Στη δίκη των Τεμπών, μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανασκόπησή του. Ο κ. Μητσοτάκης παραδέχθηκε ότι υπήρξαν αστοχίες κατά την έναρξη της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών ενώ ευχήθηκε η χώρα να μην ξαναζήσει ποτέ ένα τέτοιο δράμα. Ωστόσο, άφησε αιχμές κατά ατόμων που «επιδιώκουν να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης».
Υπενθυμίζεται ότι προηγήθηκαν οι δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη για τη δίκη και κατά της κ. Μαρίας Καρυστιανού.
Εδώ έχουμε έναν χώρο που όσον αφορά τις δυνατότητές του είναι καλύτερος από το Εφετείο, με πολύ λιγότερους συντελεστές από τη δίκη για το Μάτι. Στις δίκες δεν προβλέπονται ειδικές θέσεις για υποψήφιους αρχηγούς κομμάτων.
Αναλυτικά η αναφορά Μητσοτάκη για τη δίκη των Τεμπών:
Αλλάζω θέμα και έρχομαι στη δίκη των Τεμπών που ήδη ξεκίνησε στη Λάρισα, υπηρετώντας το αυτονόητο χρέος όλων απέναντι στην αλήθεια και τη μνήμη των θυμάτων: να αποδοθεί δικαιοσύνη σε όσους ευθύνονται για το τραγικό δυστύχημα. Και η χώρα μας να μην ξαναζήσει ποτέ ένα τέτοιο δράμα. Επιμένω στην έγκαιρη έναρξη της διαδικασίας γιατί αυτή αποτελεί το κομβικό γεγονός και όχι, δυστυχώς, οι εικόνες ελλιπούς οργάνωσης της πρώτης ημέρας. Γιατί, πράγματι, υπήρξε σοβαρό πρόβλημα συντονισμού τόσο στον έλεγχο εισόδου όσο και στην ταξιθεσία των εκατοντάδων παρισταμένων μέσα στην αίθουσα. Σε εγκαταστάσεις, μάλιστα, οι οποίες κατασκευάστηκαν ειδικά για αυτήν τη μεγάλη δίκη και είναι από τις πιο λειτουργικές και σύγχρονες της Ευρώπης. Πρόκειται για αστοχίες που οφείλουν να έχουν ξεπεραστεί έως την 1η Απριλίου και όλα, στη συνέχεια, να κυλήσουν ομαλά. Χωρίς να δίνονται περιττές αφορμές σε όσους θέλουν να καθυστερήσουν ή και να ακυρώσουν τη δίκη. Ούτε, όμως, και υποκριτικά επιχειρήματα σε όποιους -για τους δικούς τους λόγους- επιδιώκουν να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Κάτι, άλλωστε, το οποίο αμέσως κατήγγειλαν και οι ίδιες οι ενώσεις των δικαστών. Η υποχρέωσή μας, πλέον, είναι μία: να αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να λειτουργήσει ελεύθερη και μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες. Με κοινό στόχο να αναδειχθεί η αλήθεια. Και η υπόθεση να διαλευκανθεί πλήρως, ώστε να δοθούν οι απαντήσεις που οφείλονται στην κοινωνία και, πρωτίστως, στις οικογένειες των θυμάτων.
