Αποκλειστική συνέντευξη στο δίκτυο Telesur της Βενεζουέλας έδωσε η ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, Φραντσέσκα Αλμπανέζε.
Η ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ αναφέρεται στην ανικανότητα του διεθνούς οργανισμού να ανταπεξέλθει στις ευθύνες που έχει αναλάβει λόγω της επιρροής ισχυρών χωρών με πρώτες τις ΗΠΑ.
«Ο ΟΗΕ δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τις χώρες-μέλη» τόνισε η Αλμπανέζε προσθέτοντας υπάρχει ένα πολυσύνθετο πλέγμα στη διεθνή πολιτική σκηνή που περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του οργανισμού να δράσει αποφασιστικά.
In a special interview with teleSUR, Francesca Albanese, lawyer and United Nations Special Rapporteur on the Occupied Palestinian Territories, emphasizes that over the years, the Israeli occupation has maintained an occupation economy based on the use of around 48 private actors… pic.twitter.com/1hVaFvU97X
— teleSUR English (@telesurenglish) July 17, 2025
Η Ιταλίδα νομικός δεν μάσησε τα λόγια της για τις βαριές ευθύνες του ΟΗΕ τονίζοντας πως μετά από τουλάχιστον 70 χρόνια απραξίας σε σχέση με την Παλαιστίνη, είναι φανερό πως Ο ΟΗΕ δεν είναι μέρος της λύσης αλλά μπορεί να είναι μέρος του προβλήματος.
«Δεν μπορούμε να ζήσουμε σε έναν κόσμο όπου τα δικαιώματα είναι ασαφή» είπε, απαιτώντας να σταματήσουν οι πρακτικές «δύο μέτρων και σταθμών».
Η ίδια επισήμανε πως αυτή η κατάσταση διαιωνίζει τα βάσανα του παλαιστινιακού λαού που ζει επί δεκαετίες στην γη του σε περιβάλλον βίας και σκληρής κατοχής.

Για τα μέτρα χωρών της Ομάδας της Χάγης κατά του Ισραήλ
Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε κληθείσα να σχολιάσει την πρόσφατη απόφαση ομάδας χωρών που απαρτίζουν την λεγόμενη Ομάδα της Χάγης, για τη λήψη συλλογικών μέτρων κατά του Ισραήλ εκτίμησε πως μπορεί εάν εφαρμοστούν να λειτουργήσουν «θετικά» για το παλαιστινιακό.
Χαρακτήρισε «εν δυνάμει επαναστατική» την πρόσφατη πρωτοβουλία χωρών της λεγόμενης «Ομάδα της Χάγης» (που συγκροτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2025 με σκοπό να προστατεύσει και να εφαρμόσει τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης σε σχέση με την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση.
Η Ομάδα της Χάγης (που απαρτίζεται από τη Βολιβία, την Κούβα, Νικαράγουα, την Κολομβία, τη Μαλαισία, το Ομάν, τον Άγιο Βικέντιο και Γρεναδίνες της Καραϊβικής, τη Ναμίμπια και τη Νότια Αφρική), αποφάσισε κατά τη διάρκεια συνόδου στη Μπογκοτά της Κολομβίας στις 16 Ιουλίου σειρά μέτρων κατά της ισραηλινής κατοχής στη Δυτική Όχθη και της σύγκρουσης στη Γάζα, όπως η αποτροπή της μεταφοράς όπλων, η επανεξέταση δημοσίων και κρατικών συμβάσεων που αφορούν εταιρίες οι οποίες επωφελούνται από την ισραηλινή κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών.
Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε τόνισε επίσης την σημασία της απόδοσης ευθυνών και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου ιδιαίτερα για χώρες που αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνέργειας στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων.
Η οικονομία της γενοκτονίας και της κατοχής
Η ίδια θεωρεί πως ο καιρός πλέον είναι κατάλληλος για «συλλογική δράση» ιδιαίτερα μετά από δύο χρόνια κλιμακούμενης βίας κατά των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας.
«Η συγκυρία είναι κατάλληλη και δεν συνιστά απλώς μία ευκαιρία. Είναι ώρα ευθύνης για τις χώρες να ορθώσουν ανάστημα και να κάνουν το σωστό», επισημαίνοντας τη σημασία αναστολής διακρατικών συμφωνιών για την πώληση ή παράδοση όπλων στο Ισραήλ. Με αυτή την αφορμή αναφέρθηκε στην πρόσφατη έκθεσή της με τίτλο «Η Οικονομία της Γενοκτονίας και των Παράνομων Εποικισμών» που ανέδειξε το ρόλο πολυεθνικών εταιριών που κερδοσκοπούν από την κατοχή σε βάρος των Παλαιστινίων της Δυτικής Όχθης και της Γάζας. Στην έκθεση αυτή, κατονομάζονται γνωστές πολυεθνικές επενδυτικές εταιρείες, όπως η BlackRock που είναι η μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στον κόσμο και η Vanguard που είναι από τους κύριους επενδυτές πίσω από αρκετές εισηγμένες εταιρείες στα κατεχόμενα εδάφη, εταιρίες τεχνολογίες όπως οι εταιρείες Palantir, Microsoft, Amazon, Alphabet, IBM, και ευρωπαϊκές τράπεζες και ταμεία όπως οι εταιρίες BNP Paribas, Barclays και το Νορβηγικό Κρατικό Ταμείο Συντάξεων (GPFG).
Τόνισε πως η ισραηλινή κατοχή είναι ως τώρα βιώσιμη λόγω της υποστήριξης άλλων χωρών, επιχειρήσεων, μεγάλων πανεπιστημίων διεθνούς κύρους, και διεθνών θεσμών επισημαίνοντας πως «δεν πρόκειται για μία απλή σύγκρουση μεταξύ χωρών αλλά για μία οικονομία που έχει οικοδομηθεί στην κατοχή και στην καταπίεση».
