Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ο νέος νόμος για τις “δημόσιες συναθροίσεις”: ένα γράμμα από μακριά

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση έχουν οχυρωθεί σε διαμετρικά αντίθετες θέσεις σε σχέση με το νομοσχέδιο για τις “δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις”. Η μεν πρώτη παρουσιάζει το νομοσχέδιο ως “νοικοκύρεμα” και αναγκαίο εκσυγχρονισμό. Η δεύτερη το αντιμετωπίζει ως αποφασιστικό βήμα στη γενίκευση του αυταρχισμού και της αστυνομικής καταστολής. Η κυβέρνηση επικαλείται την (επιτακτική κιόλας) ανάγκη στάθμισης της συνταγματικής ελευθερίας της συνάθροισης με τις άλλες συνταγματικές ελευθερίες των λοιπών πολιτών και η αντιπολίτευση διαβλέπει στις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου την πρόθεση να πληγεί η ελευθερία της συνάθροισης και να ποινικοποιηθεί η συλλογική διαμαρτυρία.

Τι μπορεί να προκύψει από αυτή τη διάταξη μάχης; Η κυβέρνηση ξεκινά με ευνοϊκότερους όρους, αφού το έδαφος έχει προετοιμαστεί στον δημόσιο λόγο υπέρ της θέσης του περιορισμού της ελευθερίας, ιδίως στο ασφυκτικά πολυάσχολο τοπίο του κέντρου της Αθήνας. Εξίσου, η μετέωρη ύπαρξη των χουντικών διαταγμάτων και των άλλων διατάξεων που ακολουθούν το γνωστό μεταπολιτευτικό μοτίβο των νομοθετικών μπαλωμάτων, αποτελεί μια θεσμική εκκρεμότητα που υπογραμμίζει την ανάγκη ενός νέου νόμου.

Συνοπτικά, το νομοσχέδιο συστηματοποιεί (κατά την κυβέρνηση – κατά την αντιπολίτευση, επαναλαμβάνει) την υποχρέωση γνωστοποίησης στην αρμόδια αστυνομική αρχή της πρόθεσης διοργάνωσης υπαίθριας δημόσιας συνάθροισης, τον ρόλο του οργανωτή της συνάθροισης, στον οποίο ανατίθεται και το νομικό βάρος της ομαλής διεξαγωγής της, με την επιφύλαξη ποινικών κυρώσεων και αστικής ευθύνης. Στην αστυνομία ανατίθεται η ευθύνη να εκτιμήσει τη σοβαρότητα του κινδύνου διάπραξης “σοβαρών” εγκλημάτων ή διατάραξης της κοινωνικο-οικονομικής ζωής και αναλόγως να επιβάλει περιορισμούς στη διεξαγωγή ή να απαγορεύσει τη συνάθροιση. Σε κάθε περίπτωση, η αστυνομία είναι παρούσα και μπορεί να διαλύσει τη συνάθροιση, αν οι όροι διεξαγωγής της δεν υπάρχουν ή δεν έχουν τηρηθεί, ή αν η συνάθροιση μετατρέπεται από ειρηνική σε βίαιη.

Με τα παραπάνω, νομίζω πως το πρόβλημα του νομοσχεδίου έχει να κάνει ακριβώς με την ενθρόνιση της αστυνομίας στο ρόλο του σχεδόν απόλυτου ρυθμιστή της άσκησης της συλλογικής διαμαρτυρίας. Ο ρυθμιστικός ρόλος της αστυνομίας υπάρχει βέβαια και αλλού (οι επιμέρους ρυθμίσεις του νομοσχεδίου τυπικά δεν διαφέρουν πολύ από τα όσα ισχύουν σε άλλες “αναπτυγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες” της δυτικής Ευρώπης). Οι ουσιαστικές διαφορές όμως προκύπτουν από τη “μεγαλύτερη εικόνα”.

Η Βρετανία, όπου ισχύουν παρόμοιες με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, είναι ένα πρόσφορο παράδειγμα για το πώς, πέρα από το άνυδρο τοπίο του γράμματος του νόμου, οι ελευθερίες (πρέπει να) λειτουργούν στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας, (Όταν ήμουν πρωτοετής στη Νομική Σχολή της Αθήνας, ο καθηγητής μου συνήθιζε να λέει, όχι άδικα, πως “στο συνταγματικό δίκαιο ό,τι είναι αγγλικό είναι καλό”).

Στο νησί αυτό, οι συλλογικές ελευθερίες, που θεωρούνται εν πολλοίς δεδομένες σήμερα, κατακτήθηκαν μέσα από τους αγώνες διαφόρων ομάδων, από το γυναικείο και το αντιπολεμικό κίνημα ως το δυνάμωμα των συνδικάτων και τις πορείες της πείνας, ακόμη και τον ιρλανδικό απελευθερωτικό αγώνα στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Αυτά συνέβησαν ακόμη και ενάντια στην εχθρική στάση και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας.

Η εδραίωση της συνείδησης πως η στάθμιση των ελευθεριών αποτελεί μια θεσμική τέχνη, στην άσκηση της οποίας η αστυνομία θα πρέπει να έχει αυστηρά οριοθετημένο ρόλο επέτρεπε στο Λόρδο Scarman να γράψει το 1975 πως “οι βίαιοι διαδηλωτές, προκαλώντας διατάραξη της τάξης, παραβιάζουν ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που ανήκει σε όλους εμάς τους υπόλοιπους: η βίαιη αντίδραση της αστυνομίας παραβιάζει τα δικαιώματα των διαδηλωτών. Και το ένα και το άλλο είναι προσβολή στον πολιτισμένο βίο”.

Η αγγλική αστυνομία ασφαλώς έχει να επιδείξει επιχειρησιακά τερατουργήματα (ιδίως επί κυβερνήσεων των Συντηρητικών), τα τελευταία όμως αντιμετωπίζονται ως σκάνδαλο και συνεπάγονται υπολογίσιμο κόστος στις σχέσεις πολιτών και αστυνομικών αρχών. Και ναι, οι παρεκκλίσεις από το αγγλικό ιδεολόγημα (ή το σύνθημα) της “αστυνόμευσης δια της συναίνεσης” προκαλεί θεσμικά γεγονότα καθοριστικής σημασίας για την διαμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας της αστυνομίας. Για παράδειγμα, η κωδικοποίηση των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας και του τρόπου άσκησής τους το 1984 υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα μια άλλης έκθεσης εξεταστικής επιτροπής υπό τον Λόρδο Scarman.

Η κρίσιμη παράμετρος είναι η ύπαρξη ή όχι μιας νοοτροπίας στη βάση της οποίας ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος δικαίου οφείλει να προσεγγίζει θεωρητικά το ζήτημα της ρύθμισης (και της στάθμισης) των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών. Θεσμικό κλίμα και οριοθετήσεις, όπως οι παραπάνω, με βάση τα οποία η αστυνομία μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο του ρυθμιστή υπάρχουν σε άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης, αλλά πολύ λιγότερο στην Ελλάδα

Ως προς τα ζητήματα των περιορισμών ή της απαγόρευσης μιας συνάθροισης, το ερώτημα είναι εάν η θεσμική συγκρότηση και η κουλτούρα της Ελληνικής Αστυνομίας της επιτρέπουν να ασκήσει ένα τέτοιο ρυθμιστικό ρόλο. Ενδεχομένως να προκύψουν δύο αντίθετες και εξίσου άτοπες καταστάσεις: είτε, στις πιο σημαντικές περιπτώσεις, οι αποφάσεις αυτές να υπαγορεύονται από την πολιτική ηγεσία της αστυνομίας και απλώς να εκφέρονται από τη “φυσική ηγεσία” της. Είτε μπορεί ο νόμος να καταστεί κενό γράμμα, εάν τα στελέχη της αστυνομίας αρνηθούν να επωμιστούν την πολιτική, τελικά, ευθύνη που τους ανατίθεται.

Οξύτερο είναι το πρόβλημα της διαχείρισης της δυναμικής κατάστασης μιας συνάθροισης και της διάλυσής της, εφόσον χρειάζεται. Σε κάθε περίπτωση, συνθήκες δημοσιότητας και θεσμικής διαφάνειας, οι οποίες θα διασφαλίζουν ότι οι πολίτες καταλαβαίνουν τι προσπαθεί να κάνει η αστυνομία και πώς απουσιάζουν παντελώς από την Ελλάδα. Αλλά και σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες επιχειρησιακές αποφάσεις, υπάρχει έλλειμμα λογοδοσίας. Συμπεριφορές, αλλά και η εν γένει τακτική των μονάδων της αστυνομίας (αρκούν εδώ τα πρόσφατα παραδείγματα στα νησιά και στο Βόλο) θα έπρεπε να είχαν γίνει αφορμή για να κινηθούν διαδικασίες τόσο εσωτερικού όσο και εξωτερικού ελέγχου.

Εξίσου, η κατάστρωση στο νομοσχέδιο της δικαστικής προστασίας έναντι των αστυνομικών περιορισμών ή της διάλυσης μια συνάθροισης επικυρώνει την προνομιακή θέση που ανατίθεται στην αστυνομία και συνεπώς τη διαιώνιση των παραπάνω προβλημάτων. Σε μια χώρα που για κάποιο περίεργο λόγο όλοι αρκούνται στη μνεία των “μπαχαλάκηδων” και των “γνωστών αγνώστων”, σε πείσμα όχι μόνο κάθε έννοιας δημόσιας λογοδοσίας αλλά και στοιχειώδους δημοσιογραφικής περιέργειας, η καχυποψία, ακόμη και η εχθρότητα όλων εναντίον όλων είναι απολύτως κατανοητή στάση.

Τα τελευταία δέκα χρόνια αποτελείωσαν και τα τελευταία ψήγματα αθωότητας της μεταπολίτευσης. Δεν υπάρχει λόγος να προσποιούμαστε ότι και οι ιερές αγελάδες της περιόδου αυτής θα μείνουν ανέγγιχτες, ούτε για τη μία ούτε για την άλλη πλευρά. Χρειαζόμαστε μια νέα κουλτούρα πολιτικής κινητοποίησης και συμμετοχής – και η διαμόρφωση καθαρών κανόνων του παιχνιδιού με πνεύμα θεσμικής ειλικρίνειας, διαφάνειας και δημόσιας λογοδοσίας θα ήταν μια εξαίρετη νέα αρχή για όλους μας. Το νομοσχέδιο όχι μόνο δεν συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά η ενθρόνιση της αστυνομίας στο ρόλο του απόλυτου ρυθμιστή της δημόσιας διαμαρτυρίας υπονομεύει κιόλας αυτή την προοπτική. Τις προσεχείς ημέρες θα μετρήσουμε άλλη μια χαμένη ευκαιρία για ουσιαστική μεταρρύθμιση των όρων του δημόσιου βίου στη χώρα μας.