Εάν είχε πραγματικά διαβάσει τον Μακιαβέλλι, ιδίως το Κεφάλαιο ΧΧΙ, η νεοφασίστρια πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι θα γνώριζε πως στην πολιτική ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσεις την εκτίμηση είναι να εκφράζεις τη φιλία ή την αντιπάθειά σου με σαφή τρόπο, γιατί τούτο θα σου φέρει μεγαλύτερη ωφέλεια απ’ όσο η ουδετερότητα και το ήξεις αφήξεις. Ιδίως όταν έχει να κάνεις με έναν άλλο, ισχυρό, «Πρίγκιπα» με απρόβλεπτες μεταπτώσεις στις διαθέσεις του, που έχει φέρει στην έσχατη σημασία της την έννοια της σκοπιμότητας, που στην πολιτική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε άδικη, ούτε δίκαια, απλά ένδειξη της αυταρέσκειάς του. Που ενίοτε, όπως στην τελευταία διένεξη με τον Ντόναλντ Τραμπ συγκρούεται με τη δική σου.
Η νέα απαξιωτική αναφορά του «μέντορα» της Ντόναλντ Τραμπ προς το πρόσωπό της αποδεικνύει περίτρανα την επιφύλαξη που πάντοτε πρέπει να έχει ο πολιτικός απέναντι στους ομοίους του, ιδίως όταν πρόκειται για πιο δυνατούς. Κι ιδιαίτερα όταν τούτοι έχουν μια μεγάλα ύψη επίγνωση της δύναμης τους και το πολιτεύεσθαι τους κανοναρχείται από τη δυνατότητα να την ασκήσουν οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς διακρίσεις. Και η σχέση που έχει διαμορφωθεί ανάμεσα στην Ιταλίδας πρωθυπουργό και του Αμερικανού Ντόναλντ Τραμπ, είναι ακριβώς αυτό.
Τα λάθη της Μελόνι στη σχέση με τον Τραμπ
Η Μελόνι δέχθηκε ένα πικρό μάθημα διότι, τυφλωμένη από την φιλοδοξία της να γίνει η νέα ισχυρά κυρία στην Ευρώπη, κατ’ αρχάς κάνοντας μία στροφή από τις προηγούμενες διατυπώσεις της και συμμαχώντας με την ηγετική τάξη των Βρυξελλών, έσπευσε μετά τη νίκη του Τραμπ να διεκδικήσει τον ρόλο του τοποτηρητή του στην Ευρώπη.
Και τούτο ήταν το πρώτο της λάθος: η αφέλεια απέναντι στον Τραμπ. Κάτι που δείχνουν βέβαια κι άλλοι ηγέτες, θεωρώντας ότι μπορεί κανείς να τον αντιμετωπίσει ως έναν κανονικό πολιτικό ηγέτη. Το να νομίζουν ότι ενδεχομένως μπορούν να προσεταιριστούν ή να καλοπιάσουν κάποιον που έχει δηλώσει επανειλημμένα πως όλοι οι ηγέτες «μου γλείφουν τον κώλο», όπως προσπάθησε η Μελόνι (πιστεύοντας αβάσιμα πως ο Τραμπ θα την εξαιρούσε από τους δασμούς), έγινε εμφανές πως είναι ανώφελο. Όπως και το να λησμονούμε πως ο Τραμπ περιφρονεί και το έχει δείξει πολλαπλώς τους αδύναμους και τις γυναίκες. Και η Ιταλία, μέσα στην αδύναμη Ευρώπη, είναι εξαιρετικά αδύναμη. Η Μελόνι, η οποία βαυκαλίζεται όταν την αποκαλούν «πρόεδρο» ( της κυβέρνησης, presidente del consiglio, όπως είναι ο θεσμικός τίτλος του πρωθυπουργού) και φιλοδοξεί ότι θα γίνει θεσμοθετώντας τα πρωτεία του premierato (πρωθυπουργοποίηση του καθεστώτος, με παντοδύναμη διεύρυνση των εξουσιών και μείωση των δυνατοτήτων του Προέδρου για παρεμβάσεις), λησμονεί πως στα μάτια του Τραμπ είναι άλλη μια γυναίκα, μιας ακόμη μικρής κι ασήμαντης χώρας δορυφόρου.
Το δεύτερο λάθος που διέπραξε η Μελόνι ήταν η συνέργεια (ή συνδιαλλαγή) με τον Τραμπ. Το να στέκεται η Μελόνι χαμογελαστή στο πλευρό του Τραμπ, γνωρίζοντας πολύ καλά ποιος είναι και τι πρεσβεύει, να του εύχεται να κερδίσει το Νόμπελ Ειρήνης, να του φέρεται σαν σε κολλητό φίλο την ώρα που εκείνος ανακοίνωνε εξουθενωτικούς δασμούς (δίχως να αποκλείει τους «κολλητούς») και εξαπέλυε απάνθρωπους πολέμους, απαιτώντας να συμβάλλουν στο στρατιωτικό κι οικονομικό κόστος οι Ευρωπαίοι και να συνεχίζει να τον στηρίζει – όταν οι άλλοι στην Ε.Ε. ή ακόμη και οι Βρετανοί οργανώνονταν για να σχηματίσουν κοινό μέτωπο και να αντισταθούν στην τραμπική αυθαιρεσία – όλα αυτά έκαναν να φαίνεται το «άδειασμά» της και τη χλέυη της από τον πλανητάρχη ακόμη πιο αλγεινά.
Και φυσικά το τρίτο λάθος που έκανε η Μελόνι ήταν να δείξει τον πληγωμένο εγωισμό της (ή την ψωρο-υπερηφάνεια της) απαντήσεις, τύπου «κοίτα τη δική σου πολιτική κατάσταση» – θυμίζοντας λεκτικές αντιπαραθέσεις στην αυλή του σχολείου.

Βεβαίως, τα συστοιχισμένα ιταλικά μέσα ενημέρωσης φρόντισαν να παρουσιάσουν την αντίδραση της Μελόνι ως απόδειξη εθνικής αρετής. Όμως όταν κάποιος που δεν έχει εκφράσει ποτέ την αντίθεσή του ή την οργή του – με βάση τις ιταλικές και ευρωπαϊκές αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις φιλελεύθερες αρετές (όχι του πολιτικού ρεύματος) και τη συνεργασία – αλλά εξανίσταται μόνον όταν θίγεται η τιμή του, προσωπικά, αυτό είναι ένδειξη μιας δεξιάς ευθιξίας, η οποία ελάχιστη σχέση έχει με την πολιτική, υπό την υψηλή έννοια του όρου. Οι Τραμπ και Νετανιάχου μπορούν να εξοντώνουν έναν λαό, να παραβιάσουν τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας, να διολισθαίνουν προς τον αυταρχισμό, να απαγάγουν ακόμη και Ιταλούς πολίτες στη Flotilla, χωρίς η Ιταλία να επαναστατεί. Αλλά όταν ο Τραμπ υποστηρίζει πως η Μελόνι τον παρακάλεσε για να βγάλουν μια φωτογραφία μαζί, τότε μόνον θίγεται η πρωθυπουργός, δηλώνει «σοκαρισμένη» και γίνεται αυθάδης απέναντι στον μέντορά της.
Το τραμπικό «στοίχημα» της Μελόνι
Η Μελόνι μετά τη νίκη του Τραμπ έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήρια του πιστότερου ακόλουθού του στη διεθνή πολιτική, πιστεύοντας πως θα της παραχωρήσει κάποιο μερίδιο από την δύναμή του, ως απόλυτου κυρίαρχου στον δυτικό κόσμο. Τη στιγμή που οι άλλοι ηγέτες αντιμετώπιζαν με φόβο και καχυποψία τον Τραμπ και τους δασμούς του, η Μελόνι αντιμετώπιζε τη συγκυρία ως ευκαιρία για ν’ αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο. Φρόντιζε να εμφανίζεται με κάθε πιθανό τρόπο στο πλευρό του Ίλον Μασκ, βασικού συμμάχου του Τραμπ, αλλά και να ανέχεται και τα σεξιστικά σχόλια του ίδιου του Τραμπ απέναντί της.
Το αντάλλαγμα για τις αμοιβαίες τούτες φιλοφρονήσεις, ήταν οι επανειλημμένες δηλώσεις του Τραμπ για το πόσο φανταστική ήταν η Μελόνι και το πόσο καλή δουλειά κάνει, χάρις στις οποίες η Ιταλίδα κατέλαβε μία τεράστια πολιτική επιρροή μέσα στην Ευρώπη. Γεγονός που την προσέδωσε την δυνατότητα να αντιμετωπίζεται από τους Ευρωπαίους ομολόγους της με περισσότερη προσοχή από άλλους Ιταλούς ηγέτες του παρελθόντος(ιδίως τους Μπερλουσκόνι, Ρέντσι, Κόντε κλπ). Πράγμα που μέχρι την ήττα της στο δημοψήφισμα για την δικαιοσύνη φρόντιζε να το υπερπροβάλλει και για εσωτερική κατανάλωση.
Φαινόταν σαν ένα κερδισμένο στοίχημα. Όμως στην πολιτική κι ο Μακιαβέλλι, που η Μελόνι αγνοεί, στο κεφάλαιο για την Fortuna , την τύχη, το διατυπώνει σαφώς πως μερικές φορές τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, πιο ευμετάβλητα και σαφώς πολύ πιο διαφορετικά από όσο φαίνονται.
Η ανατροπή στις ισορροπίες
Η Μελόνι βρέθηκε σε μία πραγματική σύγχυση όταν ο Ίλον Μασκ (με τον οποίον κυριολεκτικά χαριεντίζονταν δημοσίως) έπεσε σε δυσμένεια μέσα στην κυβέρνηση Τραμπ. Κι ακόμη περισσότερο ένοιωσε να μη γνωρίζει πού πατά όταν ο Τραμπ διεμήνυσε πως αποσύρει τη στήριξή του στην Ουκρανία και κυρίως όταν υποστήριξε το Ισραήλ στη Γάζα και τη Μέση Ανατολή. Δύο καυτά ζητήματα στα οποία η ΕΕ, στην οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις αποφάσεις της για τον επανεξοπλισμό και τη σκληρή στάση είχε ακριβώς η Ιταλία, διατηρούσε διαφορετικές και διαθέσεις. Πράγμα που δεν διευκόλυνε και την ίδια τη Μελόνι να ελιχθεί, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να σημειώνονται διαφορές. Μικρές αρχικά, αλλά που στη συνέχεια κλιμακώθηκαν.
Γιατί στο μεταξύ, οι ΗΠΑ ζητούσαν αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, πολύ περισσότερο απ’ ότι πρόβλεπε ο επανεξοπλισμός κι η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας στην οποία απέβλεπε η καταρρακούμενη Ευρώπη. Σε τούτο το σημείο η Μελόνι βρέθηκε σε δεινή θέση κι αναγκάσθηκε να κωλυσιεργεί διαρκώς, φοβούμενη ότι θα πλήξει τα διογκούμενα φιλειρηνικά αισθήματα στο εσωτερικό της χώρας της, αφ’ ενός και να έλθει σε διένεξη με τους Ευρωπαίους εταίρους αξιώνοντας να γίνουν και να δρουν ακόμη μία φορά ως χωροφύλακες των ΗΠΑ.
Αλλά κι ούτε με τις αμερικανικές βάσεις στην Ιταλία τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Η κυβέρνηση αρνήθηκε τη χρήση της βάσης της Σιγκονέλα σε αμερικανικά αεροσκάφη που κατευθύνονταν σε αποστολές στο Ιράν, κάτι που ενόχλησε ιδιαίτερα την Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση δεν ήταν επίσης ξεκάθαρη και αποφασιστική όταν η Αμερική ζήτησε την πολιτικά σημαντική παρουσία ιταλικών ναρκαλιευτικών στο Ορμούζ. Κι ως να μην έφθαναν όλα τούτα, ήλθε κι η προσβλητική επίθεση του Τραμπ στον Πάπα – που η Μελόνι δεν μπορούσε να αγνοήσει και να μην υπερασπισθεί τον Ποντίφικα – η οποία επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τα πράγματα.
Απέναντι σε όλα τούτα, η Ιταλία έχει και είχε τους πολλαπλούς λόγους να μην συμπλέει απόλυτα με τις διαθέσεις του Τραμπ: δεν τη συμφέρει να κόψει δεσμούς με την Ε.Ε., να σιωπά στις αυθαιρεσίες του Νετανιάχου και να διατηρεί διαύλους, ίσως πολύτιμους, με το Ιράν. Λόγοι που μέχρι πρότινος δεν εμπόδιζαν τον φυσικό και πολιτικό εναγκαλισμό με τον Τραμπ.
Η μνησικακία του Τραμπ
Βέβαια, πολλοί θα μπορούσαν κάλλιστα να σκεφθούν πως η φραστική επίθεση μπορεί να έγινε στη Μελόνι, όμως ο πραγματικός στόχος για τον Τραμπ ήταν το ίδιο το «ανυπάκουο» ΝΑΤΟ και η απρόθυμη Ε.Ε.. Η άρνηση της Ιταλίας να επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί η βάση στη Σιγκονέλα στις αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν είχε σαφώς μεγαλύτερη συμβολική σημασία για τον Αμερικανό πρόεδρο εν σχέσει προς τις αντιρρήσεις, φερ’ ειπείν της Ισπανίας. Η Μελόνι υποτίθεται πως, εν αντιθέσει προς τον Ισπανό ομόλογό της Πέδρο Σάντσεθ, ήταν αδελφοποιτή του, η Πέμπτη Φάλαγγά του στην Ε..Ε και στο ΝΑΤΟ. Συνεπώς η υποτιμητική αντιμετώπισή της Μελόνι (μια τακτική «κτυπώ τον καλό μαθητή για να συνετισθούν οι άλλοι”») συνιστά μία προειδοποίηση και για τα άλλα μέλη του Βορειοατλαντικού Συμφώνου ενόψει της συνόδου του Ιουλίου.
Αλλά μήπως ο Τραμπ – γνωστός για τη μνησικακία του – τα έχει με τη Μελόνι και όχι με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, επειδή απλώς οι άλλοι δεν ζήτησαν ούτε έλαβαν τη στήριξη και το χρίσμα που εκείνη έλαβε; Στο μυαλό του Τραμπ γεννάται η αγανάκτηση: χωρίς αυτή τη στήριξη πριν έναν χρόνο, πού θα βρισκόταν σήμερα η Μελόνι;
Χωρίς να μπορούμε να μπούμε στο μυαλό του Τραμπ, μήπως η κατάσταση ανάμεσα στους δύο ηγέτες Αμερικής και Ιταλίας είναι κάπως έτσι; Μήπως η Μελόνι στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής της G7 προσπάθησε πάλι με τη γυναικεία «τσαχπινιά της» να εξομαλύνει τα πράγματα, προβάλλοντας πως η σχέση εγκαρδιότητας που έχει με τον Τραμπ δεν έχει λιγοστέψει, παρά τις εξαναγκασμένες από τις καταστάσεις «ατασθαλίες» απέναντί του και ο αλλοπρόσαλλος πρόεδρος των ΗΠΑ ένιωσε ότι τον κοροϊδεύουν;

Αλλαγή πολιτικής σχέσης ή πρόσκαιρο καβγαδάκι;
Κανείς δεν γνωρίζει τι μέλλει να συμβεί στο μέλλον κι εάν θα αποκατασταθεί η σχέση των δύο ηγετών: μπορεί ο Τραμπ να βάλει νερό στο κρασί του ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, όπου χρειάζεται κάθε δυνατή ψήφο: και των Καθολικών, όπως και των Ιταλοαμερικανών πχ. Μπορεί και η Μελόνι να «γονατίσει» περισσότερο στις αμερικανικές απαιτήσεις και γίνει όσο πειθήνια τη θέλει ο Τραμπ. Ιδίως εάν ο Τραμπ προβεί σε πιο εξειδικευμένα μέτρα ενάντια στην Ιταλία: αύξηση των δασμών σε προϊόντα, κλείνοντας τις βάσεις στην Ιταλία, πιέζοντας για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών;
Κανείς δεν γνωρίζει. Το βέβαιο πάντως είναι πως η επίπληξη του Τραμπ κατά της Μελόνι με τις δηλώσεις του δεν ήταν τόσο άγρια, ούτε και τόσο προσβλητική – όπως γνωρίζει κι έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν ο Αμερικανός πρόεδρος. Ίσως η Μελόνι θα μπορούσε να μην σηκώσει το γάντι, να μην απαντήσει και ν’ αφήσει να πέσουν οι τόνοι έως ότου αποδείξει και πάλι την πίστη της στο «αφεντικό». Απεναντίας η αντίδρασή της, σα θιγμένο και θυμωμένο παιδί, έριξε καύσιμο στη φωτιά και τώρα αυτό θα μπορούσε να κάψει κι άλλους πολιτικούς στην Ιταλία. Για παράδειγμα ο υπουργός Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι, ο οποίος αναγκάσθηκε να ακυρώσει μια επίσκεψη στην Ουάσινγκτον λόγω της αντιπαράθεσης.
Ίσως όμως ήλθε και για τη Μελόνι η ώρα να αναλογιστεί, έπειτα από την ψυχρολουσία που είχαν λάβει οι Ευρωπαίοι ομόλογοί τους, πως είναι κι εκείνη μέρος της ηπείρου αυτής, όσο κι εάν η ίδια θέλησε να δείξει πως δεν ανήκει αναγκαστικά και πως μπορεί να αυτονομηθεί κάτω από τις φτερούγες του Τραμπ. Όσο ο «Εχθρός» είναι ο «Άλλος» (Αφρικανός, Μουσουλμάνος, Λατινοαμερικάνος, ΛΟΑΤΚΙ+ κλπ) άνθρωποι σαν τη Μελόνι και τον Τραμπ μπορούνε να ταιριάξουν; Τι θα συμβεί όμως εάν ο Τραμπ αποκαλυφθεί πως όταν οι συνθήκες αφορούν το δικό του συμφέρον σε βλέπει σαν κι εκείνους; Τότε η φαγωμάρα μεταφέρεται στο στρατόπεδο των ομοϊδεατών και προκαλεί την ενδόρηξή του.
Κι ακριβώς τούτη η διένεξη μαζί του, της απέδειξαν πως εν τέλει ο Τραμπ έτσι τη βλέπει, σαν όλους τους άλλους – απλώς τους θωπεύει κατά το συμφέρον του. Κυρίως, της απέδειξε πως είναι ανελέητος όταν θεωρεί πως θίγεται από κάποιον (θυμόμαστε πόσο γρήγορα αποκλήρωσε τον Μασκ). Μάλλον η Μελόνι θα πρέπει να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι στον Τραμπ, ιδίως ενόψει και των δικών της εκλογών την ερχόμενη χρονιά. Πλέον η ταύτιση με τον Τραμπ, τουλάχιστον στην Ιταλία και την Ευρώπη δεν περνάει κι η Μελόνι θα πρέπει να το προσέξει αυτό για το πολιτικό κι εκλογικό της μέλλον.
