Σε διθυράμβους για τις… «εξαιρετικές» σχέσεις με την Κίνα προχώρησε σήμερα ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοινώνοντας την επίτευξη συμφωνίας με την Κίνα μετά από δύο γύρους συνομιλιών στο Λονδίνο με επίκεντρο τις (απαραίτητες για κορυφαίες αμερικανικές εταιρίες τεχνολογίες) κινέζικες σπάνιες γαίες.
Ο Τραμπ τόνισε πως απομένει πλέον μόνο η τελική έγκριση του κειμένου της συμφωνίας σε επίπεδο ηγετών τονίζοντας σε σχετική ανάρτηση στο δικό του Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης, Truth Social:
«Η σχέση μας με την Κίνα είναι εξαιρετική», ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social. Πρόσθεσε δε με κεφαλαία γράμματα: «ΕΜΕΙΣ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΔΑΣΜΟΥΣ 55%, Η ΚΙΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ 10%».
Βασικά σημεία της συμφωνία στην οποία εξασφαλίζεται η απαραίτητη πρόσβαση αμερικανικών εταιριών σε κινέζικες σπάνιες γαίες αναμένεται να ανακοινωθούν προσεχώς από τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Τι συμφώνησαν;
Μολονότι δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστά βασικά σημεία της συμφωνίας θεωρείται βέβαιο πως έχει επιλυθεί το ζήτημα πρόσβασης των αμερικανικών εταιριών στις αποστολές σπάνιων γαιών και μαγνητών από την Κίνα.
Σε σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας Wall Street Journal επισημαίνεται ότι η κινεζική ομάδα, με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και έμπιστο του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, Χε Λιφένγκ, προχώρησε σε μια σκληρή διαπραγμάτευση ζητώντας από την αμερικανική πλευρά να χαλαρώσει σημαντικά τους περιορισμούς στην πώληση τεχνολογίας και άλλων προϊόντων στην Κίνα.
Η Κίνα παραμένει αδιαμφισβήτητη κυρίαρχος στην αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών, παράγοντας περίπου το 60% της παγκόσμιας προσφοράς σπάνιων γαιών και ελέγχοντας το 90% της επεξεργασίας τους. Πέρα δηλαδή από την τεράστια εγχώρια παραγωγή σε ένα τόσο κρίσιμο τομέα για τις εταιρίες τεχνολογίας παγκοσμίως, η Κίνα εισάγει και μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών και σπάνιων γαιών από τρίτες χώρες για να τις επεξεργαστεί.
Ανακωχή βλέπει το CNN
Πάντως, σήμερα το CNN σε σχετική ανάλυσή του εκτιμά πως η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας συνιστά στην πραγματικότητα μία «ανακωχή» και μία επεξήγηση όσων είχαν συμφωνήσει το Μάιο στην Γενεύη, προκαλώντας ανακούφιση σε «επιχειρηματίες, καταναλωτές και επενδυτές της Wall Street».
