ΑΘΗΝΑ
07:50
|
16.06.2026
Ο Λίβανος σήμερα, μετά τη Γάζα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα πεδίο της αισθητικής των ερειπίων.
Η Νταχίγια, το πολυπληθές νότιο προάστιο της Βηρυτού, σήμερα στέκει σαν το σύμβολο μιας παντελούς αστικής καταστροφής
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Την ώρα που ανενόχλητο το Ισραήλ συνεχίζει να τρομοκρατεί τη Μέση Ανατολή, μετά τη γενοκτονία που διέπραξε και εξακολουθεί απτόητο να επεκτείνει μετά τη Γάζα και στη Δυτική Όχθη, πλέον άλλη μία χώρα κι οι πολιτιστικοί θησαυροί της βρίσκονται, μαζί με τη ζωή, την καθημερινότητα και τις περιουσίες των κατοίκων τους στο έλεος της πολεμικής μηχανής του ακροδεξιού καθεστώτος στο Τελ Αβίβ.

Την ώρα που η κοινή γνώμη έχει στρέψει τα βλέμματά της στη δική της κακοπάθεια, στην οποία έχει οδηγήσει η ενεργειακή και πληθωριστική κρίση τον πλανήτη από τις άστοχη εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, τόσο οι Παλαιστίνιοι, αλλά πλέον κι οι Λιβανέζοι εκπέμπουν στον υπόλοιπο κόσμο εκείνο το ερώτημα, που είχε διατυπώσει παλαιότερα ο Έντουαρντ Σαΐντ:

Αλήθεια, εμείς υπάρχουμε;

Η σύγχρονη τραγωδία στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει με τον πιο επιτακτικό τρόπο το ερώτημα γύρω από την ηθική διάσταση της αναπαράστασης του πολέμου. Από τις ισοπεδωμένες γειτονιές της Νταχίγια στη Βηρυτό μέχρι την πρόσφατη κατάληψη του ιστορικού, μεσαιωνικού φρουρίου Μποφόρ από τα ισραηλινά στρατεύματα, παρακολουθούμε μια συστηματική αποδόμηση του χώρου και της ιστορίας, τη στιγμή που το παγκόσμιο πολιτικό και πολιτιστικό σύστημα μοιάζει να παραμένει, εάν όχι πλήρως αποστασιοποιημένο, τουλάχιστον διστακτικό και συνεσταλμένο στις αντιδράσεις του.

Γιατί πλέον και μετά τις νέες ισραηλινές επιχειρήσεις, που έχουν ισοπεδώσει ολάκερες περιοχές όπως η Νταχίγια κι έχει καταλάβει ιστορικά μνημεία όπως το Φρούριο Μποφόρ, μια ολάκερη χώρα κι οι κάτοικοί της κινδυνεύουν να αποσυρθούν από την πραγματικότητα του τόπου και να μείνουν ένα απλό ερείπιο στον χώρο ή μία απλή αναφορά αποτύπωμα στην Ιστορία. Ο Ισραηλινός στρατός φαίνεται να δημιουργεί ένα αισθητικό φαινόμενο, της καταστροφής κι αλλοίωσης της αστικής κι ιστορικής φύσης, εκείνο που έλεγε ο Χέγκελ ότι επιτελεί η τέχνη: να «αποφυσικοποιεί τη φύση», με την έννοια ακόμη και της «αφυλικοποίσής της», μιας και περιοχές ολάκερες μετατρέπονται σε ερείπια. Βέβαια, οι σωροί τούτοι μακράν απέχουν από τη schöne Unnaturlichkeit (την ωραία αποφυσικοποίηση) που περιέγραφε ο Νίτσε, πιότερο μοιάζει με τη λειτουργία της τέχνης που περιγράφεται στον πλατωνικό Γοργία, αντάμα με άλλες δραστηριότητες που παράγουν πειθώ, ως μία ιατρική πρακτική «τέμνειν και καίειν».

Η αισθητική των ερειπίων και της μηχανής του πολέμου

Ο  Λίβανος σήμερα κινδυνεύει, μετά τη Γάζα, να μετατραπεί κι αυτός σε ένα πεδίο της αισθητικής των ερειπίων. Η χώρα που κάποτε ισορροπούσε ανάμεσα στον μοντερνισμό και τον Οριενταλισμό, την κοσμική κουλτούρα και την θρησκευτική πανσπερμία, παρασυρμένος στο  γεωπολιτικό βάραθρο, σήμερα στέκει αντιμέτωπος με μια υπαρξιακή απειλή που ξεπερνά τη φυσική καταστροφή: τον κίνδυνο να μετατραπεί, από ζωντανός κοινωνικός και πολιτισμικός ιστός, σε ένα καθαρά αισθητικό αντικείμενο του παρελθόντος. Αλλά αντίστροφο αισθητικό αντικείμενο, αυτό του ερειπιώνα, της ρωμαϊκής και γοτθικής απόλαυσης της καταστροφής και του τρομακτικού, της εγκατάλειψης. Με τους βομβαρδισμούς να εκμηδενίζουν τις ζωτικές υποδομές, τα ιστορικά μνημεία καταλαμβάνονται και τις αστικές γειτονιές ισοπεδώνονται, η μνήμη του τόπου μετατοπίζεται αναγκαστικά στο πεδίο της δημοσιογραφικής είδησης κι αποτύπωσης και στο επίπεδο της συγκίνησης και του αποτροπιασμού στην καλλιτεχνική αναπαράσταση της οργής και της συμπαράστασης.

Όμως, το παντοτινό ερώτημα  παραμένει: αυτή η μετατόπιση προς μία αισθητική αντίδραση – με δεδομένο ότι μόνη της η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα στην προσπάθειά της να διασώσει ή να καταγγείλει, απλώς γίνεται ένα αποθετήριο εκ του ασφαλούς και πιο φαντασμαγορικό κι ελιτίστικο τεκμήριο κι εν τέλει ένα μαυσωλείο για μιας σκληρή πραγματικότητα και μίας χώρας που χάνεται;

Έχοντας πάψει προ πολλού η τέχνη να είναι άμεσα παρεμβατική στην κοινωνία, όπως γινόταν τουλάχιστον σε εποχές όπου οι μεγάλες πρωτοπορίες συμβάδιζαν και συχνά επέβαλαν ρηγματικές αλλαγές στην οπτική, τη συνείδηση και την συλλογική ζωή πολλών κοινωνιών, σήμερα η πολιτιστική παραγωγή – εξαρτώμενη όσο ποτέ από θεσμικούς οργανισμούς, οι οποίοι στην «άλλη» τους δραστηριότητα παράγουν τις συνθήκες και αντιθέσεις που η κοινωνία και η τέχνη έρχονται να καταγγείλουν -βρίσκεται θαρρείς παγιδευμένη να αναπαράγει «ρητορικά» τους ριπτασμούς της κοινωνίας, πελαγοδρομεί ανάμεσα στην σκληρή πραγματικότητα και τις συμβατικές ιερεμιάδες, στη λογική μίας «ίσης απόστασης», της «συμπερίληψης», του «διαλόγου» ανάμεσα στις κουλτούρες  και να πασχίζει να δώσει μία σχηματοποιημένη, συχνά αδρανή και χωρίς πυγμή, εικόνα μίας πραγματικότητας.

Μία πραγματικότητα, όπου οι βόμβες διαγράφουν ολόκληρες πόλεις από τον χάρτη, γυναίκες και παιδιά πεθαίνουν είτε από τη φωτιά του πολέμου, είτε από την πείνα και τις κακουχίες. Κι η απλή διαμαρτυρία για τη συμμετοχή του Ισραήλ σε διάφορες διοργανώσεις δεν αλλάζει επ’ ουδενί την κατάσταση στο πεδίο κι ούτε μεταβάλλει την εικόνα της φρίκης που μόνο η τέχνη μπορεί να προβάλει αισθητικά, αποσπώντας το βλέμμα και τη συνείδηση από την κοινοτοπία της υπερπροβληθείσας εικόνας, που συνηθίζει τον θεατή στην «κανονικότητα» της βαναυσότητας και του δημιουργεί ταυτόχρονα μία απόσταση από το υποκείμενό της, αδρανοποιώντας την φυσική του αντίδραση και την προσωπική εμπλοκή και δράση. Όπως επισημαίνει ο Κριστιάν Καλιάντρο (Christian Caliandro), βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εξόφθαλμο παράδοξο: όσο ο δημόσιος και διεθνής βίος γίνεται πιο βάναυσος, ασύδοτος και αιματηρός, τόσο περισσότερο απαιτείται από την τέχνη να παραμένει τέλεια ελεγχόμενη, ευγενική, πολιτικά ορθή και ακίνδυνη. .

Αποκομμένη η αισθητική από την ιστορική προοπτική και το πλαίσιο της σύγκρουσης μετατρέπει την τέχνη σε απλό θεατή, και τον πόλεμο σε ένα απλό «θέαμα» προς κατανάλωση, μία φαντασμαγορία όπου το δέος από τις λάμψεις των εκρήξεων, την εντυπωσιακή αρτιότητα των νέων όπλων δημιουργεί αυτήν την έννοια του Υψηλού, που ο Καντ περιέγραφε στο παράδειγμά του με την χιονοστιβάδα. Ή παραπέμπει στην αριστουργηματική περιγραφή του Γκαλβάνο Ντελα Βόλπε για τη «διά του φόβου» ταύτισης του θεατή με το παράγωγο της φρίκης στο ιστορικό γραπτό του της «Αισθητικής του Άρματος Μάχης», γραμμένης το 1943 εν μέσω μίας άλλης φρίκης κι ισοπέδωσης: αυτής του ναζιφασιμού και των συμμαχικών βομβαρδισμών στην Ιταλία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Νταχίγια: Η χαρτογράφηση μιας εξαφάνισης

Η Νταχίγια, το πολυπληθές νότιο προάστιο της Βηρυτού, σήμερα στέκει σαν το σύμβολο μιας παντελούς αστικής καταστροφής. Στο πλαίσιο των πρόσφατων στρατιωτικών επιχειρήσεων, η περιοχή αυτή υπέστη τέτοιας κλίμακας βομβαρδισμούς που, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «σχεδόν δεν υπάρχει πια». Η καταστροφή της Νταχίγια δεν είναι ένα τυχαίο υποπροϊόν του πολέμου· αποτελεί την πρακτική εφαρμογή της περίφημης “Δόγματος Νταχίγια” (Dahiya Doctrine), που διατυπώθηκε παλαιότερα από τον πρώην αρχηγό του γενικού επιτελείου του IDF Γκάντι Άιζενκοτ. Το δόγμα αυτό προβλέπει τη σκόπιμη, ασύμμετρη καταστροφή των πολιτικών υποδομών σε περιοχές που θεωρούνται εχθρικά προπύργια, ως μέσο αποτροπής και άρνησης της χρήσης αυτών των υποδομών από τον αντίπαλο.

Πλέον, ο κάθε επισκέπτης στον Λίβανο εάν τολμήσει να προσεγγίσει την περιοχή της Νταχίγια, το μόνο που μέλλει να αντικρίσει είναι τα ερείπια. Ίσως στο εξής, η μνήμη της διεγραμμένης από τον χάρτη  Νταχίγια να διασώζεται  μόνο μέσα από το φωτογραφικό έργο του Ιταλού καλλιτέχνη Αρμάντο Πέρνα, ο οποίος το 2013 είχε τεκμηριώσει στιγμές από τη γειτονιά τούτη με μια κρυμμένη φωτογραφική μηχανή. Η επικαιρότητα με βδελυγμιαίο τρόπο επαναφέρει φευ! στο προσκήνιο  τις φωτογραφίες του Πέρνα, χάρις στο περιοδικό Artribune, ως αδιάψευστο τεκμήριο πως η τέχνη μπορεί να διασώσει την εύθραυστη και περαστική, θα λέγαμε, εικόνα ενός αστικού ιστού πριν από την τελική του εκμηδένιση.

Το έργο του Πέρνα δεν αποτελεί μια απλή, τουριστική ή εξωτική αποτύπωση της Βηρυτού. Απεναντίας και τούτο η πραγματικότητα το επιβεβαιώνει, συνιστά μια μορφή χαρτογράφησης και κοινωνιολογικής σημειολογίας, που ξεπερνώντας τα όρια του δυνατού και τα όρια της ασφάλειας, επαναβεβαιώνει τον πολιτικό και κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη. Η πυκνή ζωή κι ανθρωπογεωγραφία που ξεπηδά από τις φωτογραφίες του Πέρνα, εάν στο μακρινό 2013 φάνταζε ως μία κοινωνιολογική αποτύπωση της πολύπλοκης εικόνας του Λιβάνου, σήμερα αναδεικνύεται σε κραυγή πολιτικής αντίστασης και σάλπισμα για πραγματική δράση ενάντια στην ισοπεδωτική μανία του Ισραήλ, που καταστρέφει τόπους κι αφανίζει ανθρώπους. Η ζωντανή κοινότητα, σε όλη την πολιτιστική πολυχρωμία και την θρησκευτική και ταξική της πολλαπλότητα, που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες του Πέρνα σήμερα είναι θαμμένη στους σωρούς ερειπίων και σύντομα στην σκόνη της Ιστορίας, θα μείνει ως μια διήγηση αφηρημένη – όπως για πολλές κατεσκαμμένες πόλεις στην αρχαιότητα. Ή το χειρότερο θα μετατραπεί σε μία εξευγενισμένη μίμηση άλλων χωροταξικών ομοιωμάτων, που απαράλλακτα τα βλέπουμε να επαναλαμβάνονται σε όλον τον κόσμο, αλλοιώνοντας μέσω του «εξευγενισμού» τους την οικιστική ιστορία, την ανθρωπογεωγραφία  και την προηγούμενη κουλτούρα του τόπου.

Οι φωτογραφίες του Πέρνα στέκουν στο μεταίχμιο της εικόνας που κάποιοι παλαιότεροι διατηρούμε για τον Λίβανο και πολώνονταν ανάμεσα στις ανατριχιαστικές φωτογραφίες του Γκαμπριέλε Μπαζίλικο κι άλλων φωτορεπόρτερ της εποχής, που κατέγραψαν τις τρομακτικές καταστροφές του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου (1975-1990). Και τις προηγούμενες φωτογραφικές αναπαραστάσεις μίας Βηρυτού κι ενός Λιβάνου, ως Παρίσι της Μέσης Ανατολής, μίας κοσμοπολίτικης μοντέρνας χώρας. Όμως, οι φωτογραφίες του Πέρνα, σε συνδυασμό με το έργο δημιουργών όπως η Σάμπα Ινάμπ, σπάνε αυτό το δίπολο. Δείχνουν την καθημερινή, εσωτερική ζωή των κατοίκων – συμπεριλαμβανομένων των εκπατρισμένων Παλαιστινίων που ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς όπως η Σατίλα – αναδεικνύοντας τη δομική ευθραυστότητα και την πολυπλοκότητα της πόλης. Όταν, λοιπόν, αυτή η πραγματικότητα εξαφανίζεται φυσικά, η τέχνη καλείται να σηκώσει το βάρος της ιστορικής μαρτυρίας. Όμως, η μετατροπή της Νταχίγια σε φωτογραφικό αρχείο εγκυμονεί τον κίνδυνο της μουσειοποίησης: ο θεατής θρηνεί για την απώλεια μέσα στο ασφαλές περιβάλλον μιας γκαλερί, ενώ η γεωπολιτική βία που προκάλεσε την καταστροφή συνεχίζεται ανενόχλητη.

Φρούριο Μποφόρ: Η Άλωση της Ιστορίας και η Πολιτιστική Κληρονομιά

Η πρόσφατη κατάληψη του μεσαιωνικού φρουρίου Μποφόρ (Beaufort Castle) από τα ισραηλινά στρατεύματα σηματοδοτεί μια νέα, εξαιρετικά επικίνδυνη φάση στη σύγκρουση μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ, ενώ παράλληλα εντείνει τις διεθνείς ανησυχίες για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Δεσπόζοντας πάνω από τον ποταμό Λιτάνι στον νότιο Λίβανο, το Μποφόρ υπήρξε για πάνω από 900 χρόνια, από την κατασκευή του από τους Σταυροφόρους τον 12ο αιώνα ένα αντικείμενο διεκδίκησης, ένας στρατηγικός προμαχώνας και ένας βουβός μάρτυρας των διαδοχικών κυμάτων βίας που σάρωσαν την περιοχή.

Το Μποφόρ δεν είναι απλώς ένα απλό μεσαιωνικό ερείπιο. Είναι ένα μνημείο της UNESC, υπόκειται στο διεθνές δίκαιο και προστατεύεται από ειδικές συμβάσεις για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Η μετατροπή του από τους Ισραηλινούς σε προμαχώνα και σε ορμητήριο για στρατιωτικές επιχειρήσεις, συνιστούν όχι μόνον  ένα βίαιο πλήγμα στην ιστορική μνήμη του Λιβάνου, αλλά και μία προσβολή στην Ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Όταν ένα τέτοιο μνημείο αποκόπτεται από την κοινωνία που το περιβάλλει και μετατρέπεται σε στρατιωτικό λάφυρο, απογυμνώνει τον Λίβανο  από τον δικό του δημόσιο χώρο, τον κοινωνικό χαρακτήρα του, αλλά και την παγκόσμια κοινότητα από τις μνήμες της, που σταθερά υπενθυμίζουν όχι μόνον τις ένδοξες, αλλά και τις σκοτεινές στιγμές της. Σε περίπτωση που το φρούριο καταστραφεί ή αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα από τις ισραηλινές επεμβάσεις ή τις μάχες, στο μέλλον το Φρούριο θα απομείνει για τις επερχόμενες γενιές μόνο σε κάποιες καταγραφές–που εάν δεν ανακαλούνται και συχνά τότε θα περιπέσουν κι αυτές στη λήθη. Η πολιτιστική κληρονομιά, από πάλλον στοιχείο και φορέας ταυτότητας και συλλογικής (αυτο)συνείδησης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ακόμη «ψηφιακή ανάμνηση» ή σε ένα έκθεμα σε κάποιο δυτικό μουσείο, αποκομμένο από τη γη που το γέννησε.

Οι πόλεμοι κι ιδίως οι συρράξεις στην ευαίσθητη Μέση Ανατολή δεν γεννήθηκαν σήμερα. Υπήρχαν πάντα, όμως σήμερα κάτω από την ισοπεδωτική μανία του Ισραήλ – που όπως απέδειξε στη Γάζα δεν σέβεται τα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς και τα ιστορικά θρησκευτικά μνημεία (και τα χριστιανικά, βεβαίως βεβαίως)–εξισώνει στην αποπροσανατολιστική ρητορεία του «καλού» και «κακού».

Όταν η τέχνη συμπλέει με το κυρίαρχο αφήγημα της σύγκρουσης

Οι πόλεμοι που συγκλονίζουν τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη δεν γεννήθηκαν χθες. Ωστόσο, η κυρίαρχη δημόσια ρητορική επιβάλλει μια απόλυτη αποπλαισίωση (decontextualization), μειώνοντας τις περίπλοκες γεωπολιτικές και ιστορικές συγκρούσεις σε μια απλοϊκή, σχεδόν παιδική αναμέτρηση μεταξύ «καλών» και «κακών». Βαπτίζονται, σύμφωνα με τα πολεμικά ανακοινωθέντα, είτε «ορμητήρια» και «καταφύγια» της Χαμάς, είτε είναι «παράπλευρες απώλειες» και «λάθη» -ασχέτως κι εάν αναρτήσεις των ίδιων των επιδρομέων τους εμφανίζουν να διασκεδάζουν βεβηλώνοντάς τα. Παράλληλα, βασίζεται στη συνένοχη σιωπή της Δύσης, που αντιμετωπίζει με επιλεκτικότητα και με καθυστερημένη και φαινομενική ευαισθησία στην κραυγαλέα καταπάτηση κάθε ηθικής και δικαιϊκής αρχής.   Η καταστροφή των πολιτικών υποδομών και η παραβίαση της κυριαρχίας μιας χώρας καταδικάζονται απερίφραστα σε ορισμένες περιπτώσεις(πχ στην Ουκρανία), ενώ σε άλλες – όπως στους ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς της Βηρυτού και της Γάζας – αντιμετωπίζονται με μια διαδικαστική προειδοποίηση, σχεδόν νουθεσία και παράκληση.

Πάνω σε αυτό, η παγκόσμια καλλιτεχνική κοινότητα δείχνει την αμηχανία και την αδυναμία της, από τη μετατροπή της σε ένα θεσμικό φορέα της κοινωνικής αναπαραγωγής του νέου πολιτικού και οικονομικού μοντέλου. Έχοντας πάψει, όπως συνέβαινε στις μεγάλες πρωτοπορίες να απομακρύνεται ρηγματικά από τα προϋπάρχοντα κυρίαρχα κανονιστικά ηθικά και οικονομικά πλαίσια και να εμπνεύσει κι εν τέλει να συγκροτήσει νέες συμπεριφορές κι αρχές, συνιστώντας πάντα μία υπερεθνική και διαχρονική κοινότητα, η τέχνη αυτοπεριορίζεται να αναπαράγει απλά τα κυρίαρχα κι αποστειρωμένα αφηγήματα των δυτικών media, που ex cathedra και με βάση τα συμφέροντα των ιδιοκτητών τους, επιβάλλουν ποιο θεωρείται δικαίωμα κι ελευθερία και σε τι συνίσταται η δικαιοσύνη κι η ηθική, ανάλογα με την αφήγηση που θέλουν να προβάλλουν και να παγιώσουν.

Μπροστά στη βαρβαρότητα, η τέχνη στην καλύτερη περίπτωση μόνο να αναπαραστήσει τη φρίκη μπορεί -καμμιά φορά άθελά της συμβάλλοντας στην banalisation του κακού, λόγω της ασχολίαστης και χωρίς ουσιώδη αντίδραση στον δρόμο, στην πολιτική, στα media, υπερπροβολής της φρίκης, που συνηθίζει και χωνεύει σιγά σιγά το κοινό.

Μέσα στην υπερπαραγωγή της ωμής κι αδιάκριτης βίας στη Γάζα και τον Λίβανο, που μεταδίδεται ζωντανά (αλλά «καθαρισμένη» από τα αίματα και μονόπλευρα εστιασμένη στα θύματα μόνο της μίας πλευράς) στις οθόνες μας, το  σύστημα της σύγχρονης τέχνης (γκαλερί, μουσεία, μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις όπως η Μπιενάλε) απαιτεί από τα έργα τέχνης να επιτελούν μία εντελώς αντίθετη αποστολή. Να δείχνουν ελεγχόμενα την κρίση με τρόπο «ευγενή», «αντικειμενικό» (εάν μπορεί ποτέ να είναι αντικειμενική, δηλ. Ουδέτερη, ασυγκίνητη και μη συναισθηματική  η τέχνη) και πολιτικά ορθό!

Τούτη η απαίτηση κι ο περιορισμός της τέχνης σε μία  «καθωσπρέπει» και «άσφαιρη» λειτουργία, όχι ως διαμαρτυρία, ούτε σχόλιο, αλλά ως υπογράμμιση γενική (πχ μία γενικόλογη καταδίκη του πολέμου κι όχι της συγκεκριμένης βαρβαρότητας), την υποβαθμίζει σε έναν μηχανισμό «πολιτικά ορθής» εξισορρόπησης και ξορκίσματος της συλλογικής ενοχής. Όσο πιο ανίκανοι (ή απρόθυμοι) είμαστε να σταματήσουμε τη σφαγή στην Παλαιστίνη ή την ισοπέδωση του Λιβάνου, τόσο περισσότερο καταφεύγουμε σε μια τέχνη που μιλάει για «συμπερίληψη», «διαμεσολάβηση», «ενσυναίσθηση» και «κοινωνική ευαισθησία», που θα εκφράζεται και θα εκτίθεται με φαντασμαγορικό κι επικοινωνιακό τρόπο σε πλουσιοπάροχα Μουσεία, γκαλερί κλπ  και απευθύνεται στο ίδιο, κλειστό, προνομιούχο κοινό της τέχνης – τον Artworld που έλεγε ο Άρθουρ Ντάντο – και δεν αγγίζει με τον ελιτισμό του το ευρύ κοινό . Αυτή η προσχηματική συμπερίληψη, τα δικαιώματα που διαλαλεί η τέχνη σήμερα, χωρίς να προκρίνει το αγωνιστικό πνεύμα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ψευδαίσθηση. Εκεί όπου εφαρμόζεται η δικαιοσύνη, όπου η ηθική, η ανεκτικότητα, η αλληλεγγύη έχουν το προβάδισμα, δεν υπάρχει ανάγκη από επιβεβλημένη, κανονιστική, συμπερίληψη ή προστασία. Δεν υπάρχει ανάγκη για φιλανθρωπία ή ευγένεια, αλλά  χρειάζονται αγώνες για να διεκδικούνται και να κατακτούνται η ισότητα, τα δικαιώματα, η αξιοπρέπεια. Η τέχνη, αφότου σταμάτησε να είναι ο ραψωδός των ισχυρών στη μοντέρνα εποχή, πάντοτε στεκόταν στην πρωτοπορία των αγώνων των λαών και αποτελούσε δε το ύστατο καταφύγιό του σε δύσκολους καιρούς. Η ισοπέδωση της Γάζας και του Λιβάνου, η πιθανή καταστροφή κι άλλων μνημείων της παγκόσμιας κληρονομιάς από ένα κράτος που θέλει να σβήσει τη μνήμη των ανεπιθύμητων κατοίκων της γης που διεκδικεί να κατακτήσει για πάντα και να επιβάλλει το δικό του παρελθόν και τη δική του υπόσταση στον χώρο και την Ιστορία, είναι θέματα ανεπίτρεπτα για την ίδια τη λειτουργία της Τέχνης, όχι μόνον ως θεματοφύλακα του Zeitgeist, όπως θα έλεγε ο Χέγκελ, αλλά και των πανανθρώπινων και αιώνιων αξιών, του πνεύματος και της ανθρώπινης Ιστορίας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Πανελλαδική απεργία οικοδόμων στις 24 Ιουνίου-«Τέρμα τα ψέματα, λύσεις και συγκεκριμένες πράξεις»

Και επίσημα ξενοδοχείο, το ιστορικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου

Ο χάρτης πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς για σήμερα Τρίτη 16 Ιουνίου

Ο καιρός σήμερα: Γενικά αίθριος

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα