Σοβαρές κατηγορίες για οικονομικά εγκλήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση της «Κιβωτού του Κόσμου» αποδίδει ο εισαγγελέας Μαργαρίτης Κωστίμπας στον ιδρυτή της ΜΚΟ, πατέρα Αντώνιο, την πρεσβυτέρα και δύο ακόμη πρόσωπα, ζητώντας την παραπομπή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Στην πολυσέλιδη πρόταση του, ο εισαγγελέας εισηγείται, ο πατέρας Αντώνιος, η σύζυγός του, ένα συγγενικό τους πρόσωπο και ένας στενός συνεργάτης τους να δικαστούν για κακουργήματα όπως απιστία, υπεξαίρεση από διαχειριστές ξένης περιουσίας, ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Ο εισαγγελέας αναφέρει ότι ο ιδρυτής της ΜΚΟ και η πρεσβυτέρα, εκμεταλλευόμενοι τη συνεχή αύξηση των εσόδων της Κιβωτού και την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης και οικονομικού ελέγχου, ιδιοποιούνταν χρηματικά ποσά τα οποία μέσω του τρίτου κατηγορούμενου «νομιμοποιούσαν» μέσω του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Βασισμένη στα στοιχεία του οικονομικού ελέγχου που διενεργήθηκε, η πρόταση του εισαγγελέα παραθέτει σειρά αδιαφανών πρακτικών στην οικονομική λειτουργία της Κιβωτού και πλήρους απουσίας ελέγχων με συγκεκριμένες διαδικασίες για τη διαχείριση μετρητών που ελάμβανε η ΜΚΟ. «Καταμετρούνταν αποκλειστικά από την πρεσβυτέρα» τονίζεται στην πρόταση στην οποία γίνεται επίκληση των 63 τραπεζικών λογαριασμών που εντοπίστηκαν, εκτός βιβλίων.
Κατά την εισαγγελική εκτίμηση, η πρεσβυτέρα ως φυσική αυτουργός αδικημάτων, προέβη σε διάφορες ενέργειες λειτουργώντας «υπό την πειθώ και φορτικότητα» του συζύγου της που θεωρείται ο ηθικός αυτουργός και ιδιοποιήθηκε περιουσιακά στοιχεία της ΜΚΟ, συνολικής αξίας 867.740 ευρώ, μεταξύ των οποίων μετρητά, χρυσές λίρες και τιμαλφή, ενώ γίνεται λόγος και για απόσυρση χρημάτων από τραπεζική θυρίδα πριν από την απομάκρυνση της διοίκησης.
Παράλληλα, εξετάζεται η αγορά και η συντήρηση ακινήτου με κεφάλαια της ΜΚΟ που φέρεται να κατέληξε στην ιδιοκτησία του ιδρυτή, καθώς και η καταβολή χρημάτων σε μέλη της οικογένειας χωρίς σαφή αιτιολόγηση ή έλεγχο.
Ο εισαγγελέας εισηγείται επίσης τη διατήρηση του περιοριστικού όρου της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα για τους βασικούς κατηγορούμενους, όπως είχε επιβληθεί μετά τις απολογίες τους.
