και το παγκόσμιο κέντρο παραγωγής εναλλακτικών ηλεκτρονικών καταστημάτων για το iPhone που θα χρεώνουν προμήθειες 1-2% επί των πληρωμών, όχι το 30% που παίρνει η Apple από κάθε δολάριο (ευρώ, λίρα, πέσο) το οποίο ξοδεύουν οι κάτοχοι iPhone στις εφαρμογές τους. Αυτό θα έβαζε σε πειρασμό όλες τις μεγαλύτερες εταιρείες εφαρμογών στον κόσμο – από το Patreon έως το Tinder, το Fornite έως τους New York Times – οι οποίες θα μπορούσαν να προσφέρουν τα προϊόντα τους με έκπτωση αλλά να εξακολουθούν να κερδίζουν περισσότερα χρήματα από όσα βγάζουν στο App Store της Apple.
Αλλά αυτή είναι μόνο μια αγορά που ενεργοποιείται με αυτόν τον τρόπο: η πραγματική επιχείρηση του jailbreaking των iPhone θα λειτουργούσε πιθανότατα όπως η αγορά του ξεκλειδώματος τηλεφώνων ευρύτερα: χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως τα στεγνοκαθαριστήρια και τα καταστήματα ψιλικών, όπου μπορείτε να φέρετε το τηλέφωνό σας και να πληρώσετε μερικά δολάρια για να το ξεκλειδώσετε και να το ρυθμίσετε χρησιμοποιώντας ένα νέο κατάστημα εφαρμογών όπου όλες οι εφαρμογές είναι ίδιες – αλλά όλα είναι 20% φθηνότερα.
Αυτή είναι μια ευκαιρία ανάπτυξης χωρίς προηγούμενο. Τα μονοπώλια της αμερικανικής τεχνολογίας συνεργάστηκαν με τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ για να χειραγωγήσουν τις αγορές σε όλο τον κόσμο, επιτρέποντας στους τεχνολογικούς γίγαντες να απομυζούν τεράστιες περιουσίες από τους εμπορικούς εταίρους της Αμερικής. Αυτά τα πλούσια αποθέματα πλούτου απλά κάθονται, και παρακαλάνε κάποια χώρα να τους βυθίσει ένα σωλήνα και να τα αντλήσει μέχρι να στεγνώσουν, με τη σιγουριά ότι ο Τραμπ έχει αποτινάξει το παγκόσμιο σύστημα ελεύθερου εμπορίου και δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
