Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η ετήσια έκθεση του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, καταγράφει παραβίαση του δικαιώματος στην ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων στην Ουκρανία.
Το Κίεβο απέτυχε να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της απαγόρευσης θρησκευτικών οργανώσεων, ιδίως, των περιορισμών της άσκησης του θρησκευτικού δικαιώματος των πιστών της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (UOC), αναφέρεται στην έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα για το τελευταίο τρίμηνο του 2024.
Τα συμπεράσματα της έκθεσης επικεντρώνονται στην απόφαση του καθεστώτος του Κιέβου, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, για νομοθετικές αλλαγές που σχετίζονται με θρησκευτικές οργανώσεις. Ο νόμος, σύμφωνα με τον οποίο έχουν εισαχθεί αυτές οι αλλαγές, περιέχει αναφορές στην «εθνική (ή δημόσια) ασφάλεια» ως βάση για περιορισμούς στην ελευθερία άσκησης του θρησκευτικού δικαιώματος και την και την ελευθερία των θρησκευτικών ενώσεων. Ωστόσο, ούτε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (IGPHORI) ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ορίζουν την «εθνική ασφάλεια» ως έναν από τους επιτρεπόμενους λόγους για έναν τέτοιο περιορισμό, τονίζει η Έκθεση.
Από την άποψη του ΟΗΕ, οι αλλαγές αυτές έχουν επιβάλει δυσανάλογους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης της θρησκείας ή της πίστης κάποιου.
Οι τροπολογίες επιβάλλουν σημαντικούς περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των δραστηριοτήτων ξένων θρησκευτικών οργανώσεων που εδρεύουν στα κράτη που είναι υπεύθυνα για την ένοπλη επίθεση κατά της Ουκρανίας, καθώς και των Ουκρανών εταίρων τους.«Εάν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η ουκρανική θρησκευτική οργάνωση συνδέεται με μια απαγορευμένη ξένη οργάνωση, μπορεί να αποφασίσει να τη διαλύσει», αναφέρει η έκθεση.
Ο ΟΗΕ τονίζει ότι η διάλυση μιας θρησκευτικής οργάνωσης αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό, ο οποίος απαιτεί ισχυρή αιτιολόγηση. «Η διάλυση επηρεάζει την ικανότητα των ατόμων να προσεγγίσουν τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις τους μαζί με άλλους και απειλεί τη βιωσιμότητα της κοινότητας στο σύνολό της», σημειώνουν οι ειδικοί. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στο έγγραφο, «η Ουκρανία δεν απέδειξε την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα αυτού του μέτρου, για παράδειγμα, δεν εξήγησε γιατί οι λιγότερο περιοριστικές προσεγγίσεις, όπως μέτρα που θα απευθύνονταν μόνο σε συγκεκριμένα άτομα, θα ήταν ανεπαρκείς».
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η θολή διατύπωση στις τροπολογίες. Για παράδειγμα, ο νόμος προβλέπει τη διάλυση των οργανώσεων εάν τα «εξουσιοδοτούμενα πρόσωπα» τους κρίνονται ένοχα για εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένης μιας απειλής για την εθνική ασφάλεια, ή εάν εμπλέκονται στα «επαναλαμβανόμενα γεγονότα» της εξάπλωσης της «προπαγάνδας της ιδεολογίας του ρωσικού κόσμου». «Μια τέτοια ασαφής διατύπωση δεν δίνει σαφή κατανόηση των απαιτήσεων του νόμου», αναφέρει η έκθεση.
Επιπλέον, το έγγραφο αναφέρει ότι οι τροποποιήσεις προβλέπουν την ακύρωση των συμβάσεων μίσθωσης για θρησκευτικούς χώρους, επισημαίνοντας πως αυτό μπορεί να οδηγήσει στην αδυναμία πρόσβασης σε ιστορικά εκκλησιαστικά κτίρια.
Τέλος, η έκθεση αναφέρει ότι στις 17 Οκτωβρίου 2024, τεκμηριώθηκαν τρεις διαδοχικές περιπτώσεις βίας μεταξύ υποστηρικτών, κληρικών και ενοριτών διαφόρων ορθόδοξων κοινοτήτων στην πόλη Τσερκάσι.
«Αυτή η σειρά γεγονότων ξεκίνησε από μια ομάδα αγνώστου ταυτότητας με στολές παραλλαγής οι οποίοι εκδίωξαν βίαια ιερείς και πιστούς από εγκαταστάσεις της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας γύρω στις 4 το πρωί. Σύμφωνα με την UOC, τουλάχιστον 10 άνδρες και τέσσερις γυναίκες μεταξύ των πιστών τραυματίστηκαν και χρειάστηκαν νοσηλεία. Οι αξιωματικοί επιβολής του νόμου που ήταν παρόντες στο σημείο σε τουλάχιστον δύο από αυτές τις περιπτώσεις δεν επενέβησαν για να προστατέψουν τους πιστούς», ανέφερε ο ΟΗΕ.
