ΑΘΗΝΑ
08:16
|
11.06.2026
Η ισραηλινή επίθεση στη Ντόχα αποκάλυψε την ευθραυστότητα των αμυντικών εγγυήσεων των ΗΠΑ, πυροδοτώντας την καχυποψία του κοινού στον Κόλπο.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Gulf International Forum (GIF). Μετάφραση Δημήτρης Β. Πεπόνης.

Η άνευ προηγουμένου επίθεση του Ισραήλ στη Ντόχα στις 9 Σεπτεμβρίου, η οποία ακολούθησε την επίθεση του Ιράν στις αρχές του καλοκαιριού κατά της αεροπορικής βάσης Al Udeid -μόλις 25 μίλια από την πρωτεύουσα του Κατάρ- διέσπειρε τον φόβο και την ανησυχία σε ολόκληρη τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή του Κόλπου. Οι κάτοικοι που ζουν κοντά στην περιοχή όπου στεγαζόταν το πολιτικό γραφείο της Χαμάς υπέστησαν εκκωφαντικές εκρήξεις που αντήχησαν σε όλη την πόλη. Το Ισραήλ δεν κατάφερε να επιτύχει τον στόχο του να εξοντώσει ανώτερα μέλη της Χαμάς, σκοτώνοντας αντίθετα έναν αξιωματικό ασφαλείας του Κατάρ που φρουρούσε το συγκρότημα και μέλη χαμηλότερου επιπέδου της Χαμάς. Οι επιθέσεις ενίσχυσαν επίσης την ήδη διαδεδομένη αντίληψη μεταξύ του κοινού στον Κόλπο ότι οι αμερικανικές δεσμεύσεις για την ασφάλεια δεν έχουν πλέον την αξιοπιστία που είχαν κάποτε. Σε ολόκληρη την περιοχή, η απογοήτευση από την αντίληψη ότι οι ΗΠΑ εφαρμόζουν διπλά πρότυπα, δύο μέτρα και δύο σταθμά -από τη Γάζα έως την άμυνα του Κόλπου- έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στον ρόλο της Ουάσιγκτον ως αξιόπιστου προστάτη, πυροδοτώντας συζητήσεις σχετικά με την κυριαρχία, την αυτονομία και τις εναλλακτικές συμμαχίες.

Μια σιωπηρή συμφωνία

Για δεκαετίες, οι κυβερνήσεις του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ) δικαιολογούσαν την παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην περιοχή τηρώντας μια θεμελιώδη, αν και άγραφη, συμφωνία: ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα παρείχαν στις χώρες που τις φιλοξενούν ακλόνητη προστασία από τους περιφερειακούς εχθρούς. Με την αποτυχία της να αποτρέψει την ισραηλινή επίθεση και την απόρριψη των ισχυρισμών ότι είχε προηγούμενη γνώση της επίθεσης, η Ουάσιγκτον έχει τροφοδοτήσει αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητή της ασφάλειας. Η δημόσια στάση της κυβέρνησης του Κατάρ ήταν μετρημένη, με τους ηγέτες του Κατάρ να περιγράφουν την επίθεση του Ισραήλ ως μια προσπάθεια να διαρρηχθούν οι ιστορικά ισχυροί δεσμοί μεταξύ των ΗΠΑ και του Κατάρ. Αν και το Κατάρ έχει ενισχύσει τη συνεργασία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση Τραμπ θα είναι πολύ επιφυλακτική απέναντι στις προσπάθειες των κρατών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου να επεκτείνουν τις συνεργασίες τους στον τομέα της ασφάλειας με αντιπάλους των ΗΠΑ. Χωρίς μεγαλύτερες εγγυήσεις ασφάλειας, η επόμενη δεκαετία θα δει πιθανώς τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου να συνεργάζονται με άλλες περιφερειακές δυνάμεις ή ακόμη και υπερδυνάμεις για να προστατεύσουν την κυριαρχία τους και να ενισχύσουν την ασφάλειά τους, ειδικά δεδομένης της αντίληψης ότι η προτεραιότητα της Αμερικής είναι η περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και η ασφάλεια της Ευρώπης.

Η επιθυμία του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου για την προστασία της ασφάλειας των ΗΠΑ χρονολογείται από την εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ το 1990, όταν μια συμμαχία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ κατέστρεψε τον ιρακινό στρατό στο Κουβέιτ. Με τον περιφερειακό του αντίπαλο να έχει αποδυναμωθεί και τελικά να έχει ανατραπεί, το Ιράν αναδείχθηκε σε ιδεολογικό και γεωπολιτικό αντίπαλο των περισσότερων κρατών του Κόλπου. Οι ηγέτες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου θεώρησαν ότι η σύναψη ενός συμφώνου ασφάλειας με την Ουάσιγκτον ήταν απαραίτητη για να αποτρέψουν πιθανούς επιτιθέμενους από το να παραβιάσουν τα εδάφη τους και να αναμιχθούν στις υποθέσεις τους. Η εισβολή στο Κουβέιτ και η εκτόξευση πυραύλων από τον Σαντάμ κατά της Σαουδικής Αραβίας ώθησαν τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου να αναζητήσουν αμυντική βοήθεια και συνεργασία με την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η ίδρυση αμερικανικών βάσεων στην «ιερή γη», όπως την θεωρούσαν πολλοί μουσουλμάνοι, δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση. Για να αποφύγουν την αντίδραση του κοινού στην παρουσία των ΗΠΑ, οι ηγέτες του Κόλπου ζήτησαν τη βοήθεια θρησκευτικών ηγετών για την έκδοση φετφάδων που θα υποστήριζαν τις απαραίτητες αμυντικές πολιτικές της κυβέρνησης.

Από την πλευρά της, η Ντόχα δεν επηρεάστηκε ποτέ από τη δημόσια απογοήτευση όσον αφορά την παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στη χώρα. Το Κατάρ ήταν αποφασισμένο να εδραιώσει την αμερικανική δύναμη περιφερειακά στο έδαφός του και ξεκίνησε μια μακρά και καρποφόρα ιστορία συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας με την Ουάσιγκτον το 1992. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1996, η Ντόχα ξόδεψε πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια για την κατασκευή της αεροπορικής βάσης Al Udeid, της μεγαλύτερης αμερικανικής στρατιωτικής βάσης στην περιοχή. «Η στρατηγική του Κατάρ της κατασκευής βάσης είχε ως στόχο να προσελκύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στις εγκαταστάσεις του», σύμφωνα με έκθεση του Αμερικανικού Σχεδίου Ασφάλειας (American Security Project). Επιπλέον, η σημασία τόσο της Al Udeid όσο και της Ντόχα εκτοξεύθηκε στα ύψη μετά τη μετεγκατάσταση των αμερικανικών στρατευμάτων από την αεροπορική βάση Prince Sultan στη Σαουδική Αραβία το 2003, μετατρέποντας το Κατάρ σε κεντρικό κόμβο της αμερικανικής δύναμης στον Κόλπο. Λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση του αντιαμερικανικού αισθήματος εκείνη την εποχή, αυτή ήταν μια τολμηρή απόφαση. Εκτός από την ισχυρή στρατιωτική συνεργασία του Κατάρ με την Ουάσιγκτον, η Ντόχα έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει αποδειχθεί ικανός εταίρος στην προώθηση της διεθνούς διαμεσολάβησης.

Δεδομένης της υποτιθέμενης ισχύος της διμερούς συνεργασίας και του καθεστώτος της Ντόχα ως σημαντικού μη μέλους του ΝΑΤΟ, δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι το κοινό του Κατάρ ήταν εξοργισμένο με την Ουάσιγκτον μετά τις επιθέσεις του Ισραήλ στις 9 Σεπτεμβρίου εναντίον αξιωματούχων της Χαμάς που ζούσαν στην πρωτεύουσα. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το hashtag #QatarUnderAttack έγινε viral, με τους πολίτες και τους κατοίκους του Κατάρ να εκφράζουν την απογοήτευσή τους για την επίθεση που κλόνισε την αίσθηση ασφάλειας που είχαν. Στα μάτια του κοινού του Κατάρ, παρά τις προσπάθειες του Κατάρ να οικοδομήσει μια βαθιά εταιρική σχέση ασφάλειας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ουάσιγκτον δεν προσέφερε καμία προστασία από τους ισραηλινούς πυραύλους.

Μια νέα πραγματικότητα

Αμέσως μετά την επίθεση, οι ηγέτες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου επιβεβαίωσαν την ενότητα του ΣΣΚ και την υποστήριξη του μπλοκ στην κυριαρχία του Κατάρ, και δεσμεύτηκαν να «λάβουν τα απαραίτητα εκτελεστικά μέτρα για την ενεργοποίηση των μηχανισμών κοινής άμυνας και των αποτρεπτικών δυνατοτήτων του Κόλπου». Οι μοναρχίες του Κόλπου ίσως έχουν πλέον μάθει με τον σκληρό τρόπο ότι δεν είναι απρόσβλητες από την επιθετικότητα του Ισραήλ, ούτε εξαιρούνται από τη νέα δογματική πολιτική προληπτικής δράσης του Τελ Αβίβ. Αυτή η νέα πραγματικότητα πιθανότατα θα αναγκάσει τις κυβερνήσεις της περιοχής να αναθεωρήσουν και να ενισχύσουν τις συνεργασίες τους με άλλους παράγοντες. Ορισμένες έχουν ήδη λάβει δραστικά μέτρα, όπως η πρόσφατη συμφωνία αμοιβαίας άμυνας της Σαουδικής Αραβίας με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν.

Παραδοσιακά, το Κατάρ έχει επενδύσει σημαντικά στην υποστήριξη της περιφερειακής ασφάλειας από τις ΗΠΑ και στην ενίσχυση του μοναδικού ρόλου του ως μεσολαβητή για την εξασφάλιση της ασφάλειάς του. Μέχρι στιγμής, δεν έχει επιδιώξει σταθερή αντιστάθμιση σε σύγκριση με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το μικρό του μέγεθος και το απρόβλεπτο περιφερειακό τοπίο ασφάλειας, η επέκταση της ασφάλειας του πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να καταστεί αναγκαία. Ένα σενάριο που είχε προβλέψει η Ουάσιγκτον: η διάβρωση της εμπιστοσύνης της Ντόχα στην δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών να προστατεύσουν τα συμφέροντα και την κυριαρχία της θεωρήθηκε ως πιθανή σημαντική οπισθοδρόμηση για την αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή. Κατά συνέπεια, ο πρόεδρος Τραμπ έλαβε αποφασιστικά μέτρα, υποχρεώνοντας τον Ισραηλινό πρωθυπουργό να εκδώσει επίσημη συγγνώμη προς τη Ντόχα για την επίθεση, ενώ υπέγραψε επίσης εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο δεσμεύτηκε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα -συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής δύναμης, εάν απαιτηθεί- για την υπεράσπιση του Κατάρ από οποιαδήποτε μελλοντική επιθετικότητα.

Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού 2017-2021, το Κατάρ υπήρξε εξίσου ευάλωτο και προσπάθησε να την αντιμετωπίσει αυτή την ευπάθεια επεκτείνοντας τους δεσμούς ασφαλείας του με περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία και εμβαθύνοντας τη συνεργασία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπό το φως της ισραηλινής επίθεσης, αυτή η προσέγγιση μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική, δεδομένης της αταλάντευτης υποστήριξης της Ουάσιγκτον προς το Τελ Αβίβ. Κατά συνέπεια, η Ντόχα μπορεί να αισθανθεί πιο υποχρεωμένη να αναζητήσει νέες στρατιωτικές συνεργασίες, αναδιαμορφώνοντας ενδεχομένως ελαφρώς το σχέδιο αντιστάθμισής της. Μια τέτοια αλλαγή δεν θα θυσίαζε απαραίτητα την έμφαση που δίνει το Κατάρ  στη διαμεσολάβηση και τη διπλωματία. Το Κατάρ είναι πιθανό να διατηρήσει, αν όχι να ενισχύσει, τις προσπάθειές του για διαμεσολάβηση στη διεθνή σκηνή -αλλά ίσως με σαφέστερη εκτίμηση των κινδύνων και εγγυήσεις ασφάλειας από τα εμπλεκόμενα μέρη. Για το Κατάρ και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι αν θα περιοριστούν σε διπλωματική πίεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για να χαλιναγωγήσουν το Ισραήλ, ή αν θα λάβουν πρακτικά μέτρα για να αναδιαμορφώσουν το πρότυπο περιφερειακής ασφάλειας προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, σε περίπτωση που η Ουάσιγκτον δεν είναι πρόθυμη να το πράξει.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Νέα Εποχή, Νέο Κόμμα

Μια σειρά από θεμελιώδη ζητήματα έχουν σωρευθεί και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση. Πάνω σε αυτά οι κομματικές και πολιτικές δυνάμεις διεθνώς και στο εσωτερικό θα (ξανά-)γεννηθούν.
ΣΥΝΑΦΗ

Ο Καναδάς εισάγει νομοθεσία που απαγορεύει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 16 ετών

Όχι «ήττα», όχι απλές παραβιάσεις: Συνεχιζόμενο έγκλημα εποικιστικής αποικιοκρατίας

Ισραηλινές επιδρομές στο νότιο Λίβανο με 17 νεκρούς

Αμερικανός διπλωμάτης βρέθηκε νεκρός στη Μιανμάρ – Υπο κράτηση μια Ταϊλανδέζα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα