ΑΘΗΝΑ
18:43
|
11.06.2026
Θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την «τελευταία διαφυγή» σε  ακόμα μια πολιτική νίκη;
Εικονογράφηση: Mundiario
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το πολιτικό μέλλον του Πέδρο Σάντσεθ και η επιβίωση της κυβέρνησής του στην Ισπανία δεν ενδιαφέρουν μόνο τα πολιτικά δρώμενα στη χώρα του, αλλά απασχολούν και είναι επίσης μακροπρόθεσμα κρίσιμα για τις μελλοντικές εξελίξεις και στην Ε.Ε.. Τη στιγμή που, μετά την εκπυρσοκρότηση της υπόθεσης Θαπατέρο, που ήλθε να προστεθεί στα πρόσφατα αρνητικά αποτελέσματα στις εκλογές στην Ανδαλουσία, ο περιβόητος μύθος για την ικανότητα του Ισπανού πρωθυπουργού να αναγεννάται από τις στάχτες του, παρά τις αντιξοότητες, μοιάζει τούτη τη φορά να κινδυνεύει με διάψευση. 

Ο γνωστός για την ικανότητά του να επιβιώνει στις πιο ακραίες πολιτικές καταιγίδες Σάντσεθ αυτή τη φορά βρίσκεται αντιμέτωπος  και μάλιστα με πολύ λιγότερους και πιο αδυνατισμένους πολιτικούς συμμάχους, με ένα πιο πολύπλοκο πλέγμα από δικαστικές πιέσεις, εκλογικές ήττες και το ενδεχόμενο εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του να διαλυθεί εκ των ενόντων, οδηγώντας τη χώρα και το κόμμα του PSOE σε μία ανεπιθύμητη πρόωρη κάλπη, που απλά θα επιτάχυνε την πτώση του και δεν θα του έδινε τον χρόνο να ανασυγκροτηθεί και να αντιμετωπίσει τα σκάνδαλα και τις άλλες προκλήσεις.

Γι’ αυτό, ενώ η αντιπολίτευση και συντηρητικά μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για το «τέλος της πολιτικής του διαφυγής» (final de la escapada), ο Σάντσεθ ως μία έσχατη λύση επιλέγει να ενεργοποιήσει ξανά τον μηχανισμό της κομματικής βάσης, στοχεύοντας στην εξάντληση της νομοθετικής περιόδου έως το 2027.

Το συνέδριο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας και η συσπείρωση της βάσης

Στις 31 Μαΐου 2026, ο Πέδρο Σάντσεθ επέλεξε να κλείσει το συνέδριο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας (Juventudes Socialistas) στη Μαδρίτη, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα τόσο στο εσωτερικό του κόμματός του όσο και στους πολιτικούς του αντιπάλους. Σε μια ομιλία με έντονη ιδεολογική φόρτιση, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να μετατοπίσει τη συζήτηση από τα δικαστικά μέτωπα που πλήττουν το περιβάλλον του, εστιάζοντας στις προοδευτικές πολιτικές και τη νέα γενιά.

Ο Σάντσεθ παρουσίασε μια κυβέρνηση που, παρά τις αντιξοότητες και τις συνωμοσίες για την ανατροπή της, εξακολουθεί να παράγει ένα προοδευτικό κι ωφέλιμο νομοθετικό έργο. Το  στρατήγημα τούτο δεν αποτελεί μία νέα τακτική για τον Σάντσεθ: όποτε ο ίδιος πιέσθηκε στο παρελθόν, είτε σε κομματικό, από τους βαρόνους, είτε  σε κοινοβουλευτικό ή δικαστικό επίπεδο, απευθυνόταν πάντα  στις ρίζες του Σοσιαλιστικού κόμματος, τη νεολαία και την εκλογική βάση, για να αντλήσει, συσπειρώνοντας κι ηλεκτρίζοντας τα αντανακλαστικά της,  νομιμοποίηση απευθείας από αυτήν.

Στην παρούσα φάση, με την υπόθεση διαφθοράς του πρώην πρωθυπουργού Θαπατέρο μόλις να έχει ανοίξει και να γίνεται η ίδια η κυβέρνηση λεία όσων «ξελεύουσι την πεσσούσαν δρυν», ο  Σάντσεθ αποβλέπει να δημιουργήσει ένα κομμματικό κι ιδεολογικό τείχος προστασίας απέναντι σε αυτό που ο ίδιος και το στελέχη του PSOE αποκαλούν “δεξιά και ακροδεξιά ασύμμετρη επίθεση”. Προσδοκώντας πως την ίδια στιγμή και τα άλλα αριστερά κόμματα, που προς το παρόν βρίσκονται προσδεμένα στις πρωτοβουλίες των Σοσιαλιστών, χωρίς να έχουν βρει τον τρόπο να συνασπισθούν σε ένα ενιαίο μέτωπο, θα τον στηρίξουν μέχρι τέλους.

Το μέτωπο των αυτονομιστών: Η προειδοποίηση Σάντσεθ και το ρίσκο του PNV

Την ίδια στιγμή όμως, το σκάνδαλο Θαπατέρο, δημιουργεί σημαντικές ρωγμές στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό από την στήριξη που της προσφέρουν συντηρητικά αυτονομιστικά κόμματα – τα οποία απλώς δεν εμπιστεύονται τις καστιλιανοκεντρικές τάσεις του συντηρητικού ΡΡ και του ακροδεξιού συμμάχου τους Vox. 

Το Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα (PNV), μέσω των ηγετικών του στελεχών, ήδη έχει εκφράσει δημόσια τη δυσαρέσκειά του, υπογραμμίζοντας με νόημα πως «η νομοθετική περίοδος έχει φτάσει στο τέλος της» και ζήτησε η  να μετατοπιστεί η προσοχή και ο έλεγχος απευθείας πάνω στον πρόεδρο της κυβέρνησης. Μολονότι και το PNV απέκλεισε άμεσα το ενδεχόμενο να στηρίξει μια πρόταση μομφής όπως ετοιμάζονται να κάνουν το Λαϊκό Κόμμα (PP) και το Vox, προτείνοντάς το κυρίως στους δεξιούς Καταλανούς του Junts,  ωστόσο η προειδοποίησή του στην κεντρική κυβέρνηση ήταν παραπάνω από σαφής.

Η απάντηση του Σάντσεθ δεν άργησε να έρθει. Ο πρωθυπουργός κατήγγειλε τη συνωμοσία για την ανατροπή του και προειδοποίησε τους εθνικιστές και αυτονομιστές εταίρους του (τόσο το PNV όσο και το καταλανικό Junts) ότι δεν πρόκειται να τους διευκολύνει στην πρόωρη λήξη της νομοθετικής περιόδου. Ο Σάντσεθ κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση έχει τη βούληση να κυβερνήσει ακόμα και με προεκτεινόμενους προϋπολογισμούς, αρνούμενος να υποκύψει στους εκβιασμούς των κομμάτων που επιδιώκουν τοπικά οφέλη εν μέσω της εθνικής πολιτικής αστάθειας.

Στο πλευρό του Σάντσεθ παραμένει σταθερά ο πρόεδρος της Καταλονίας Σαλβαδόρ Ίγια, ο οποίος επιβεβαίωσε και ανανέωσε  τη συμμαχία των Καταλανών Σοσιαλιστών (PSC) με την κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης. Η στήριξη αυτή είναι αναγκαία για τον Σάντσεθ, ειδικά τώρα που το PSOE δέχεται αυτό που το ίδιο αποκαλεί “δικαστικό κατακλυσμό” (aluvion judicial), με αλλεπάλληλες έρευνες που στοχεύουν πολιτικά στελέχη και πρόσωπα του περιβάλλοντός του.

Η στρατηγική Φεϊχόο: Το φλερτ με τους αυτονομιστές και η απομόνωση του Vox

Ο Σάντσεθ, πότε με αυστηρό τόνο και πότε με υποσχέσεις προσπαθεί επί καιρό να αποτρέψει τους (δεξιούς κυρίως) αυτονομιστές να μη σαγηνευθούν από τις Σειρήνες  που τους εμφανίζει ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο . Το PP, αντιλαμβανόμενο την κόπωση των αυτονομιστών, έχει εξαπολύσει μια στρατηγική προσέγγισης προς το PNV και το Junts, που στηρίζεται κυρίως να τους πείσει πως το Λαϊκό Κόμμα αποτελεί μια αξιόπιστη, θεσμική εναλλακτική λύση που μπορεί να προσφέρει «πολιτική αξιοπρέπεια» και σταθερότητα.

Για να το πετύχει μάλιστα αυτό, ο Φεϊχόο προχώρησε, με την ευκαιρία της κορύφωσης του σκανδάλου Θαπατέρο, σε μια σημαντική στρατηγική υποχώρηση: προσφέρει στους αυτονομιστές εγγυήσεις ότι το ακροδεξιό Vox θα μείνει εκτός της μελλοντικής κυβέρνησης, εάν αυτά του προσφέρουν την κοινοβουλευτική στήριξή τους. Με τον τρόπο αυτόν, ο Φεϊχόο επιχειρεί να διασπάσει το “αντιφασιστικό μέτωπο” που είχε οικοδομήσει ο Σάντσεθ, παρουσιάζοντας το PP ως έναν συντηρητικό εταίρο ελεύθερο από τα δεσμά της ακροδεξιάς, ικανό να συνομιλήσει με τον μετριοπαθή βασκικό και καταλανικό εθνικισμό.

Η θεωρία της «συνωμοσίας» και η ρητορική της «βρώμικης αντιπολίτευσης»

Ως αντιστάθμισμα στις κατηγορίες για διαφθορά, η κυβέρνηση Σάντσεθ έχει περάσει στην αντεπίθεση, καταγγέλλοντας επίσημα μια «συνωμοσία» για την ανατροπή της μη δημοκρατικά μέσα.

Σύμφωνα με τα κυβερνητικά επιχειρήματα, τμήματα του δικαστικού σώματος, σε συνεργασία με συντηρητικά μέσα ενημέρωσης και την αντιπολίτευση, χρησιμοποιούν το λεγόμενο lawfare (την εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης για πολιτικούς σκοπούς) με σκοπό να πλήξουν την κυβέρνηση. Για τον λόγο αυτό έχουν ανακυκλωθεί κι επισπευσθεί οι κατηγορίες όσον αφορά το εάν λειτουργούσε παράνομα μία επιχείρηση παρουσιάζοντάς την ως πανεπιστημιακό πρόγραμμα, με πρωταγωνίστρια τη σύζυγο του Σάντσεθ Μπεγόνια Γκόμεθ ή για ευνοιοκρατία, αναφορικά με την πρόσληψη του αδελφού του Νταβίδ. 

Στον αντίποδα, αντίπαλοι αναλυτές και δημοσιογράφοι, τονίζουν ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Ο Πέδρο  Ραμίρεθ υποστήριξε δημόσια ότι «είναι καλύτερο για τον Σάντσεθ να παραιτηθεί παρά να εξαντλήσει τη νομοθετική περίοδο», προειδοποιώντας ότι στους επόμενους 10 μήνες θα έρθουν στο φως νέες αποκαλύψεις που θα καταστήσουν τη θέση του μη βιώσιμη, Άλλα μέσα όπως το El Español και το El Debate σημειώνουν ότι οι τελευταίες εβδομάδες ήσαν «τραγικές» για το PSOE, τονίζοντας πως  το κόμμα έχει μεταλλαχθεί σε μια «αντισυστημική κυβέρνηση» που επιτίθεται στους θεσμούς και τη δικαιοσύνη για να προστατεύσει τον ηγέτη της.

Από την πλευρά του, ο Σάντσεθ δηλώνει αποφασισμένος να φτάσει μέχρι το 2027, ορθώνοντας το ανάστημά του στην, όπως την περιγράφει ο ίδιος,  «τραμπούκικη αντιπολίτευση» (oposición marrullera) που χρησιμοποιεί “βρώμικα παιχνίδια”, επειδή αδυνατεί να τον κατατροπώσει στις κάλπες.

Το εκλογικό μέτωπο: Η υπόθεση Θαπατέρο και η καταστροφή στην Ανδαλουσία

Αλλά κι η εσωκομματική γεωγραφία του PSOE δοκιμάζεται επίσης από την υπόθεση του πρώην πρωθυπουργού Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο. , Η παρουσία του ίδιου στο προσκήνιο, ως υπερασπιστή της κυβέρνησης, προκαλεί αντιδράσεις σε πιο συντηρητικά/παραδοσιακά στρώματα των Σοσιαλιστών, που βλέπουν με καχυποψία τις προσεγγίσεις με την ριζοσπαστική αριστερά και τους αυτονομιστές.

Την ίδια στιγμή, η εκλογική κατάρρευση του PSOE στην Ανδαλουσία -ένα πάλαι ποτέ  παραδοσιακό  φέουδο και μεγάλο αποθετήριο ψήφων των Σοσιαλιστών – άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Η περιφερειακή αυτή πανωλεθρία έδειξε ότι η βάση του κόμματος στην επαρχία αποστασιοποιείται από τις επιλογές της Μαδρίτης (όπως ο νόμος περί αμνηστίας των Καταλανών ηγετών για το παράνομο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, που στοίχισε εκλογικά).

Ωστόσο, σύμφωνα με αναλύσεις της Libertad Digital, η στρατηγική του Σάντσεθ απέναντι σε αυτή τη συντριβή είναι να την «θάψει» πολιτικά, ενεργοποιώντας άμεσα τον εκλογικό μηχανισμό για το 2027. Αντί να προχωρήσει σε εσωκομματική αυτοκριτική, μετακινεί τον πολιτικό χρόνο προς τα εμπρός, αναγκάζοντας το κόμμα να παραμείνει σε διαρκή κατάσταση εκλογικής ετοιμότητας.

Οικονομία και στεγαστική Κρίση: Το πραγματικό πεδίο της μάχης

Μολαταύτα, όποιες κι εάν είναι οι πολιτικές και δικαστικές συγκρούσεις, το μέλλον του Σάντσεθ θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ο μέσος πολίτης αξιολογεί την επίδοση της κυβέρνησης στην καθημερινότητα των πολιτών. Εκεί, όπου η οικονομία και το στεγαστικό ζήτημα αποτελούν τα μεγαλύτερα «αγκάθια» για τον Σάντσεθ και μέτρα όπως η νομιμοποίηση χιλιάδων μεταναστών ή το πολιτικό ανάστημα που ορθώνει απέναντι στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, το Ισραήλ και την αμερικανική επίθεση στο Ιράν δεν είναι ικανά να εξισορροπήσουν την αγωνία του μέσου βιοπαλαιστή.

Η Ισπανία τούτη τη στιγμή  μοιάζει με έναν πραγματικό Ιανό: αφ’ ενός παρουσιάζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες ανάπτυξης, κυρίως λόγω της ανάκαμψης του τουρισμού και της εισροής των ευρωπαϊκών κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και της αύξησης της παραγωγής, ιδίως στην πράσινη ενέργεια. Μολαταύτα, η αίσθηση αυτή δεν μεταφράζεται στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, τα οποία πιέζονται από τον επίμονο πληθωρισμό στα τρόφιμα και τα βασικά αγαθά και κυρίως από τη Λερναία Ύδρα του στεγαστικού προβλήματος.

Και πράγματι και λόγω του αυξημένου τουρισμού, αλλά και λόγω της εισροής των ξένων funds και των εξώσεων, η στεγαστική κρίση έχει λάβει διαστάσεις κοινωνικής έκρηξης, με το κόστος της, ιδίως στις μεγάλες ισπανικές πόλεις (Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Μάλαγα) να αυξάνεται κατά 14%, τον μεγαλύτερο ιστορικά ρυθμό. Η ραγδαία αύξηση των ενοικίων, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η έλλειψη δημόσιων κοινωνικών κατοικιών έχουν αποκλείσει μια ολόκληρη γενιά νέων από την αγορά κατοικίας κι αποτελεί μόνιμη πηγή δημιουργίας κοινωνικών ανισοτήτων.

Η εφαρμογή του Νόμου για τη Στέγαση (Ley de Vivienda), πλαφόν στα ενοίκια σε «πιεσμένες ζώνες», δεν μπορεί να αμβλύνει την κατάσταση στη στέγαση, η οποία επιδεινώνεται κι από την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Η προώθηση των μόνιμων συμβάσεων μέσω της εργασιακής μεταρρύθμισης δε βρίσκει πρακτική εφαρμογή παντού και δεν λύνει το χρονίζον πρόβλημα της ανεργίας και των χαμηλών μισθών. Που με τη σειρά τους αποκλείουν, κυρίως τους νέους, από την ανεύρεση αυτόνομου χώρου στέγασης.

Ο Σάντσεθ προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το στεγαστικό ως το βασικό του χαρτί για να επανασυνδεθεί με την απογοητευμένη νεολαία (εξού και η παρουσία του στο συνέδριο των Juventudes Socialistas), υποσχόμενος κινητοποίηση δημόσιας γης και χρηματοδοτήσεις. Ωστόσο, πολλοί μετριοπαθείς ψηφοφόροι είναι απογοητευμένοι από τις παραχωρήσεις που κάνει σε ιδιαίτερους τομείς – ιδίως που έχουν να κάνουν με την ανακατανομή πόρων – στις Αυτονομιστικές Περιφέρειες.  Εάν η κυβέρνηση  Σάντσεθ αποτύχει να καταφέρει απτά αποτελέσματα στο πεδίο της στεγαστικής πολιτικής μέσα στους επόμενους μήνες, τα ευχολόγια  περί «προοδευτικού αναχώματος», στο οποίο θα συμβάλλουν κι οι άλλες αριστερές δυνάμεις θα χάσει την κοινωνική της βάση και τη δυναμική της.

Η θεσμική φθορά και ο ορίζοντας του 2027

Ο Πέδρο Σάντσεθ έχει και στο παρελθόν αποδείξει ότι είναι ένας παίκτης που αποδίδει καλύτερα υπό συνθήκες ακραίας πίεσης. Όπως παλιότερα κατήγγειλε τους βαρόνους του κόμματος, την υπερσυντηρητική ρητορεία του ΡΡ και το φόβητρο του Vox,  σήμερα η μόνη στρατηγική που του έχει απομείνει είναι  να αρνηθεί την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, να καταγγείλει τις δικαστικές έρευνες ως πολιτικά υποκινούμενες και να συγκρατήσει στην τροχιά της κυβέρνησής του και τους αυτονομιστές, διογκώνοντας τον φόβο τους για μιας κυβέρνησης PP-Vox. Το εάν θα του βγει και το τελευταίο του αυτό μεγάλο πολιτικό στοίχημα, είναι ενδιαφέρον να το δούμε.

Ωστόσο, ας μη γελιόμαστε: η φθορά είναι εμφανής. Εάν οι υποσχέσεις του ΡΡ διεισδύσουν στους αυτονομιστές, με  τις περιφέρειες να χάνονται η μία μετά την άλλη και την οικονομική πίεση των πολιτών να αυξάνεται, η πορεία για τις κάλπες το 2027, όχι απλά  δεν είναι μόνο μακριά για τον Σάντσεθ, αλλά θα είναι και στρωμένες με πολλές  θεσμικές, πολιτικές και κοινωνικές νάρκες. Το εάν ο Σάντσεθ θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την «τελευταία διαφυγή» σε  ακόμα μια πολιτική νίκη, μένει να το αποδείξει στους επόμενους κρίσιμους μήνες.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
ΣΥΝΑΦΗ

Το τελευταίο του ταξίδι έκανε 71χρονος επιβάτης στο γυρισμό από Κω για Πειραιά

Άρση συναγερμού στο Πεντάγωνο (upd)

Νέες απειλές Τραμπ προς Ιράν για κατάληψη της νήσου Χαργκ

Η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια κατά 0,25%

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα