ΑΘΗΝΑ
06:51
|
26.06.2026
Όπου και να ‘σαι, μην τολμήσεις και αφήσεις τη νύχτα.
Θεσσαλονίκη, Λαδάδικα. Φωτ.: Μαριλένα Σάγια (Facebook)
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τον πέτυχα στο μπαρ. Για την ακρίβεια, τον πετύχαινα συνέχεια στο μπαρ.

Έπινε το πιο φτηνό ουίσκι, ένα Johny κόκκινο.

Εκεί στα 40, ψευτοδικηγορούσε και παρέμενε εδώ και 6 χρόνια συμβασιούχος διδάσκων κάθε χρόνο και σε άλλο πανεπιστήμιο.

Ήταν στο τέταρτο ποτό. Όπως τον άκουσα να λέει στην παρέα του, που είχε σκύψει προς τη μεριά του, είχε τη μέγιστη διαύγεια.

Πίνοντας ουίσκι συστηματικώς και με επιμονή από τα 16 για να το συνηθίσει, είχε πετύχει να είναι το αγαπημένο του ποτό. Όχι μόνο αυτό όμως. Ήξερε την κατάλληλη ώρα της μέρας και την απαιτούμενη ποσότητα ούτως ώστε να κερδίζει διαύγεια για περίπου μια ώρα και λίγο παραπάνω υπό την επίδραση του αλκοόλ.

Μεσημέρι προς απόγευμα ήταν η ώρα. Τις Παρασκευές πιο αργά και τα συνόδευε και με μερικά σφηνάκια που σέρβιρε το Μαράκι, η καλύτερα μπαργουμάνα της πόλης. Έφευγε λιάρδα και την άλλη μέρα ξυπνούσε με πόνο στο πόδι ψηλά κατά τις 8 το πρωί. Κατά τη διάρκεια της διαύγειας, τις καθημερινές, μιλούσε για πολιτική με έμφαση στην αριστερά, φλέρταρε και ενίοτε προετοίμαζε κάποιο μάθημα ή και δίδασκε με ιδιαίτερη θεατρικότητα, αν δεν τον είχε πιάσει εν τω μεταξύ το ποτό.

Αν με ρωτάτε πού τα ξέρω, τα εξηγούσε όλα στις παρέες του ή για να είμαι σαφέστερος σε κάθε παρέα. Είχα μάθει σχεδόν την ιστορία της ζωής του.

Εκείνη τη μέρα καθόταν δίπλα σε μια κοπέλα κοντά στα 24, που του χάιδευε τον καβάλο χωρίς να πολύ-κρύβεται. Κοίτα να δεις σκέφτηκα…

Το πρόσωπό του ήταν ελαφρώς βλογιοκομμένο. Άλλος ένας μίμος του Μπουκόφσκι δηλαδή.

Η μάνα του είχε παρατήσει τον πατέρα του στα Γιαννιτσά, τη δεκαετία του ’80, μαζί με αυτόν. Κάτι σε επιλόχεια αλλά τότε αυτά ήταν ψιλά γράμματα. Όπως και να ‘χει ο μπαμπάς του έκανε ό,τι μπορούσε αλλά μάλλον δεν μπορούσε και πολλά. Υπάλληλος στον δήμο. Γήπεδο τις Κυριακές για τους αγώνες των τοπικών. Μαγεία. Είχε μάθει τα καλύτερα βρισίδια από τους καλύτερους. Ο πατέρας του τον είχε μυήσει στον κόσμο των μπουζουκιών. Έτσι έλεγε τουλάχιστον. Πάντως το «φυλακές, μοναστήρια, τρελάδικα, άδικα γεμίσαν άδικα» το ήξερε απ’ έξω. Θα μου πείτε σιγά το δύσκολο, αυτό είναι κλασσικό πλέον.

Δεν είχε κακές αναμνήσεις (ή τουλάχιστον δεν τις έλεγε τόσο συχνά ώστε να τις μάθω). Στο σπίτι του δεν είχαν βιβλιοθήκη. Ούτε εγκυκλοπαίδεια. Μετά τα 18 άρχισε να διαβάζει. Ήθελε να ρίξει μια γκόμενα και είχε μπει στην ΠΚΣ, στην ΚΝΕ. Καλά τα έλεγε αλλά κομμουνιστής δεν ήταν. Σοσιαλδημοκράτης ίσως. Θα μου πεις εδώ σοσιαλδημοκρατικό κοντεύει να γίνει το ΚΚΕ (συγγνώμη σύντροφοι για την άσχημη μπηχτή).

Όχι, δεν ήταν αλκοολικός. Κοινωνικός πότης. Ένας φίλος του ήταν σίγουρα. Κατουρούσε στα Λαδάδικα και κοιμόταν στην Καμάρα. Είχε παίξει ξύλο μια φορά με έναν μπάρμαν και μια άλλη τον κυνηγούσαν κάτι τύποι γιατί τους είχε φεσώσει σε ένα από τα μαγαζιά στα οποία καλό είναι να μην φεσώνεις.

Ο βλογιοκομμένος μιλούσε και ελαφρώς έφτυνε. Η 24χρονη έδειχνε να γούσταρε. Γκράμσι, Λυοτάρ, Γκυ Ντε Μπορ, Μπαντιού, από όλα είχε ο μπαξές. Εκείνη του πετούσε τσιτάτα, εκείνος άλλα, παιζόταν ένα παιχνίδι πάνω από το μπαρ και κάτω από το μπαρ, ανάμεσα στα σκαμπό. Σε μερικά ήταν μάστορας. Στην αρχή είχε βάλει το σκαμπό του σε απόσταση από το δικό της. Περίεργος, αποστασιοποιημένος. Μετά πλησίαζε.

Ευτυχώς αυτή έπινε λιγότερο γιατί αλλιώς θα του είχε τινάξει την μπάνκα στον αέρα. Θα δούλευε λέει στη Θεσσαλονίκη και στην Κρήτη. Από την Κομοτηνή είχε φάει φέσι.

Τα μαγαζιά έκλειναν τώρα νωρίτερα σε σχέση με την προ-Covid εποχή. 2 η ώρα τελείωσαν το ποτό, δηλαδή αυτός το κερασμένο σφηνάκι. Μαράκι είσαι μαγεία πίσω από την μπάρα. Όπου και να ‘σαι, μην τολμήσεις και αφήσεις τη νύχτα. Έφυγαν με την 24χρονη. Τους ακολούθησα για λίγο. Κάπου χαμουρεύονταν.

Πρεκαριάτο.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα