ΑΘΗΝΑ
23:31
|
16.09.2021
Το 1919 το Σικάγο έζησε την πρώτη μεγάλη φυλετική εξέγερση στην ιστορία του - την εξέγερση που ανέδειξε μια ιδιαίτερη σχέση Ελλήνων μεταναστών και Αφροαμερικάνων.
Λευκοί έφηβοι πανηγυρίζουν έξω από το σπίτι αφροαμερικάνων, που πυρπόλησαν.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

.. Κι όμως, υπήρξε κι ήταν κάποιος/ Γιατί είδα το ασπράδι των ματιών του/ Πριν αφήσει τη σχεδία/ Και βουλιάξει στο νερό/ Και τότε τ’ αποφάσισα/ Είπα το όνομά του δυνατά/ Και πυροβόλησα.

1919, Ηβ Γιούινγκ, για την αρχή των Ταραχών του 1919

O 16χρονος Γιουτζίν Γουίλλιαμς ήταν δεινός κολυμβητής, κάτι όχι συχνό στην Αφροαμερικάνικη κοινότητα. Πήγαινε να κολυμπήσει ή έφτιαχνε σχεδίες με τους φίλους του, για να παίξουν το Ροβινσώνα, σχεδόν καθημερινά τα καλοκαίρια. Αγαπούσε το νερό, και του έδινε ραντεβού στην παραλία των 29 Δρόμων. Εκείνη τη ζεστή μέρα του ιουλίου του 1919, παρασύρθηκε, ξεχάστηκε και πέρασε την αόρατη γραμμή που ανεπίσημα χώριζε την μεριά των λευκών από τη μεριά των Αφροαμερικάνων στο νερό. Τιμωρήθηκε για το έγκλημά του άμεσα. Λιθοβολήθηκε από τους παρόντες λευκούς. Το αναίσθητο σώμα του αγοριού βούλιαξε γρήγορα στο νερό. Ο ιατροδικαστής έγραψε «πνιγμός» στα επίσημα έγγραφα. 

Το 1919 το Σικάγο έζησε την πρώτη μεγάλη φυλετική εξέγερση στην ιστορία του, the 1919 Chicago Race Riot – την εξέγερση που έβαλε τα θεμέλια για όλες τις εξεγέρσεις της Αφροαμερικάνικης κοινότητας, και μαζί ανέδειξε την ιδιαίτερη σχέση που είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται μεταξύ των, χαρακτηριζόμενων ως μη-λευκών, Ελλήνων μεταναστών και της Αφροαμερικάνικης κοινότητας. Ήταν το καλοκαίρι που η Ιστορία στις ΗΠΑ θυμάται ως «Κόκκινο Καλοκαίρι»: Από το ρατσισμό ως την εκμετάλλευση των εργατών, όλα είχαν ξαναμπεί με τον πιο βίαιο λαϊκό τρόπο στο τραπέζι από τον ένα ωκεανό ως τον άλλο. Και αφορμή, αυτή η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, ήταν η δολοφονία του Γιουτζίν.

Οι ιστορικοί συμφωνούν πως, οι πιο βίαιες κι αιματηρές συγκρούσεις ήταν αυτές στο Νότιο Σικάγο, το περίφημο Southside, το γκέτο. Από την 27η Ιουλίου μέχρι την 3η Αυγούστου – μια εβδομάδα που μέτρησε τριανταοκτώ ζωές, 23 εκ των οποίων Αφροαμερικάνοι, και πάνω από 500 τραυματίες, εκ των οποίων οι 350 Αφροαμερικάνοι. Η Λευκή και Αστυνομική βία έβγαλε πάνω από χίλιες οικογένειες στο δρόμο, Αφροαμερικάνοι όλοι. Το αστυνομικό δελτίο κατέγραψε, πέρα από τις δολοφονίες και τους τραυματισμούς των εκτεταμένων συγκρούσεων, πυρπολήσεις κατοικιών και μαγαζιών, πλιάτσικο… Και βεβαίως, η ευθύνη όλη πέφτει στους Αφροαμερικάνους, αυτοί οταίνε, οι «εγκληματίες», οι «βίαιοι», οι «αχάριστοι». Αυτά, στη μνήμη των Λευκών. Όμως, στο ποίημα που έγραψε η Ηβ Γιούινγκ εκείνες τις μέρες, δίνοντας φωνή στην εξεγερμένη Αφροαμερικάνικη κοινότητα, ο φανταστικός οπλισμένος μαύρος άνδρας που πυροβολεί [το Λευκό Αστυνομικό] ενώ προφέρει το όνομα του Γιουτζίν, παραμένει σύμβολο της δίκαιης βίας, της δίκαιης οργής, του διαρκούς αγώνα. 

Ήταν η εποχή που οι Αφροαμερικάνοι εγκατέλειπαν το Νότο και αναζητούσαν ένα καλύτερο μέλλον στο Ιλλινόι, στο Σικάγο που περίμενε πως και πως νέα εργατικά χέρια. Οι δύο πολυτραγουδισμένοι δρόμοι των μπλουζ, ο αυτοκινητόδρομος 61 και ο αυτοκινητόδρομος 49 (Highway 61, Highway 49), έφερναν φουρνιές τους φυγάδες του ρατσισμού στην ραγδαία αναπτυσσόμενη πόλη. Οι δουλειά τους περίμενε, χειρωνακτική και δύσκολη, και από πάνω είχαν να αντιμετωπίσουν το ρατσισμό των λευκών μεταναστών που είχαν έρθει νωρίτερα και μόλις εντάσσονταν στην κοινωνία, αγωνίζονταν για εργατικά δικαιώματα και αντιμετώπιζαν ως εχθρό τους Αφροαμερικάνους, που «έριχναν τα μεροκάματα» και «παίρναν τις δουλειές». Τα τρυκ είναι γνωστά από πολύ παλιά, και δουλεύουν… 

Εσωτερικοί μετανάστες κι οι γονείς ήταν του Γιουτζίν, ο Ουίλλιαμ, από τη Νότια Καρολίνα, η Λουέλλα, αγνώστου πατρός, απο τη Τζώρτζια. Η Μάνα αγωνίστηκε πολύ να μάθει πως πέθανε ο γιός της, να βρει μάρτυρες. Η ίδια η παρέα του, τα άλλα μαύρα αγόρια, δεν ήθελαν να πουν τίποτε. «Η μαμά μου μου είχε απαγορέψει να πηγαίνω για μπάνιο την Κυριακή, και τη μαμά μου τη φοβόμουν πολύ περισσότερο από την αστυνομία κι όλους τους άλλους», θα πει ο κολλητός του, ο Τέρνερ Χάρρις.

Όμως η Αφροαμερικάνικη κοινότητα ήξερε. Και ακόμη ξέρει. Μπορεί κανείς να μη μίλησε άμεσα, μπορεί τα πτώματα των δολοφονημένων αδελφών τους να μαζεύονταν στο νεκροτομείο.. Μαζεύονταν μες στη σιωπή. Μπορεί να «χάθηκαν» πεντέμισυ χιλιάδες σελίδες με μαρτυρίες, μπορεί να πήρε δεκαετίες να βγει στην επιφάνεια όλη η αλήθεια, αλλά η κοινότητα ήξερε. Γιατί η κοινότητα ζούσε το ρατσισμό, την εκμετάλλευση και τη βία του Λευκού στο πετσί της, κυριολεκτικά στο πετσί της, κάθε μέρα. 

Και εκείνη τη μέρα, πάλι. Γιατί δεν ήταν οι Αφροαμερικάνοι αυτοί που βγήκαν στο δρόμο πρώτοι. Ήταν οι Λευκοί, εξοργισμένοι που ο μικρός μαύρος τόλμησε να περάσει την αόρατη, ανεπίσημη γραμμή. Επιτέθηκαν με βία κατά των αφροαμερικάνικων γειτονιών, ομάδες και συμμορίες άρχισαν να πυρπολούν τις κατοικίες των Αφροαμερικάνων, βγάζοντάς τους στο δρόμο. Πήγαν στα εργοστάσια και εμπόδιζαν τους Αφροαμερικάνους εργάτες να μπουν μέσα- κάποτε με σφαίρες. Με την αστυνομία του Σικάγου να κοιτάει αλλού, αν δεν βοηθούσε διακριτικά. Πόλεμος. Κι οι άστεγοι, καταφρονεμένοι, έγχρωμοι, άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους. Άμυνα. Όπως σε πάρα πολλές περιπτώσεις και τότε και τώρα.  Και την αστυνομία του Σικάγου στο κατόπι τους, μαζί με το Λευκό. 

Όταν όλα τελείωσαν, η Πόλη του Σικάγου αποφάσισε να στήσει μια διαφυλετική επιτροπή, η οποία έπρεπε να μελετήσει τα συμβάντα και να αποφασίσει Τις Πταίει. Η σχετική έκθεση ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε το 1922. 

Είναι ένα από τα πρώτα καταγραμμένα στοιχεία που έχουμε, τα πρώτα ίχνη μιας ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ των Ελλήνων μεταναστών και των εσωτερικών Αφροαμερικάνων μεταναστών. Εκεί αναφέρονται περιστατικά χτυπημένων Αφροαμερικάνων που αναζητώντας καταφύγιο από τους διώκτες τους. Εκεί λένε ότι επιζητούσαν να εντοπίσουν ελληνικής ιδιοκτησίας μαγαζιά για να χωθούν, να κρυφτούν. Αναφέρουν περιστατικά, στα οποία ο μόνος που τηλεφωνεί για ασθενοφόρο είναι ο Έλληνας ιδιοκτήτης κάποιου φαγάδικου ή μπακάλικου. Ο ίδιος Έλληνας που οι λευκοί μετά θα υποδείξουν σε άλλους λευκούς, ως τον βασανιστή/ δολοφόνο, για να το πάρουν πίσω στην αστυνομία. Και, σε μια γραμμή όλη κι όλη, μια γραμμή φορτισμένη τη δική μας Ιστορία, αναφέρεται πως, κανένα εστιατόριο σε λευκά χέρια δεν επέτρεπε στους μαύρους της περιοχής του Νοτίου Σικάγου έστω να αγοράσουν από κει φαγητό. Εκτός από ένα “ενός Έλληνα”, που είχε το μαγαζί του ανοικτό σε όλους. Αγνώστου του Έλληνος.

Σύμφωνα με τον Αγγελιοφόρο του Σικάγου (Chicago Herald and Examiner), το 1923 υπήρχαν 1.035 και το 1927 περίπου 10.000 μικρά και μεγάλα εστιατόρια, παγωτατζίδικα και καραμελάδικα (candy stores) σε χέρια Ελλήνων Μεταναστών, στην περιοχή του Σικάγου. Από τα δέκα χιλιάδες, 500 ήταν στον Κόμβο (The Loop), στην καρδιά της πόλης. Όμως, τα πρώτα μαγαζιά, τα ιστορικά, και τα περισσότερα, εκείνα που δημιούργησαν τη σχέση με την Αφροαμερικάνικη Κοινότητα, ήταν είτε μέσα είτε δίπλα στο γκέττο.

Φωτογραφία του Τζέημς Καράλη από τη Σελμα

Κι όχι μόνο στο Σικάγο. Οι μεγάλοι, διάσημοι σύνδεσμοι των Ελλήνων μεταναστών με την Αφροαμερικάνικη κοινότητα, όπως ο Τζόννυ Οτις, ο Έρμες Παν, οι Αδελφοί Κοντού, o Τζέημς Καράλης, είναι μεγαλωμένοι στο γκέττο, έχουν την ταυτότητα του μη-Λευκού. Σημάδι του βάθους της σχέσης, που απεικονίζεται απόλυτα στην απόφαση του Τζώννυ Οτις να δηλώνει Μαύρος (black by persuasion). Από την άλλη, τα ονόματα των απλών ανθρώπων, των Ελλήνων μεταναστών που έκρυψαν, φιλοξένησαν, κάλυψαν τους Αφροαμερικάνους εκείνες της μέρες της Οργής, δε θα τα μάθουμε ποτέ. Ίσως γι’ αυτό, όμως, και παραμένει τιμητικό εκείνο το ‘Ένας Έλληνας’ της έκθεσης των Αρχών της Πόλεως του Σικάγου. 

Το πιστοποιητικό θανάτου του Γιουτζίν Γουίλλιαμς λέει ότι ετάφη στο νεκροταφείο Λίνκολν στις 5 Αυγούστου 1919, εννιά μέρες μετά τη δολοφονία του και δύο μέρες μετά το τέλος των ταραχών. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα