Ο Γερμανός καγκελάριος, Όλαφ Σολτς, επανέλαβε την αντίθεσή του στον εφοδιασμό της Ουκρανίας με γερμανικής προέλευσης όπλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για χτυπήματα βαθιά στο ρωσικό έδαφος, απέναντι στον κύριο εκλογικό του αντίπαλο, Φρίντριχ Μερτς, στο πρώτο (και μοναδικό με αυτή τη σύνθεση) τηλεοπτικό τους debate ενόψει των εκλογών της 23ης Φεβρουαρίου.
Παρά το γεγονός ότι το Βερολίνο έχει υπάρξει βασικός υποστηρικτής του Κιέβου κατά τη διάρκεια της σύγκρουσής του με τη Μόσχα, παρέχοντάς του περίπου 16,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε όπλα και ανθρωπιστική βοήθεια τα τελευταία τρία χρόνια, ο Σολτς αρνήθηκε να προμηθεύσει στην Ουκρανία τους μεγάλου βεληνεκούς πυραύλους Taurus.
Ο καγκελάριος, ο οποίος εκπροσωπεί το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), δήλωσε κατά τη διάρκεια της 90λεπτης συζήτησης την Κυριακή ότι η θέση του για το θέμα δεν έχει αλλάξει, λέγοντας: «Δεν νομίζω ότι είναι σωστό να παραδίδουμε καταστροφικά όπλα βαθιά στη ρωσική ενδοχώρα».
«Αυτό είναι, πιστεύω, ακριβώς το είδος του βήματος που δεν πρέπει να κάνεις, αν φέρεις την ευθύνη για τη Γερμανία».
Ο Μερτς, ο ηγέτης της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), τάχθηκε υπέρ της παροχής όπλων μεγάλου βεληνεκούς στην Ουκρανία, αλλά τόνισε ότι αυτό θα πρέπει να γίνει ως μέρος μιας συντονισμένης πολιτικής της ΕΕ.
«Πάντα έλεγα ότι η παράδοση των πυραύλων κρουζ πρέπει να αποφασίζεται στην ΕΕ. Οι ΗΠΑ παραδίδουν, η Γαλλία παραδίδει, η Βρετανία παραδίδει. θα έπρεπε επίσης να είχαμε παραδώσει», είπε.
Τον Νοέμβριο, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, υπαναχώρησε από την προηγούμενη αμερικανική γραμμή και έδωσε άδεια στην Ουκρανία να πραγματοποιήσει πλήγματα βαθιά στο ρωσικό έδαφος με όπλα που της προμήθευαν οι ΗΠΑ. Ανάλογες εγκρίσεις ήρθαν σύντομα από το Λονδίνο και το Παρίσι.
Αργότερα τον ίδιο μήνα, η Ρωσία χρησιμοποίησε το νέο της σύστημα υπερηχητικών βαλλιστικών πυραύλων Oreshnik, χτυπώντας το στρατιωτικό εργοστάσιο Γιουζμάς στην ουκρανική πόλη Dnepr.
Σύμφωνα με τη Μόσχα, η χρήση του υπερσύγχρονου όπλου ήταν απάντηση στις πρώτες επιθέσεις στο διεθνώς αναγνωρισμένο έδαφός της με αμερικανικής κατασκευής ATACMS και βρετανικούς πυραύλους Storm Shadow.
Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, προειδοποίησε τότε ότι εάν συνεχιστούν τα ουκρανικά πλήγματα, η Μόσχα διατηρεί το δικαίωμα «να χρησιμοποιήσει τα όπλα μας εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων εκείνων των χωρών που επιτρέπουν τη χρήση των όπλων τους ενάντια στις εγκαταστάσεις μας».
Λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, ο Πούτιν προειδοποίησε ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί [το Oreshnik ξανά] σήμερα ή αύριο, εάν υπάρχει ανάγκη».
«Ασυνήθιστα μαχητικός ο Σολτς»
«Δεν αναδείχθηκε ξεκάθαρος νικητής, κι αυτό ευνοεί μόνο έναν», συνόψισε το περιοδικό Der Spiegel επισημαίνοντας πως σ’ αυτή την «μονομαχία» αντιστράφηκαν οι ρόλοι, με τον Σολτς να είναι ασυνήθιστα μαχητικός και να επιτίθεται στον αντίπαλό του κατηγορώντας τον συνεχώς πως «αθέτησε υποθέσεις» και «έσπασε ταμπού» στην πρόσφατη περίπτωση της στήριξης ψηφίσματος της Χριστιανικής Ένωσης για το μεταναστευτικό από την Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD).
Ο Μερτς, από την άλλη πλευρά, συνήθως πιο οξύς, θέλησε συνειδητά να εμφανιστεί πιο «θεσμικός», με στόχο να πείσει εκείνους που δεν τον εμπιστεύονται για την καγκελαρία.
«Κανείς από τους δυο τους δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθής» στο εκλογικό σώμα, σημείωσε το περιοδικό.
Οι δύο πολιτικοί συμφώνησαν επίσης ότι στο μέλλον πρέπει να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας: ο Σολτς σημείωσε ότι «θα ήταν γελοίο να προσποιηθούμε ότι αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς άρση του φρένου χρέους», ενώ ο κ. Μερτς, ο οποίος μέχρι τώρα απέρριπτε την προοπτική, άφησε το ενδεχόμενο ανοιχτό, προτάσσοντας όμως την οικονομική ανάπτυξη, η οποία, όπως προεξόφλησε, θα καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες.
Ωστόσο για την οικονομία, οι αντίπαλοι έδειξαν πως δεν θα μπορούσαν να απέχουν περισσότερο. Ο καγκελάριος υποστήριξε ότι τα προβλήματα οφείλονται στην ρωσική επίθεση εναντίον της Ουκρανίας, αλλά δεν δέχθηκε ότι η κατάσταση είναι τόσο άσχημη όσο περιγράφεται και απέρριψε τις επικρίσεις περί «αποβιομηχάνισης» της χώρας.
«Ο αγώνας μοιάζει να έχει ήδη κριθεί»
Σε σχόλιό της η Handelsblatt επέκρινε τους δύο αρχηγούς για αυτή που χαρακτήρισε «συγκλονιστική έλλειψη ιδεών σχετικά με το πώς θα διασφαλίσουμε την ευημερία μας» και σημείωσε ότι «οι παλιές αντιλήψεις των Μερτς και Σολτς για το πώς θα βγει η οικονομία από την κρίση δεν αρκούν». Βρήκε «απογοητευτική» την συζήτηση για την οικονομία στηλιτεύοντας την απουσία απαντήσεων που περίμεναν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι βιοτεχνίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι βιομήχανοι.
«Το γιατί οι Μερτς και Σολτς δεν μίλησαν για την εκπαίδευση, την καινοτομία, την τεχνητή νοημοσύνη και την έρευνα με δική τους πρωτοβουλία, παραμένει μυστήριο. Τα θέματα αυτά μπορεί να μην είναι δημοφιλή, αλλά πρέπει να τα κάνουν δημοφιλή. Ένας καγκελάριος ή ένας μελλοντικός καγκελάριος πρέπει να αναπτύξει όραμα για τη χώρα και να λάβει υπόψη τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Οι δύο παγκόσμιοι οικονομικοί γορίλες, οι ΗΠΑ και η Κίνα, μοιράζουν αυτή τη στιγμή την ευημερία του μέλλοντος. Η Ευρώπη είναι στο περιθώριο. Η αυτοκινητοβιομηχανία μας αναζητά τρόπους εξόδου από την κρίση ενώ άλλοι σύντομα θα βγάλουν πολλά χρήματα με τη βιοτεχνολογία, τη ρομποτική ή τους κβαντικούς υπολογιστές», εκτίμησε η οικονομική εφημερίδα.
«Ο αγώνας μοιάζει να έχει ήδη κριθεί», υποστήριξε η Bild εκτιμώντας πως ο Όλαφ Σολτς θα χρειαζόταν συντριπτική νίκη, πραγματικό θρίαμβο στο debate, προκειμένου να έχει πιθανότητες να υπερασπιστεί τη θέση του, καθώς είναι πολύ πίσω στις δημοσκοπήσεις.
«Αλλά δεν προέκυψε τίποτα. Αντί για ένα ξεσηκωτικό γκαλά με θέμα το άσυλο, την οικονομία, την Ουκρανία και τα κοινωνικά συστήματα, ο Σολτς παρουσίασε μια απολαυστική παράσταση. Έδωσε μάχη, επιτέθηκε επαινώντας τον εαυτό του ξανά και ξανά. Δεν ήταν όμως αρκετό για να απειλήσει σοβαρά τον Μερτς», έκρινε, συμπληρώνοντας ότι ο Όλαφ Σολτς δεν έχασε στην κόντρα με τον Φρίντριχ Μερτς, αλλά κατά τα τρία χρόνια της διακυβέρνησής του. «Δεκατρείς ημέρες πριν από τον τελικό (σ.σ.: τις πρόωρες εκλογές), το παιχνίδι φαίνεται να έχει τελειώσει οριστικά: ο Σολτς δεν έχει ουσιαστικά καμία πιθανότητα να γίνει ξανά καγκελάριος».
H Süddeutsche Zeitung δημοσίευσε δημοσκόπηση του ομίλου ερευνών Wahlen, σύμφωνα με την οποία το 37% θεωρεί ότι ο Όλαφ Σολτς τα πήγε καλύτερα στην τηλεοπτική μονομαχία, έναντι του 34% που έκρινε πως νικητής αναδείχθηκε ο Φρίντριχ Μερτς. Για το 29%, οι δύο αντίπαλοι βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο. Το 42% βρήκε τον καγκελάριο πιο αξιόπιστο, το 46% πιο συμπαθή. Το 27% αντίθετα θεώρησε τον αντίπαλό του πιο συμπαθή.
Την επόμενη Κυριακή, οι Όλαφ Σολτς και Φρίντριχ Μερτς θα συμμετάσχουν σε ευρύτερη τηλεοπτική αντιπαράθεση, με συμμετοχή των υποψηφίων των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ και της Εναλλακτικής για την Γερμανία (AfD) Αλίς Βάιντελ.
