ΑΘΗΝΑ
21:39
|
24.06.2026
Ο Κινέζος ακαδημαϊκός Wang Xiangsui υποστηρίζει ότι αυτή η σιωπή δείχνει μια σπάνια, ρεαλιστική εκτίμηση εκ μέρους του.
Για δεκαετίες, το ζήτημα της Ταϊβάν έχει αποτελέσει ένα επαναλαμβανόμενο σημείο πίεσης στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Κίνα
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Όταν οι ηγέτες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών συναντήθηκαν στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας στις 30 Οκτωβρίου, οι περισσότεροι τίτλοι των μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκαν στις συμφωνίες τους σχετικά με τους δασμούς, τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και το εμπόριο γεωργικών προϊόντων. Ωστόσο, μια λεπτομέρεια ξεχώρισε: ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ανέφερε την Ταϊβάν, ούτε μία φορά.

Για δεκαετίες, το ζήτημα της Ταϊβάν έχει αποτελέσει ένα επαναλαμβανόμενο σημείο πίεσης στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Κίνα. Η ξαφνική απουσία του από την ατζέντα ήταν επομένως εντυπωσιακή. Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης σημείωσαν την παράλειψη, αλλά λίγα από αυτά έδωσαν μια σαφή εξήγηση.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Wang Xiangsui, Κινέζο στρατηγιστή και πρώην ανώτερο συνταγματάρχη (PLA), αυτή η σιωπή αντανακλά μια απόφαση που βασίζεται περισσότερο στην πραγματικότητα και είναι περισσότερο ευθυγραμμισμένη με τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ από ό,τι οι αποφάσεις οποιουδήποτε προηγούμενου Αμερικανού προέδρου. Από την άποψη της στρατιωτικής ισορροπίας στην Ασία του Ειρηνικού, το «χαρτί της Ταϊβάν» έχει μετατραπεί από στρατηγικό πλεονέκτημα σε πολιτικό μειονέκτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ιστορικά, η Ουάσιγκτον χρησιμοποιούσε το ζήτημα της Ταϊβάν ως μέσο πίεσης, επειδή διέθετε τα αξιόπιστα στρατιωτικά μέσα προκειμένου να παρέμβει. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 έως τη δεκαετία του 1970, το Πολεμικό Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) ήταν υποανάπτυκτα σε κλίμακα, εξοπλισμό και εκπαίδευση, υστερούσαν όχι μόνο σε σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά και σε σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις της ίδιας της Ταϊβάν.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ έδειξαν πραγματική προθυμία να χρησιμοποιήσουν βία. Κατά τη διάρκεια των κρίσεων στο Στενό της Ταϊβάν το 1954 και το 1958, η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ έστειλε τον Έβδομο Στόλο στο Στενό, προμήθευσε την Ταϊπέι με προηγμένο οπλισμό, όπως τον πύραυλο AIM-9B Sidewinder, και μάλιστα προέβη σε πυρηνικές απειλές.

Εν ολίγοις, η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και η αποδεδειγμένη ετοιμότητά τους να την χρησιμοποιήσουν, ήταν το θεμέλιο της αυτοπεποίθησής τους στο να παίξουν το «χαρτί της Ταϊβάν». Μια μέτρια επένδυση στρατιωτικών πόρων μπορούσε να αποφέρει τεράστια πολιτικά οφέλη.

Σήμερα, όμως, το κέντρο βάρους αυτής της επιρροής έχει μετατοπιστεί αποφασιστικά προς την ηπειρωτική Κίνα.

Το παραδοσιακό σχέδιο παρέμβασης των ΗΠΑ βασιζόταν σε τέσσερα αλληλένδετα βήματα: την ανάπτυξη αεροπλανοφόρων, την κατάκτηση της αεροπορικής υπεροχής, τη διεξαγωγή επιθέσεων στη ξηρά και, αν χρειαστεί, την παροχή αμφίβιας ή αερομεταφερόμενης υποστήριξης. Τώρα, όμως, οι ραγδαία εξελισσόμενες ικανότητες της Κίνας στον τομέα της αποτροπής πρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) έχουν θέσει σε σοβαρή αμφισβήτηση τα δύο πρώτα βήματα.

Πρώτον, η επίγνωση της κατάστασης από τον PLA γύρω από το Στενό της Ταϊβάν και σε ολόκληρο τον Δυτικό Ειρηνικό έχει βελτιωθεί δραματικά. Ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αναγνώρισης που περιλαμβάνει μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) όπως το WZ-10, και πλατφόρμες (μεγάλου υψομέτρου και μεγάλης αντοχής) όπως η WZ-7, ενσωματωμένα με δορυφορικά και θαλάσσια συστήματα επιτήρησης, παρέχει πλέον σχεδόν σε πραγματικό χρόνο παρακολούθηση των αεροπλανοφόρων των ΗΠΑ. Αυτό επιτρέπει την ακριβή στόχευση και την ταχεία εμπλοκή με αντιπλοϊκούς πυραύλους.

Δεύτερον, η ανάπτυξη αντιπλοϊκών βαλλιστικών πυραύλων όπως οι DF-21D και DF-26 έχει δώσει στην Κίνα τη δυνατότητα να χτυπά κινούμενους ναυτικούς στόχους σε αποστάσεις από 1.500 έως 4.000 χιλιόμετρα. Η υψηλή ταχύτητα και η μεγάλη εμβέλεια τους, σε συνδυασμό με την ισχυρή επίγνωση και αντίληψη του πεδίου μάχης, αποτελούν σοβαρή απειλή για τα αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ, αναγκάζοντάς τα να επιχειρούν μακριά από το πεδίο δράσης και μειώνοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα των αεροπορικών τους δυνάμεων στην προσπάθεια διεκδίκησης και επιβολής αεροπορικής υπεροχής.

Τρίτον, από το 2024, συντηρητικές εκτιμήσεις από μέσα ενημέρωσης όπως το The National Interest υπαινίσσονται ότι η Κίνα έχει κατασκευάσει πάνω από 200 μαχητικά αεροσκάφη J-20, καθιστώντας την τη χώρα με τον μεγαλύτερο στόλο βαρέων μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς στον κόσμο.

Σε σύγκριση με τα F-22 και F-35 που έχουν αναπτυχθεί από τις ΗΠΑ στην περιοχή, τα J-20 λειτουργούν από βάσεις με μικρότερες εφοδιαστικές αλυσίδες και πιο ανθεκτικές δομές διοίκησης. Με την υποστήριξη περισσότερων από 1.000 μαχητικών αεροσκαφών τέταρτης γενιάς και πυραύλων αέρος-αέρος μακράς εμβέλειας της σειράς PL, που ξεπερνούν σε εμβέλεια τους αντίστοιχους αμερικανικούς, η Κινεζική Πολεμική Αεροπορία κατέχει πλέον ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα στο πεδίο δράσης της, εντός έδρας, σε οποιαδήποτε αναμέτρηση για τον έλεγχο των ουρανών κοντά στο Στενό της Ταϊβάν. Εν τω μεταξύ, πλατφόρμες όπως το βομβαρδιστικό H-6, οπλισμένο με προηγμένους πυραύλους όπως ο YJ-21, επεκτείνουν περαιτέρω την εμβέλεια της Κίνας κατά των αεροπλανοφόρων.

Συνοψίζοντας, η ταχεία ανάπτυξη στον τομέα αποτροπής πρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) από τον κινεζικό στρατό (PLA) έχει μετασχηματίσει τους υπολογισμούς των ΗΠΑ: η παρεμπόδιση της επανένωσης της Κίνας έχει μετατραπεί από μια επιλογή χαμηλού κινδύνου και υψηλής απόδοσης σε μια σχεδόν βέβαιη πορεία προς την ήττα σε οποιαδήποτε θερμή σύγκρουση.

Αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε επανεκτιμήσεις εντός των αμυντικών/στρατιωτικών κύκλων των ΗΠΑ. Ας εξετάσουμε την εξέλιξη των εκθέσεων της RAND Corporation: το 2000, η μελέτη της με τίτλο «Dire Strait? Military Aspects of the China-Taiwan Confrontation and Options for U.S. Policy επικεντρώθηκε στους μηχανισμούς της στρατιωτικής επέμβασης. Ωστόσο, στις 14 Οκτωβρίου 2025, η RAND δημοσίευσε την έκθεση Stabilizing the U.S.-China Rivalry, η οποία επικεντρώνεται στην εξερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι δύο δυνάμεις θα μπορούσαν να συνυπάρξουν εν μέσω βαθιών διαφορών -μια ενδεικτική αλλαγή σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητες σε επίπεδο ανάλυσης.

Για έναν επιχειρηματία όπως ο Τραμπ, αντιμετωπίζοντας τόσο δυσμενείς συνθήκες, το ένστικτο περιορισμού των απωλειών και αποχώρησης είναι απολύτως φυσικό. Αν το δούμε μέσα από το πρίσμα των ιστορικών προηγούμενων, η σιωπή του μπορεί να φαίνεται ως ανωμαλία. Όμως, αν το δούμε στο πλαίσιο των μεταβαλλόμενων δυναμικών ισχύος, είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της δεκαετούς αποφασιστικής επένδυσης της Κίνας στην εθνική άμυνα και της επίμονης «τοποθέτησής» της γύρω από το Στενό της Ταϊβάν.

Ο καθηγητής Wang προσθέτει, ωστόσο, ότι η σιωπή του Τραμπ αποκαλύπτει επίσης μια σοφία που συνίσταται στην υιοθέτηση μιας προσέγγισης αμοιβαίων παραχωρήσεων στις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ενώ η στρατιωτική επέμβαση δεν είναι πλέον εφικτή, η όξυνση των εντάσεων γύρω από την Ταϊβάν εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ισχυρού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ, δημιουργώντας περισσότερες συμβάσεις για την προμήθεια όπλων. Έτσι, η προσπάθεια του Τραμπ να παραμερίσει το ζήτημα, προκειμένου να αφαιρέσει ένα σημαντικό εμπόδιο από τις εμπορικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, πρέπει να αντιμετωπίσει έντονες εγχώριες πολιτικές αντιδράσεις και το «ιστορικό βάρος» που έχουν συσσωρεύσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η τρέχουσα προσέγγισή του μπορεί επομένως να είναι μια υπολογισμένη πράξη εξισορρόπησης: να δείξει καλή θέληση για άμεσες διαπραγματεύσεις, παρακάμπτοντας παράλληλα την εδραιωμένη εγχώρια αντιπολίτευση. Υπό αυτή την έννοια, η σιωπή του είναι πολύ αποκαλυπτική, όχι ως μια μεγαλεπήβολη στρατηγική, αλλά ως μια έξυπνη, αν και περιορισμένη, μορφή ρεαλπολιτίκ.

Εντούτοις, ένα ερώτημα παραμένει: πόσο καιρό μπορεί να διαρκέσει αυτή η «ρεαλιστική σιωπή», τόσο όσον αφορά την αποφασιστικότητα του Τραμπ όσο και το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ; Αυτό, προς το παρόν, παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.

—-

*Wang Xiangsui. Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας (CITIC Foundation for Reform and Development Studies). Πρώην ανώτερος συνταγματάρχης (PLA). Συν-συγγραφέας (co-author) του βιβλίου Unrestricted Warfare. (Μετάφραση: Δημήτρης Β. Πεπόνης)

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Τερματίζεται η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagnea για τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας

Τραμπ και Ερντογάν πλησιάζουν σε συμφωνία για τους κινητήρες των μαχητικών Kaan

Έφαγε τα μούτρα του ο Νετανιάχου με το μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν, αναφέρει ανάλυση στο Reuters

Δεν υπογράφει ο Τραμπ το Ν/Σ για τη στέγη για να εγκριθεί άλλο για το εκλογικό σύστημα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα