ΑΘΗΝΑ
23:22
|
16.10.2021

Για το ρεύμα του “νέου αντικομμουνισμού” που ανδρώθηκε στα χρόνια του θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού, ο πρώτος εχθρός που όφειλε να εξουδετερωθεί ήταν η “αντιφασιστική γραφή […]

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Για το ρεύμα του “νέου αντικομμουνισμού” που ανδρώθηκε στα χρόνια του θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού, ο πρώτος εχθρός που όφειλε να εξουδετερωθεί ήταν η “αντιφασιστική γραφή της Ιστορίας”. Για τους λογής εκπροσώπους του ρεύματος, η πλαστικότητα της έννοιας του “αντιφασισμού” στις διαφορετικές στροφές και συγκυρίες της “εποχής των άκρων” συγκάλυπτε την πραγματικότητα του “κατεξοχήν σταλινικού μύθου”, που δημιουργήθηκε και αξιοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την βία του σοβιετικού κράτους αλλά και πολλών κομμουνιστικών κομμάτων και έτσι απονομιμοποιούσε εκ των προτέρων κάθε απόπειρα σύγκρισης κομμουνισμού και φασισμού. Με αυτήν την έννοια, η γραμμή της επιχειρηματολογίας, στις διάφορες παραλλαγές της, ήταν η σχετικοποίηση της θυσίας των κομμουνιστών στη μάχη ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό, μέσα από την αποκάλυψη της πολιτικής βίας των κομμουνισμών (κρατικής ή κομματικής, ταξικής, εθνοτικής, εθνικιστικής) που εκφράστηκε τόσο στα μπεστ-σέλλερ της περιόδου, τη “Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού” ή το “Παρελθόν μιας Ψευδαίσθησης” του Φυρέ, όσο και σε μια σειρά επιμέρους μελετών και πονημάτων μελέτης και αποκάλυψης του “βάρβαρου και ολοκληρωτικού” χαρακτήρα της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Αν και η εργαλειοποίηση και επιλεκτική χρήση του ιστορικού παρελθόντος για την καταγγελία του δήθεν κίβδηλου και εργαλειακού αντιφασισμού των κομμουνιστών είναι σήμερα λίγο-πολύ γνωστή για τις αποσιωπήσεις της (π.χ. σε ό,τι αφορά τη στάση των μετέπειτα δυτικών συμμάχων κατά την περίοδο ανάμεσα στη συμφωνία του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του 1938 και το σύμφωνο μη-επίθεσης ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη ναζιστική Γερμανία τον Αύγουστο του 1939), η αμήχανη σιωπή αναφορικά με τις δίκες και εκτελέσεις σοβιετικών συνεργατών των ναζί και γερμανών εγκληματιών πολέμου κατά την αντεπίθεση στο ανατολικό μέτωπο αναδεικνύει με μεγαλύτερη σαφήνεια τον αμιγώς ιδεολογικό χαρακτήρα της επιχείρησης εξίσωσης φασισμού και κομμουνισμού, όπως και απόκρυψης των παλινωδιών και των δισταγμών των κυβερνήσεων Μεγάλης Βρετανίας και ΗΠΑ σχετικά με το κεφαλαιώδες ζήτημα της τιμωρίας των μαζικών εκτοπισμών και δολοφονιών αμάχων κατά τον “πόλεμο εξολόθρευσης” προς Ανατολάς.

Για την βρετανική κυβέρνηση, το ζήτημα της τιμωρίας των πρωτοφανών σε ένταση και έκταση εγκλημάτων ενάντια στον άμαχο πληθυσμό από τις γερμανικές δυνάμεις είχε τεθεί ήδη από το 1940 από την πλευρά της πολωνικής εξόριστης κυβέρνησης, προσέκρουσε ωστόσο στη διστακτικότητα του Λονδίνου να λάβει οποιαδήποτε σχετική πρωτοβουλία στην πρώτη φάση του λεγόμενου “ψευτοπολέμου”, ή στους πρώτους μήνες του Blitzkrieg που μέχρι τις αρχές του 1941, είχαν οδηγήσει στον έλεγχο του συνόλου σχεδόν της ηπειρωτικής Ευρώπης από τη ναζιστική Γερμανία. Η εντατικοποίηση και μαζικοποίηση των γερμανικών αγριοτήτων μετά την έναρξη της “Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα” τον Ιούνιο του 1941 και η επίσημη είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο στο τέλος του χρονου, άλλαξαν ριζικά την κλίμακα της σύγκρουσης και των εγκλημάτων, μετατρέποντας ταυτόχρονα το ζήτημα της τιμωρίας σε βασικό διακύβευμα της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις “τρεις μεγάλες δυνάμεις”.

Από τις πρώτες επαφές και διαπραγματεύσεις με τους δυτικούς συμμάχους, η σοβιετική κυβέρνηση έθεσε υπόψη τους εκτενή στοιχεία που αποδείκνυαν τις “χιτλερικές αγριότητες” εναντίον αμάχων στο ανατολικό μέτωπο και ζητούσε τη χάραξη μιας κοινής πολιτικής και την έκδοση διακήρυξης για την τιμωρία τους στο τέλος του πολέμου. Από την πλευρά τους, Άγγλοι και Αμερικανοί, αντιμετώπιζαν συχνά τις σοβιετικές αναφορές με δυσπιστία ως προϊόντα πολεμικής προπαγάνδας και, θέλοντας να αποφύγουν το φιάσκο της καμπάνιας για “κρεμάλα στον Κάιζερ” και τις συμβολικές καταδίκες λίγων Γερμανών εγκληματιών πολέμου μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και από φόβο για την μεταχείριση των δικών τους αιχμαλώτων πολέμου από τους Γερμανούς, φάνηκαν αρκετά διστακτικοί απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 1943, όταν η πλάστιγγα του πολέμου άρχισε να γέρνει στην πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης.

Από εκείνο το σημείο και μετά, το ζήτημα της τιμωρίας των εγκληματιών πολέμου αποτέλεσε αναπόσπαστο αντικείμενο των συμμαχικών διαπραγματεύσεων, τόσο σχετικά με το άνοιγμα ενός δευτέρου ευρωπαϊκού μετώπου ενάντια στον Άξονα, όσο και για τη συγκρότηση του μεταπολεμικού status quo. Είναι σήμερα γνωστό πως κατά τη διάρκεια του 1943 η διστακτική στάση της Μεγάλης Βρετανίας υπερσκελίστηκε από την αποφασιστικότητα της αμερικανικής πολιτικής τόσο με τη (μονομερή) διακήρυξη του Ρούζβελτ για άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας μετά τη συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκα τον Φεβρουάριο, όσο και στη συνδιάσκεψη της Τεχεράνης το Νοέμβριο του ίδιου έτους, όταν οι αστεϊσμοί Ρούζβελτ και Στάλιν για κάποιο σχέδιο εκτέλεσης 50.000 Γερμανών στο τέλος του πολέμου εξώθησαν τον Τσώρτσιλ σε προσωρινή αποχώρηση από τις διαπραγματεύσεις.

Ο τελευταίος, ήταν σε εκείνο το σημείο ακόμα προσηλωμένος σε ένα σχέδιο εξωδικαστικής εκτέλεσης ενός μικρού αριθμού πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών του Άξονα και στη συγκρότηση μιας επιτροπής διερεύνησης των εγκλημάτων από τους Συμμάχους η οποία θα αποφάσιζε για την τύχη και την όποια δικαστική τους εκκαθάριση μετά το τέλος του πολέμου – αντίληψη που απείχε ακόμη πολύ από το πνεύμα που έμελλε να επικρατήσει με τα Διεθνή Στρατιωτικά Δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο.

Τα συγκεκριμένα επίδικα της διαπραγμάτευσης σε εκείνη την κρίσιμη στροφή αφορούσαν το βρετανικό βέτο στη συμμετοχή των αυτοτελών Σοβιετικών Δημοκρατιών ως μελών της Επιτροπής Εγκλημάτων Πολέμου των Ηνωμένων Εθνών που έμελλε να φτιαχτεί και, φυσικά, στην προοπτική μιας συμμαχικής απόβασης στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Πεπεισμένη για την τακτική των δυτικών “να προχωρήσουν σε απόβαση μόνο αφότου η Σοβιετική Ένωση έχει εξασθενήσει τόσο, ώστε να μην έχει σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση”, σύμφωνα με τα λόγια του τότε σοβιετικού πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον, η σοβιετική κυβέρνηση προχώρησε στη διεξαγωγή δικών για τα εγκλήματα των “χιτλερικών στρατευμάτων”, δίνοντάς τους παράλληλα ευρεία δημοσιότητα τόσο στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης, με στόχο την ανύψωση του ηθικού ενόψει της πιο αποφασιστικής και αιματοβαμμένης φάσης του πολέμου, όσο και προς τα έξω, ως μέσο πίεσης προς τους συμμάχους.

Η πρώτη από αυτές τις δίκες έγινε στο Κρασνοντάρ της νότιας Ρωσίας τον Ιούλιο του 1943 με κατηγορούμενους έντεκα Σοβιετικούς πολίτες για τη μαζική δολοφονία επτά χιλιάδων αμάχων στην πόλη και στα περίχωρά της, σε συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις. Οκτώ από τους κατηγορούμενος καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, η δε ποινή εκτελέστηκε αμέσως στην κεντρική πλατεία της πόλης, παρουσία ενός πλήθους 30.000 ανθρώπων. Στην δίκη, που δημοσιοποιήθηκε και διακινήθηκε εντατικά στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής, καταδικάζονταν ταυτόχρονα ερήμην οι τοπικοί ηγέτες της Γκεστάπο και της Βέρμαχτ αλλά και ολόκληρη η “γκανγκστερική φασιστική κυβέρνηση και στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας”. Έτσι, αποφεύγοντας να καταδικάσει απευθείας Γερμανούς αξιωματικούς, η σοβιετική πολιτική δημιουργούσε ένα αμετάκλητο προηγούμενο σχετικά με την τιμωρία των εγκλημάτων πολέμου που, σε συνδυασμό με μια σειρά δημοσιεύσεων σοβιετικών νομικών και αξιωματούχων στον δυτικό τύπο, εντατικοποιούσε τη σοβιετική πίεση προς τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτό, παράλληλα με με την προώθηση των σοβιετικών θέσεων στο μέτωπο, δεν άργησε να αποδώσει καρπούς.

Αν και η Σοβιετική Ένωση δεν συμμετείχε στην Επιτροπή Εγκλημάτων Πολέμου των Ηνωμένων Εθνών που συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1943 στο Λονδίνο, τα αποτελέσματα του τετελεσμένου που είχε δημιουργηθεί δεν άργησαν να αποτυπωθούν στη κοινή διακήρυξη των υπουργών Εξωτερικών των “τριών μεγάλων” στη Μόσχα την 1η Νοεμβρίου, σύμφωνα με την οποία όλοι οι αυτουργοί των χιτλερικών εγκλημάτων θα συλλαμβάνονταν και θα δικάζονταν στις χώρες όπου τα διέπραξαν. Αν και αυτό το κείμενο επρόκειτο να αποτελέσει τη βάση για τη συγκρότηση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου και των επιμέρους εθνικών γραφείων εγκλημάτων πολέμου μετά το 1945, η θέση των Βρετανών για την πρακτική του υλοποίηση παρέμενε επιφυλακτική, στη βάση της γραμμής του Τσώρτσιλ για τιμωρία περιορισμένου αριθμού υψηλών αξιωματούχων, στην οποία επέμεναν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μέχρι και τα τέλη του 1944.

Από την πλευρά της η σοβιετική κυβέρνηση δεν άργησε να επιταχύνει το βηματισμό της προς ένα συνολικό πρόγραμμα διερεύνησης και τιμωρίας των εγκλημάτων με τη συγκρότηση ενός στρατοδικείου στο Χάρκοβο της βόρειας Ουκρανίας το Δεκέμβριο του 1943, το πρώτο που δίκαζε τρεις Γερμανούς (μαζί με έναν Σοβιετικό συνεργάτη τους) για εγκλήματα πολέμου. Οι τέσσερις κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν και αυτοί άμεσα σε δημόσια θέα. Η δίκη αυτή συνοδεύτηκε από εκτεταμένη προπαγάνδα και δημοσιότητα τόσο στο σοβιετικό όσο και στο διεθνή Τύπο. Άμεσα, σε πολιτικό και δικαστικό επίπεδο, μαζί με τη δίκη του Κρασνοντάρ, δημιουργήθηκε ένα ισχυρό προηγούμενο, που σημάδεψε την πρώτη γαλλική δίκη και εκτέλεση κυβερνητικού αξιωματούχου, του υπουργού του Βισύ, Πιερ Πυσέ στο Αλγέρι τον Μάρτιο του 1944, αλλά και εκατοντάδες συνοπτικές δίκες και εκτελέσεις Γερμανών και συνεργατών τους από τα αντάρτικα κινήματα κατά την τελευταία φάση του πολέμου.

Ακόμα περισσότερο, ακυρώθηκαν στην πράξη τα σχέδια του Τσώρτσιλ για μια περιορισμένη εξωδικαστική εκκαθάριση και τέθηκαν οι βάσεις του νέου διεθνούς δικαίου και της διεθνούς ανθρωπιστικής νομοθεσίας που θεσμοθετήθηκε μετά το τέλος του πολέμου. Τέλος, η δημοσιότητα που έλαβαν τα εκδικαζόμενα εγκλήματα από τις εκτεταμένες περιγραφές των Ίλια Έρενμπουργκ, Αλεξέι Τολστόι και άλλων Σοβιετικών δημοσιογράφων και σχολιαστών, αποτέλεσε την πρώτη δημόσια τεκμηρίωση της γραφειοκρατικής μηχανής και του βιομηχανοποιημένης διάστασης της ναζιστικής Τελικής Λύσης.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα