«Βασικός στόχος του έργου είναι η διαμόρφωση ενός ενιαίου, λειτουργικού και αισθητικά αναβαθμισμένου πλέγματος μνημείων, το οποίο θα ενσωματώνεται αρμονικά στον σύγχρονο πολεοδομικό ιστό της πόλης. Μέσα από αυτή την πρωτοβουλία επιβεβαιώνουμε τη βελτίωση της ορατότητας και της προσβασιμότητας των μνημείων για κατοίκους και επισκέπτες, ενώ παράλληλα προωθείται η συνολική αναβάθμιση του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης».
Αυτά είπε, μεταξύ άλλων, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη την Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025 στο Αμφιθέατρο του Μουσείου Ρωμαϊκής Αγοράς, παρουσιάζοντας σε συνέντευξη τύπου το μεγαλόπνοο σχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού (ΥΠΠΟ), σε συνεργασία με τον Δήμο Θεσσαλονίκης και την εταιρείας ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ ΑΕ, με τίτλο «Ενοποίηση Αρχαιολογικών χώρων και μνημείων Θεσσαλονίκης».
Την εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό της η Μπετίνα Τσιγαρίδα, αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, η οποία, μεταξύ άλλων, τόνισε την αναγκαιότητα της οργάνωσης και ανάδειξης όλων των επισκέψιμων μνημείων που υπάρχουν.
Την επόμενη κιόλας μέρα, στις 16 Οκτώβρη, τα συνεργεία έπιασαν δουλειά, υψώνοντας έναν πυκνό σιδερένιο φράχτη/κιγκλίδωμα στην περίφραξη ενός από τα πιο ανοιχτά, ορατά και προσβάσιμα μνημεία στο κέντρο της πόλης, στον αρχαιολογικό χώρο των Ανακτόρων του Γαλερίου στην πλατεία Ναυαρίνου, ένα από τα πολλά μνημεία που σχεδιάζεται να ενταχθούν στο εξαγγελθέν πρόγραμμα, μαζί με τον Λευκό Πύργο, τη Ροτόντα, το Ναό των Αγ. Αποστόλων, τον Πύργο Αναγλύφου – Τοπ Χανέ, τις στάσεις του Μετρό «Βενιζέλου» και «Αγίας Σοφίας», την πλατεία Αριστοτέλους, την Παναγία Αχειροποίητο, την πλατεία Ιπποδρομίου, την Αρχαία Αγορά, το Αλατζά Ιμαρέτ κοκ.
Όχι, δεν πρόκειται για την πρώτη πράξη υλοποίηση της ενοποίησης που εξαγγέλθηκε. Εκείνη έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της… Πρόκειται για μια παράλληλη δράση… «ανάδειξης και ευπρεπισμού» των αρχαιολογικών χώρων της πόλης, με πρωτοβουλία αυτή τη φορά αποκλειστικά του υπουργείου Πολιτισμού και της τοπικής εφορείας αρχαιοτήτων, ερήμην του Δήμου.
Μονομερείς αποφάσεις και ψέματα
Η Μπετίνα Τσιγαρίδα, είχε προϊδεάσει για την εξέλιξη αυτή από τον Απρίλιο του 2025, μιλώντας σχετικά στην Parallaxi. «Με τα ανάκτορα έχουμε μεγάλο πρόβλημα, γιατί είναι μεγάλη έκταση, με τοίχους, εσοχές κτλ. και χωρίς κάγκελα», είχε δηλώσει τότε, για να συμπληρώσει: «Είναι εύκολο δηλαδή για τον οποιονδήποτε να πηδήξει από παντού και, κρυφά από το φύλακα, να προκαλέσει καταστροφές». Και για να μην αφήσει πολλές αμφιβολίες προχώρησε και στην εξής διατύπωση: «Ίσως πρέπει τελικά –και σε αυτό κατευθυνόμαστε, αν και δεν μας αρέσει σαν λύση– να βάλουμε κιγκλιδώματα σε κάποια σημεία του ανακτόρου. Αυτό θα μας επιτρέψει να αποκαλύψουμε και τα ψηφιδωτά, να φανεί όλη η ομορφιά του χώρου», στηλιτεύοντας ταυτόχρονα εκείνους που «θέλουν να παίζουν και να διασκεδάζουν λερώνοντας», κάνοντας «μια πολύ εγωιστική και αντικοινωνική κίνηση».
Μόνο που η Μπ. Τσιγαρίδα είπε την μισή αλήθεια. Γιατί, όταν έδωσε την παραπάνω συνέντευξη με τα «ίσως»και τα«σε αυτό κατευθυνόμαστε, αν και δεν μας αρέσει σαν λύση», όχι απλώς είχε ληφθεί η απόφαση για την τοποθέτηση ψηλού κιγκλιδώματος πέριξ των Ανακτόρων του Γαλερίου περισσότερο από έναν χρόνο νωρίτερα, άλλα είχε ήδη δρομολογηθεί και η υλοποίησή της!
Απόφαση Μενδώνη
Αυτό προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα, όπως λ.χ. την υπ’ αρ. 577588/17.01.2024 «Απόφαση Έγκρισης ενίσχυσης της περίφραξης του αρχαιολογικού χώρου των Ανακτόρων του Γαλέριου, Δήμου Θεσσαλονίκης, Π.Ε Θεσσαλονίκης, Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας» και το υπ’ αρ. 189111/29.04.25 έγγραφο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, αμφότερα τα οποία επικαλείται η Υπουργική Απόφαση Μενδώνη που υπογράφτηκε στις 7 Μαΐου.
Έτσι, λοιπόν, η «λύση» κάγκελα έχει δρομολογηθεί τουλάχιστον από τις αρχές του 2024 και «παίρνει σάρκα και οστά» με απόφαση Μενδώνη, στην οποία και διαβάζουμε: «Ειδικότερα, οι εργασίες και οι δαπάνες αφορούν στην ενίσχυση, καθ’ ύψος, της περίφραξης του χώρου για λόγους ασφάλειας και εύρυθμης λειτουργίας», στον Αρχαιολογικό χώρο του Γαλεριανού Συγκροτήματος.



Μετά, τα πράγματα ήταν απλά: η Μπ. Τσιγαρίδα εγκρίνει στις 2 Ιουλίου τη σχετική δαπάνη 36.423,76€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 24%, και προχωρά στις 5 Σεπτεμβρίου στην ανάθεση της εργασίας στον ανάδοχο-εργολάβο.


Ένα δημοφιλές μνημείο σε εγκατάλειψη
Η εικόνα εγκατάλειψης των ερειπίων του ανακτόρου του Γαλερίου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, του συνολικής έκτασης 8.000 τ.μ. επισκέψιμου και με εισιτήριο αρχαιολογικού χώρου στην πλατεία Ναυαρίνου, είναι ασφαλώς αποκαρδιωτική. Δείχνει ταυτόχρονα την ανεπάρκεια της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, που επί χρόνια δεν έχει φροντίσει για την απαραίτητη και πρέπουσα 24ωρη φύλαξη του «Ανακτόρου του Γαλέριου», το οποίο μαζί με την Ροτόντα, την Αψίδα του Γαλερίου και την Αψιδωτή αίθουσα του ανακτόρου αποτελούσε ένα ενιαίο, κατά την αρχαιότητα, κτιριακό συγκρότημα, γνωστό και ως Γαλεριανό Συγκρότημα (4ος μ.Χ. αι).

Τα ερείπια του ανακτόρου διατηρούνται στον αρχαιολογικό χώρο της πλατείας Ναυαρίνου και στον αρχαιολογικό χώρο της οδού Δημητρίου Γούναρη και Αλέξανδρου Σβώλου, όπου στεγάζεται και το Πληροφοριακό Κέντρο του Γαλεριανού Συγκροτήματος. Ο πεζόδρομος της Γούναρη αποτελεί, μάλιστα, έναν από τους σημαντικότερους και πλέον πολυσύχναστους αρχαιολογικούς περιπάτους του ιστορικού κέντρου της πόλης, ακριβώς λόγω και των σημαντικών αρχαιοτήτων που διασώζονται κατά μήκος του άξονα του.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως η αποκατάσταση των ερειπίων του ανακτόρου του Γαλερίου έγινε με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ελληνικό Δημόσιο (Β΄ και Γ΄ Κ.Π.Σ., ΕΣΠΑ 2007-2013) και κράτησε για μια περίοδο ούτε λίγο ούτε πολύ 21 χρόνων (1994- 2015), απορροφώντας συνολικά κονδύλια της τάξεως των 2.000.000 ευρώ περίπου.
Το 2008 το έργο της αποκατάστασης του ανακτόρου βραβεύτηκε, μάλιστα, από την Europa Νostra για «..την εξαιρετική και υποδειγματική αποκατάσταση των ερειπίων όπως και για το σύνολο των επεμβάσεων που μετέτρεψαν έναν εγκαταλελειμμένο χώρο σε άρτια οργανωμένο πόλο έλξης στην καρδιά της σύγχρονης πόλης».
Και τι απέγινε αυτός ο άρτια οργανωμένος πόλος έλξης, λίγα χρόνια μετά; Παρά την επιπλέον χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2007-2013, για την συντήρηση των ψηφιδωτών και μαρμάρινων του δαπέδων, ο χώρος έκλεισε για το κοινό το 2011, ενώ σήμερα… ανοιγοκλείνει ανάλογα με το αν η Εφορεία διαθέτει ή όχι φύλακες. Το Πληροφοριακό Κέντρο του Γαλεριανού Συγκροτήματος, που κατασκευάστηκε κι αυτό με χρήματα του ΕΣΠΑ το 2015 στον αρχαιολογικό χώρο της αψιδωτής αίθουσας στη Δ. Γούναρη, έκλεισε και αυτό λίγους μήνες μετά την απόδοσή του στο κοινό, ενώ σήμερα το επισκέπτεται κανείς μετά από… ραντεβού.
Ο χώρος, αφύλακτος τα βράδια, γίνεται κατά καιρούς στόχος βανδαλισμού, καταστροφής των ενημερωτικών πινακίδων και των προβολέων του φωτισμού ανάδειξης του μνημείου, ενώ είναι συχνά γεμάτος με κάθε λογής σκουπίδια.
Οι επισκέπτες του μνημείου δεν μπορούν καν να θαυμάζουν τα ψηφιδωτά και μαρμάρινα του δάπεδα, έκτασης 2.000 τ.μ., που είναι καλυμμένα χειμώνα-καλοκαίρι, για προστασία.
Είναι λύση τα κάγκελα;
Η χρόνια εγκατάλειψη στη τύχη του, με μόνιμη δικαιολογία την έλλειψη φυλακτικού προσωπικού, οδηγεί το Ανάκτορο του Γαλέριου στην απαξίωση. Και η «λύση» του φράχτη από κάγκελα εμφανίζεται ως μονόδρομος. Όπως γίνεται πάντα με τους δημόσιους χώρους και συνολικά τα δημόσια αγαθά. Προηγείται η συνειδητή «αδιαφορία» του κράτους, έρχεται η απαξίωση, φουντώνουν οι δικαιολογημένες καταγγελίες και οι διαμαρτυρίες των ανθρώπων και έρχεται ο «από μηχανής θεός» να δώσει λύση: για τα δημόσια αγαθά η συνήθης «λύση» είναι η παραχώρηση σε ιδιώτη, είτε εξ ολοκλήρου είτε μόνο η διαχείριση.
Στην περίπτωσή μας δεν έχουμε φτάσει (ακόμη;) σε αυτό. Είμαστε για την ώρα στα… κάγκελα. Αντί γα φύλαξη λοιπόν, κάγκελα. Εκεί που από την δεκαετία του ’70 υπήρχε αυτό το χαμηλό περιμετρικό τοιχαλάκι, λίγο ψηλότερο από μισό μέτρο, το οποίο επέτρεπε την ανεμπόδιστη θέαση του χώρου, ήρθε η αρχαιολογική υπηρεσία και έφτιαξε ένα σιδερένιο κλουβί.
Χωρίς καμία διαβούλευση με κανέναν, χωρίς κανέναν σχεδιασμό και φροντίδα, με προχειρότητα που τρομάζει, με εμφανή την πλήρη απουσία κάθε πρόθεσης για πραγματική διαχείριση του χώρου, με πλήρη αδιαφορία για τους κατοίκους και τους επισκέπτες, δίχως συνείδηση πως το μνημείο είναι από δεκαετίες κομμάτι της ζωής της πόλης και είναι έγκλημα να το κρύβουμε, προχώρησε σε μια απόφαση που προκαλεί αγανάκτηση.
Οι αντιδράσεις
Το δημοτικό σχήμα η «Πόλη Ανάποδα», κάνοντας λόγο για ακαλαίσθητο και αποπνικτικό θέαμα, για αιφνιδιαστική και βίαιη περίφραξη, αλλά και για αισθητική φυλακής, σημειώνει σε σχετική της ανακοίνωση πως «η συγκεκριμένη παρέμβαση, πέρα από ακαλαίσθητη, είναι και νομικά προβληματική, καθώς παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, το μέτρο αυτό δεν είναι κατάλληλο για τον σκοπό που επιλέχθηκε, δεδομένου ότι τα κάγκελα πάνω στο υφιστάμενο πεζούλι δεν μπορούν να αποτρέψουν ούτε τη ρίψη απορριμμάτων εντός του αρχαιολογικού χώρου από τις πλαϊνές όψεις, ή ακόμη και ανάμεσα από τα κενά του ίδιου του κιγκλιδώματος, ούτε και τον τυχόν βανδαλισμό του προϋφιστάμενου τοιχίου ή άλλων τοιχίων του Γαλεριανού Συγκροτήματος με μπογιά ή αφίσες. Δεν είναι όμως ούτε και αναγκαίο για τον σκοπό που επικαλείται η Εφορεία Αρχαιοτήτων, καθώς μπορούσαν να είχαν επιλεγεί σαφώς ηπιότερα μέσα για την προστασία του χώρου από φθορές, όπως, λ.χ., η φύλαξη με διαρκή παρουσία φυλάκων, κάτι το οποίο, φυσικά, προϋποθέτει την επαρκή στελέχωση της υπηρεσίας. Είναι, λοιπόν, προφανές» συνεχίζει η δημοτική παράταξη «ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση επιλέχθηκε αποκλειστικά και μόνο για να στερήσει από τους και τις κατοίκους και επισκέπτες/τριες της πόλης την δυνατότητα να συνεχίσουν να κάθονται στο συγκεκριμένο τοιχίο, που αποτελούσε ένα από τα ελάχιστα δημόσια σημεία ανάπαυλας στο κέντρο της πόλης».
Η «Πόλη Ανάποδα» καλεί, τέλος, την δημοτική αρχή «Έστω και τώρα, που το κακό έχει ήδη συντελεστεί, να πάρει θέση κατά της παρέμβασης και να φροντίσει για την αφαίρεση του κιγκλιδώματος και την αποκατάσταση της ομορφιάς, της ζωντάνιας και της λειτουργικότητας του σημείου».
Το θέμα με την τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων στο Γαλεριανό Συγκρότημα σχολίασε με ανακοίνωσή της και η βουλευτής Χαλκιδικής του Κινήματος Δημοκρατίας, Κυριακή Μάλαμα, τονίζοντας πως «τα κιγκλιδώματα που επιλέχθηκαν για το Γαλεριανό Συγκρότημα είναι απαράδεκτα και πρέπει να αποσυρθούν άμεσα». Κάνοντας λόγο «για μια επιλογή τουλάχιστον άστοχη αν όχι αμετροεπή για το μνημείο και για τον δημόσιο χώρο συνολικότερα», η Κ. Μάλαμα σημειώνει πως «η αποτυχία λειτουργίας των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να οδηγεί σε φυλακισμένα μνημεία. Εμείς δίνομαι την μάχη για μνημεία ανοιχτά και καλούμε την κοινωνία της Θεσσαλονίκης να καταδικάσει άμεσα την κακοτεχνία αυτή που προσβάλει το μνημείο και συνολικά την καθημερινότητά μας».
