Κοινή διακήρυξη με την με την οποία επιβεβαιώνουν εκ νέου τη δέσμευσή τους σε μια πορεία προς την πλήρη κοινωνία και απορρίπτουν ρητά κάθε χρήση της θρησκείας ως δικαιολόγηση της βίας, συνυπέγραψαν οΠάπας Λέων ο ΙΔ’ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά τη διάρκεια της ιστορικής επίσκεψης του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο Φανάρι.
«Απορρίπτουμε κάθε χρήση της θρησκείας και του ονόματος του Θεού για τη δικαιολόγηση της βίας. Ο στόχος της χριστιανικής ενότητας», αναφέρει η Διακήρυξη, «περιλαμβάνει τον θεμελιώδη και ζωογόνο σκοπό της συμβολής στην ειρήνη μεταξύ όλων των λαών. Μαζί υψώνουμε θερμά τη φωνή μας, επικαλούμενοι το δώρο της ειρήνης του Θεού στον κόσμο μας».
Παρατηρώντας ότι «τραγικά, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, η σύγκρουση και η βία συνεχίζουν να καταστρέφουν τις ζωές τόσων πολλών ανθρώπων», ο Πάπας και ο Οικουμενικός Πατριάρχης απηύθυναν έκκληση «σε όσους έχουν πολιτικές και πολιτειακές ευθύνες να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν ώστε η τραγωδία του πολέμου να σταματήσει άμεσα» και ζήτησαν από όλους τους καλοπροέραιτους ανθρώπους να στηρίξουν την έκκλησή τους.
Ανοίγοντας τη διακήρυξή τους με τα λόγια του Ψαλμωδού «Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ», ο Πάπας και ο Πατριάρχης εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους για τη χάρη μιας αδελφικής συνάντησης, ριζωμένης στην εκκλησιαστική αγάπη και την πιστότητα στο θέλημα του Χριστού.
Κοινή πρόσκληση σε ενότητα στην αλήθεια του Ευαγγελίου
Ο Πάπας Λέων και ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθυμίζουν ότι η αναζήτηση της πλήρους κοινωνίας δεν στηρίζεται στην ανθρώπινη διπλωματία, αλλά στην υπακοή στην προσευχή του Κυρίου στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν… ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ».
Επιβεβαιώνουν την αποφασιστικότητά τους να συνεχίσουν να πορεύονται «ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ», προσκαλώντας όλους τους πιστούς—κληρικούς, μοναχούς, αφιερωμένους και λαϊκούς—να προσεύχονται και να εργάζονται για την εκπλήρωση αυτού του θείου αιτήματος.
Νίκαια 1700μ.χ.: Μια ομολογία κοινή και αποδεκτή
Η Διακήρυξη αναφέρεται στην επέτειο της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικίας την οποία οι δύο ηγέτες περιγράφουν ως «ένα προνοιακό γεγονός ενότητας», τονίζοντας ότι η σημασία της έγκειται όχι μόνο στη μνήμη του παρελθόντος, αλλά και στη συνεχή ανοικτότητα στο Άγιο Πνεύμα που καθοδήγησε τη Σύνοδο.
Δηλώνουν ότι οι Χριστιανοί συνδέονται μεταξύ τους μέσω της πίστης που ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως: την ομολογία του Ιησού Χριστού, «Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὁμοούσιον τῷ Πατρί», που έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία μας, πέθανε και αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς και θα έρθει εν δόξη να κρίνει ζώντες και νεκρούς.
Αυτή η κοινή αποδοχή του Συμβόλου της Πίστεως, γράφουν, επιτρέπει στις Εκκλησίες να αντιμετωπίζουν τις κοινές προκλήσεις «με αμοιβαίο σεβασμό… και γνήσια ελπίδα».
«Με αυτή την κοινή ομολογία, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας προκλήσεις στην μαρτυρία της πίστης της Νικαίας με αμοιβαίο σεβασμό και να εργαστούμε μαζί για συγκεκριμένες λύσεις με αληθινή ελπίδα», τονίζουν
Εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη τους που φέτος όλοι οι Χριστιανοί γιόρτασαν το Πάσχα την ίδια ημέρα, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ και ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ περιγράφουν αυτό το γεγονός ως δώρο της θείας πρόνοιας και ανανεώνουν τη διάθεσή τους να εδραιωθεί αυτή η προσπάθεια «ώστε να εορτάζουμε μαζί τη Γιορτή των Γιορτών κάθε χρόνο», προσευχόμενοι ώστε όλοι οι Χριστιανοί να καθοδηγούνται «με κάθε σοφία και πνευματική σύνεση».

Εξήντα χρόνια μετά τη θεραπεία του σχίσματος του 1054
Η διακήρυξη υπογραμμίζει επίσης την 60ή επέτειο της Κοινής Διακήρυξης του 1965 από τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, η οποία ήρε τις αμοιβαίες αφοριστικές αποφάσεις του 1054.
Ο Πάπας και ο Πατριάρχης ευχαριστούν για εκείνη την αποφασιστική κίνηση, που άνοιξε τον δρόμο για διάλογο βασισμένο στην «εμπιστοσύνη, εκτίμηση και αμοιβαία αγάπη» και ενθαρρύνουν όσους εξακολουθούν να διστάζουν για τον διάλογο να ακούσουν με προσοχή το Άγιο Πνεύμα, που καλεί τους Χριστιανούς να προσφέρουν στον κόσμο μια ανανεωμένη μαρτυρία συμφιλίωσης.
Θεολογικός διάλογος και συγκεκριμένη συνεργασία
Επαναβεβαιώνοντας τη στήριξή τους στη Μικτή Διεθνή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι δύο ηγέτες σημειώνουν ότι στην τρέχουσα φάση εξετάζονται ζητήματα που ιστορικά θεωρούνται διχαστικά.
Επαινούν τον θεολογικό διάλογο, τις αδελφικές επαφές, την κοινή προσευχή και τη συνεργασία στους τομείς όπου είναι ήδη δυνατές κοινές πρωτοβουλίες, ενθαρρύνοντας όλους τους πιστούς να υποδεχθούν την πρόοδο που έχει ήδη επιτευχθεί και να «εργαστούν για την εντατικοποίησή της».

Απόρριψη της βίας στο όνομα της θρησκείας
Κεντρικό θέμα του κειμένου είναι η ηθική και πνευματική επιταγή να απορρίπτεται η κατάχρηση της θρησκείας.
«Απορρίπτουμε κάθε χρήση της θρησκείας και του ονόματος του Θεού για να δικαιολογηθεί η βία», γράφουν ο Πάπας και ο Πατριάρχης, υψώνοντας μαζί τη φωνή τους σε μια έκκληση για ειρήνη μέσα σε συνεχιζόμενες συγκρούσεις.
Η αυθεντική διαθρησκειακή συνάντηση, επιμένουν, δεν προκαλεί σύγχυση αλλά είναι «ουσιώδης για τη συνύπαρξη λαών διαφορετικών παραδόσεων και πολιτισμών και προτρέπουν όλους να συνεργαστούν στην οικοδόμηση ενός δίκαιου και αλληλέγγυου κόσμου και στη φροντίδα της δημιουργίας, αντιστεκόμενοι στην «αδιαφορία, την επιθυμία κυριαρχίας, την απληστία για κέρδος και την ξενοφοβία».
Ελπίδα ριζωμένη στο μυστήριο της Αγίας Τριάδας
Παρά τη σοβαρότητα των παγκόσμιων γεγονότων, η διακήρυξη εκφράζει ακλόνητη χριστιανική ελπίδα.
«Ο Θεός δεν θα εγκαταλείψει την ανθρωπότητα… Με το Άγιο Πνεύμα, γνωρίζουμε και βιώνουμε ότι ο Θεός είναι μαζί μας», διαβεβαιώνουν.
Εμπιστευόμενοι κάθε άνθρωπο—ιδίως όσους υποφέρουν από πείνα, μοναξιά ή ασθένεια—στην ευσπλαχνία του Θεού, επικαλούνται τη χάρη Του, «ώστε οι καρδιές τους να ενθαρρυνθούν, καθώς ενώνονται με την αγάπη».
«Στην προσευχή μας εμπιστευόμαστε στον Θεό κάθε ανθρώπινο ον, ιδιαίτερα όσους είναι σε ανάγκη, όσους βιώνουν την πείνα, τη μοναξιά ή την αρρώστια.»
