Η έκθεση του Γιώργου Ξένου με τίτλο «Σύγχυση», που φιλοξενείται από χθες Τετάρτη 23 Απριλίου στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων (στο Πάρκο Ελευθερίας, πρώην ΕΑΤ-ΕΣΑ), σε επιμέλεια του Δρ. Γιώργη-Βύρωνα Δάβου, επικυρώνει τη διαλεκτή θέση που ο καλλιτέχνης κατέχει μέσα στον χώρο των εικαστικών -όχι μόνον της Ελλάδας, αλλά, όπως το επιβεβαιώνει κι η μακρά κι επιτυχημένη διεθνής του σταδιοδρομία και στο εξωτερικό.

Ο θεατής αντιλαμβάνεται άμεσα πως τα έργα του Ξένου δεν είναι μία απλή σειρά από μεμονωμένες δημιουργίες, οι οποίες ούτε κι αυτές μπορούν εύκολα να θεωρηθούν πως ανήκουν αυτόνομα σε μία κατηγορία, νοοτροπία και ρεύμα. Γιατί ο Ξένος έχει τη φιλοσοφική αισθητική διορατικότητα και την τεχνική ικανότητα να δημιουργεί και να σκηνοθετεί ενότητες, με επιμέρους «πράξεις» και πολλά (επιτρέψτε μου) dramatis personae, που επιβάλλουν αφ’ ενός την ανάγκη της ερμηνείας ενός μηνύματος κι αφ’ ετέρου χρησιμοποιεί στη σκηνογραφία του ετούτη όλες τις τεχνικές κι αισθητικές κατηγορίες (οι οποίες ακόμη κι όταν εκτελούνται σε ένα από τα genres των εικαστικών, ταυτόχρονα και ταχυδακτυλουργικά θαρρείς επικαλούνται και όλα τα υπόλοιπα). Η εννοιολογική σύνθεση του Ξένου και σε τούτην την περίπτωση, δεν μπορεί να ορισθεί ως απλή ιστοριογραφική απόφαση, ούτε ως ζωγραφική, ούτε ως εννοιολογική τέχνη, ούτε ως εγκατάσταση. Είναι όλα μαζί, αλλά συνάμα σε κάθε έργο του, απ’ όλα τούτα τα στοιχεία αναδύεται κι ο προσωπικός τους χαρακτήρας και το συνολικό νόημα, σε μία ενότητα που υποβάλλει στον θεατή μία ασυμβίβαστη «ανοικτότητα» κι «υπερβατικότητα» (όχι με τη μεταφυσική έννοια) του μηνύματος και της μορφής του έργου.
Ταυτόχρονα χειρονομιακός κι εγκεφαλικός, πηγαίος συναισθηματικά και ορθολογιστής (όσον αφορά την καθιέρωση της κρίσης, της συλλογιστικής , της διορατικότητας και του ηθικού αισθήματος), ο Ξένος στις τρεις ενότητες της «Σύγχυσης» (Δίοδος, Παύση και Σύγχυση) συνθέτει το φαινομενικά αντιθετικό σε έναν πραγματικό, εμπειρικό, χώρο, όπου τα πάντα συνδυάζονται και αναβλύζουν το ένα από το άλλο ως αυτονόητα στοιχεία σε μία οντολογική -εννοιολογική αλυσίδα. Τα ζωγραφικά έργα του Ξένου υποβάλλουν πάντοτε μία σκηνή, μία ζωντανή εγκατάσταση γιατί μοιάζουν να προεκτείνονται στον χώρο. Αλλά και στον χρόνο δίνοντάς τους και τέταρτη διάσταση σχεδόν υπαρκτή, με την κινησιολογική τους υπόνοια και μη στατικότητα και ζωτικότητα. Στον Ξένο αναγνωρίζουμε τούτην την ποιητική «ηθική της κίνησης/κινητικότητας», όπως την αναγνωρίζουμε στην εισαγωγική ενότητα της «Διόδου», όπου η όλα παραπέμπουν σε μία μετάβαση, μία κίνηση, η οποία και εννοιολογικά μεταμορφώνεται διαρκώς και σε παραπέμπει στην αναβατική πορεία, που μπορεί να παρασταθεί μόνον με το εννοιολογικό ίχνος της όποιας γραμμής (όχι της ευθείας όμως) και της χειρονομίας, που την αποτυπώνει, την παγώνει συμβολικά, χωρίς όμως να την σταθεροποιεί. Τίποτε στην έκθεση του Ξένου δε σ’ αφήνει στατικό, μα σε συμπαρασύρει μεθεκτικά και κινητικά να διατρέξεις το έργο και πολύ περισσότερο να εισέλθεις στον κόσμο του.

Κι ο κόσμος του Ξένου, γιατί ένας ολάκερος κόσμος είναι τα έργα του–και τούτη η διαπίστωση μας υφαρπάζει αμέσως από την εφησυχασμένη μας προσδοκία ν’ ατενίσουμε απλά έργα μίας «ευσυγκίνητης» ζωγραφικής -ανοίγεται άμεσα και καταλυτικά, σχεδόν βίαια πολλές φορές, στο Είναι και στα πράγματα, για να καταδυθεί αμέσως στην πιο ακατέργαστη υπώρεια της ψυχής μας. Και μάλιστα σ’ εκείνο το κομμάτι της π’ ελάχιστα φωτίζεται , σκιασμένο κάτω από τον όγκο της σύνολης υπόστασης του ανθρώπου και των καθημερινών αγχών του. Αυτών, που η πολύπλοκη επαφή με τα πράγματα, ως συμβολικές αποτυπώσεις και το κοινωνικό σύνολο, σαν διαρκείς συγκρουσιακές σχέσεις, σωρεύουν πάνω στην πολύμοχθη για τον καθένα μας διαδικασία του ζην.
Χωρίς να είναι τραγικός (με την παραφθαρμένη έννοια που συνηθίζουμε στην κομφορμιστική τροπή που έχει προσλάβει η κατανάλωση της τέχνης να περιβάλλουμε συμβατικά καθετί που παραβιάζει την εξωραϊσμένη εικόνα που τρέφουμε για την εικαστική δημιουργία, ακόμη και μετά τόσες καλλιτεχνικές επαναστάσεις, πρωτοπορίες και ρεύματα) ο Ξένος με τρόπο ποιητικά αιχμηρό και τονίζω το ποιητικά, περιστρέφει το κάτοπτρο της ναρκισσιστικής μας ματιάς για τη ζωή. Του Ξένου το κάτοπτρο αντίθετα καθρεπτίζει την άλλη, την υπόρρητη πραγματικότητα, τόσο της ύλης και της μορφής, όσο και του νοήματος. Τους σκοτεινούς μηχανισμούς που διαθλούν την εικόνα των πραγμάτων και διαμορφώνουν την ψυχολογία μας. Την αγωνία ίσαμε τη λύτρωση. Την αθέατη προσωπίδα και συνάμα την πραγματικότητα του καθημερινού αυτού Unheimlich (του ανησυχητικά οικείου) που συνθέτει τη βιοτή μας. Είναι η εστίαση σ’ εκείνη την ιδιαίτερη ψηφίδα στο πολύπλοκο και πολύχρωμο μωσαϊκό, που συνήθως επιλέγουμε να λοξοκοιτούμε, αλλά ποτέ ν’ αντικρίζουμε θαρραλέα για να δούμε εάν πραγματικά κατανοούμε τη φύση, τη μορφή, το νόημά της και να δυνόμαστε μ’ επίγνωση και τόλμη να την αντιμετωπίσουμε.

Από τη θεαματική κιόλας είσοδο στην έκθεση, μέσα από την εμπειρία της «Διόδου», η δημιουργία του Ξένου μας γεννά αίφνης μια μέθη. Αυτή της πολλαπλής επαφής, έντονης σε αίσθημα και σε διάρκεια, χάρις στην πολλαπλότητα των έργων, που αμέσως σε καθηλώνουν, σε καταλαμβάνουν, σε κατακτούν και σε αφήνουν στην έκσταση του υπαρξιακού και συνάμα φιλοσοφικά στρατευμένου ερωτήματός τους. Στα πρόσωπα, που εκτείνονται στα επιτοίχιά του, στις φιγούρες, αλλά και στα σιδερένια σιωπηλά ανδρείκελα του Ξένου, έχουμε την εντύπωση πως δεν είμαστε εμείς που τα κοιτάζουμε: αίφνης αντιλαμβανόμαστε πως κι εκείνα που μας βλέπουνε, αγκαλά και πετρωμένα στην έκφρασή τους και μας καλούν να συνεχίσουμε εμείς τη δράση που εκείνα έχουν ξεκινήσει.
Αλλά και στη συνήθη παγιωμένη και παγιδευμένη εικόνα, που με κεκτημένη ταχύτητα θεωρούμε ότι παραθέτει πάντοτε η τέχνη, ο Ξένος (όπως βλέπουμε στα έργα που συνθέτουν την «Παύση») αντιπαρατάσσει μυριάδες θραύσματα, απελευθερωμένα από τη νωθρότητα της πόζας και της αναπαράστασης, ξεκλειδώνοντας τις πύλες της ενόρασης, αληθινού πάθους, της νοητικής εγρήγορσης και της επιθυμίας για το νέο -εκείνο το μελλούμενο a-venir, το διαρκώς ελευσσόμενο, αυτό που παραμένει ατελεύτητο ακόμη κι όταν έχει συντελεσθεί η πράξη που το παράγει. Στα έργα τούτης της ενότητας άλλωστε αντηχεί ο ποιητικός εκστασιασμός του René Char: dans l’ eclatement de l’ univers que nous éprouvons, prodige! les morceaux qui s’ abattent sont vivants! (στη διάσπαση του Σύμπαντος που νοιώθουμε, ω του θαύματος! τα θραύσματα που χτυπιούνται είναι ζωντανά!).
Αποσυναρμολογώντας την αυστηρή φόρμα (και της εικόνας και του λόγου και της μουσικής στίξης), ο Ξένος αφυπνίζει την ενέργεια του έργου αυτού καθαυτού, ως ένταση κι ως διάρκεια, ξεδιπλώνοντας τη συνεχόμενα -δυνητικά επ’ άπειρον και τούτο εξηγεί το πώς κι ο ίδιος σχεδιάζει και δημιουργεί ακατάπαυστα και παθιασμένα. Δίνει νέες προοπτικές χωρικές και διανοητικές και προαναγγέλλει νέα ξεκινήματα κι επιταχύνσεις. Στον Ξένο ακόμη κι οι παύσεις του είναι ηχηρές: γιατί μέσα τους εξακολουθούν να κουβαλούν την ηχώ, αλλά και το γραφικό ή εικονικό στίγμα, της προηγούμενης σύνθεσης. Αυτής που και σταματημένη ακόμη συνεχίζει με άλλον τρόπο -με το ίχνος της-το ανάπτυγμά της.
Ο Ξένος αναζητεί εκείνη τη δύναμη που θα προκαλέσει την «έκρηξη» και θα προσδώσει επακριβώς τη μορφή αυτής της μυριοπρόσωπης έκφρασης της τραγικής αλυσιτελούς πολυπλοκότητας. Αυτό το νέο σχήμα που μέσα του θα συνταιριάξει αυτό το συγκρουσιακό της ψυχής και της ύπαρξης -αυτό που η «Σύγχυση» και η διαλυτική κατάληξή της μας επισημαίνει. Είναι η αναζήτηση αυτού του νέου σχήματος, μέσα από την πολυσύνθετη σκηνοθεσία και την ανάκληση του γεγονότος και της χειρονομίας, που σπάζει την παλιά φόρμα και το πρότυπο, την απλή αποτύπωση, η οποία απειλεί να ενταφιάσει την ελεύθερη χειρονομία σε μανιέρα. Μια μανιέρα στην οποία ουδέποτε ξεπέφτουν ο Ξένος κι η δική του αποφασισμένη και διανοητικά πιότερο δουλεμένη χειρονομία. Η χειρονομία του Ξένου δεν είναι αποτύπωση μίας στιγμής, είναι συνάμα το εναρκτήριο σάλπισμα για μία νέα δημιουργία -ακριβώς όπως η κατάληξη της χειρονομίας στη «Σύγχυση» δεν είναι το τέλος, αλλά η ‘μη απόφαση’, αυτό που επιλέγει να ξαναρχίσει, αναγνωρίζοντας το αδιέξοδο στο οποίο η αναντιστοιχία δεδομένων και πεποιθήσεων, του “είναι” και του «δέον είναι», οδηγεί τον άνθρωπο.
Ο υποψιασμένος και γνωστικός θεατής μπροστά στο έργο του Ξένου αντιλαμβάνεται και για τούτο πάντα η έκπληξή του είναι σιωπηλή, πως είναι ανήμπορος να εξισωθεί με μία τέτοια αποκάλυψη εν ακαρή. Για τούτο σαγηνεύεται και δεν αφήνεται να γυρίσει εύκολα την πλάτη και να πάει σε άλλο έργο. Στην αποκαλυπτική τούτη συνάντησή του χρειάζεται “να εισέλθει” σ’ αυτό, να δει και πραγματικά, να αυτοδειδωθεί κι ο ίδιος ως δρων υποκείμενο σε τούτο το βαθύ άγγιγμα που του προτείνει. Το seeing in, ο μηχανισμός της διεπικοινωνίας (ψυχικής τε και κριτικής) που ιδιοφυώς εντόπισε ο R. Wollheim και καθορίζει τον βαθμό που ο θεατής ταυτίζεται με το έργο, επειδή ακριβώς μπορεί να προβάλει μέσα του και τη δική του ψυχολογία, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες, δεν μπορεί να βρει καλλίτερο παράδειγμα κι αιτιολόγηση από τη διαδικασία που γεννούν τα έργα του Ξένου.

Είναι ο νόμος του εσωτερικού «εγώ», που αναδύεται κι αναπτύσσεται απέναντι στην αμεσότητα της ύπαρξης και της συμβατικότητας και γενικότητες της σκέψης και της κοινής λογικής και σκέψης. Εκφράζεται ως αυτοσυνείδηση αναγνωρίζοντας μόνον ότι εμπίπτει στην επικράτεια της κι όχι στις πεποιθήσεις ή τα ήθη μιας καθολικής και συμβατικής σκέψης που διαμορφώνουν συνθήκες περιορισμού και συγκρότησης της ελευθερίας υπό τη μορφή της «δέουσας» έκφρασης, συμπεριφοράς και προσανατολισμού στη σκέψη και τη ζωή.
Εάν όπως έλεγε ο Χέγκελ, η τέχνη εφ’ όσον δεν μπορεί να εκριζώσει το κακό, αν μη τι άλλο μπορεί τουλάχιστον να μας ανακουφίσει, αυτό που ο Ξένος σοφά νογά ως κούφιση δεν είναι η εύκολη Λήθη, την οποία εξάλλου απορρίπτει τελείως. Απεναντίας, περιβάλλει την τέχνη του με την εικονοκλαστική ικανότητα της καταγγελίας του Σκότους, της αντίστασης και της αντίδρασης σε τούτη τη Λήθη ως αμυντικού μηχανισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Για τον Ξένο ο αμυντικός μηχανισμός τούτος συνίσταται στην κραυγή -ιαχή, όχι στην παραίτηση και τον αναστεναγμό. Το ίχνος που κατορθώνει να παγώσει ο Ξένος διατηρεί τη μνήμη των πραγμάτων, κατορθώνει να διασώσει την ιστορικότητά τους και να διατηρήσει τη διαλεκτικότητά τους. Τα συνδέει ταυτόχρονα με την πραγματικότητα, αλλά και την υπερβατικότητα. Μία υπερβατικότητα που εκφράζεται μέσα από την αδυναμία πρώτιστα του διαλόγου και την αντίρρηση, την αυθαιρεσία του απρόβλεπτου, την απουσία μίας απόφασης, που αφήνει τα πάντα ανοικτά κι άλυτα.
Πληροφορίες
Διάρκεια έκθεσης: 23 Απριλίου – 1 Ιουνίου 2025
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη – Παρασκευή 11:00 – 19:00 Σάββατο – Κυριακή 10:00 – 15:00, Δευτέρα κλειστά Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Κέντρο Τεχνών Δήμου Αθηναίων Βασ. Σοφίας, Πάρκο Ελευθερίας, στάση Μετρό: Μέγαρο Μουσικής, 210 7232604- 210 7224028
