H πόλη των Αγγέλων βρίσκεται σε αναταραχή, και η αιτία για ακόμη μια φορά έχει να κάνει με τις μεθοδεύσεις των δυνάμεων του «νόμου και της τάξης»: όπως μας πληροφορεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της πολιτείας της Καλιφόρνιας κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης Τραμπ, οι διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής είχαν αφορμή τις ενέργειες της μεταναστευτικής αστυνομίας (Immigration and Customs Enforcement-ICE) από την 6η Ιουνίου και μετά. Ξεκίνησε εκείνη τη μέρα μια αστυνομική επιχείρηση, μεγάλης κλίμακας όπως φαίνεται, η οποία είχε στόχο διάφορες τοποθεσίες, μεγαλύτερες επιχειρήσεις ή και μικρά καταστήματα ακόμη, στις οποίες εργάζονται μετανάστες. Η έκταση των συλλήψεων και κρατήσεων, γύρω στις 100, αλλά και το στρατιωτικό στιλ των αστυνομικών ενεργειών οδήγησαν στην άμεση αντίδραση συγγενών και φίλων, ακτιβιστών και άλλων πολιτών με διαδηλώσεις στις σχετικές τοποθεσίες, μπροστά σε κτήρια στα οποία κρατούνταν οι συλληφθέντες, αλλά και κεντρικότερα σημεία της περιοχής.
Αυτές οι εν πολλοίς ειρηνικές, αλλά μαζικές αντιδράσεις συνεχίστηκαν έως τις 8 Ιουνίου, δίνοντας πάτημα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση Τραμπ να κινητοποιήσει μέρος της εθνοφρουράς της Καλιφόρνια, εντάσσοντάς το ταυτόχρονα σε ομοσπονδιακό έλεγχο. Στη συνέχεια, μπροστά και στις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, η κυβέρνηση Τραμπ κινητοποίησε κι άλλους 2.000 εθνοφρουρούς περίπου, πάλι υπό ομοσπονδιακό έλεγχο, ενώ ταυτόχρονα στην περιοχή αναπτύχθηκαν και δυνάμεις των πεζοναυτών. Οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται, παρά το γεγονός πως πλέον και οι τοπικές αρχές έχουν επιβάλλει απαγορεύσεις κυκλοφορίες, και έχουν κινητοποιήσει βεβαίως και τις δικές τους αστυνομικές δυνάμεις.

Ας το πούμε απλά: παρακολουθούμε αυτές τις μέρες στην Καλιφόρνια ένα κρεσέντο κρατικής καταστολής σε βάρος μεταναστευτικών ομάδων, στο οποίο πλέον συμμετέχει μια ποικιλία αστυνομικών και στρατιωτικών, ομοσπονδιακών και τοπικών, δυνάμεων. Η δικαστική διαμάχη των αρχών της Καλιφόρνιας με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση Τραμπ δεν θα πρέπει να αποσπά την προσοχή από αυτό το τελικό αποτέλεσμα. Το αντικείμενο της νομικής διαμάχης αφορά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ της πολιτειακής αρχής και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης Τραμπ, επειδή η τελευταία κινητοποίησε την εθνοφρουρά υπό ομοσπονδιακό έλεγχο επικαλούμενη μια εξαιρετική νομοθετική διάταξη του 1903 (10 USC 12406) -παρακάμπτοντας το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε περίπτωση εσωτερικής αναταραχής, στάσης κλπ (10 USC 251-255).
Η επικληθείσα διάταξη επιτρέπει στον πρόεδρο των ΗΠΑ να κινητοποιεί την εθνοφρουρά θέτοντάς τη υπό ομοσπονδιακό (δηλαδή δικό του)έλεγχο, όταν οι ΗΠΑ υφίστανται εισβολή ή διατρέχου κίνδυνο εισβολής από ξένη δύναμη, ή εάν εκδηλώνεται εξέγερση ή υπάρχει τέτοιος κίνδυνος που απειλεί την εξουσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ο Πρόεδρος αδυνατεί να επιβάλλει τη νομιμότητα με τις τακτικές δυνάμεις που διαθέτει. Η διαταγή για την ενέργεια αυτή πρέπει, σύμφωνα με αυτό το νόμο, να εκδίδεται δια των αρχών των Πολιτειών, κάτι που δεν συνέβη στην περίπτωση αυτή, και αυτός είναι και ο λόγος που η πολιτειακή προσφυγή επικαλείται υπέρβαση εξουσίας. Στο δικόγραφο η πολιτειακή αρχή της Καλιφόρνιας ισχυρίζεται ότι σε καμία στιγμή τα γεγονότα δεν αποτέλεσαν στάση ή εξέγερση και πως οι τοπικές (πολιτειακές και δημοτικές) αστυνομικές δυνάμεις ήταν σε θέση να ελέγξουν την κατάσταση χωρίς στρατιωτική ή άλλη ομοσπονδιακή συνδρομή. Αντίθετα, προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι η παρέμβαση Τραμπ δυσχέρανε το έργο των αρχών αυτών (οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες, εάν ειδοποιούνταν, θα συνέδραμαν την μεταναστευτική αστυνομία στο έργο της).
Αυτό ακριβώς είναι και το ενδιαφέρον σημείο για όλους εμάς τους υπόλοιπους εξωτερικούς παρατηρητές: η νομική-συνταγματική διαμάχη που έχει ανοίξει αφορά ένα ζήτημα εσωτερικής τάξης στις ΗΠΑ, το οποίο, έστω και εάν η μεθόδευση του Τραμπ ήδη βάλλεται ως πραξικοπηματική, δεν παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον, πέρα βέβαια από την αποκάλυψη της έκτασης της κρατικής ευχέρειας να κινητοποιήσει διάφορες κατασταλτικές δυνάμεις με βάση περισσότερο ή λιγότερο προφανείς δυνατότητες που προσφέρει το δεδομένο «θεσμικό πλαίσιο».

Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Τραμπ, σύμφωνα με τις διακηρυγμένες πολιτικές θέσεις και προθέσεις του τελευταίου, έσπευσε να παρουσιάσει την κατάσταση ως μια ανεξέλεγκτη σειρά βανδαλισμών και βιαιοπραγιών από τα «ζώα»-«εξωτερικό εχθρό», και βέβαια τον ίδιο τον Τραμπ ως «απελευθερωτή». Η Καλιφόρνια δεν είναι βέβαια η μόνη πολιτεία των ΗΠΑ που εξαρτάται ζωτικά από την προσφορά του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού. Μπορούμε όμως να αντιληφθούμε πως αποτελεί προνομιακό στόχο του Τραμπισμού, αφού πολιτικά ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς. Κι όμως, αυτή την ατζέντα δεν την αμφισβητεί ουσιαστικά η πολιτειακή προσφυγή. Κατά τούτο, το όλο περιστατικό μπορεί να γίνει αντιληπτό ως μία ακόμη νίκη του Τραμπισμού, ο οποίος έτσι φέρνει στο επίκεντρο της προσοχής την αντιμεταναστευτική ρητορεία και το μισανθρωπισμό του, κατά τα γνωστά τροπάρια της σύγχρονης νέας δεξιάς. Απέναντι σε αυτό, τα διάφορα κέντρα εξουσίας απλώς διεκδικούν το μερίδιο που τους αναλογεί στο αντιμεταναστευτικό πογκρόμ που εξαπέλυσε ο Τραμπ.
Θα ήταν βέβαια αστείο αν οι τοπικές αρχές της Καλιφόρνιας περιέβαλαν το διάβημά τους με τη λογική μιας φιλελεύθερης, ανθρωπινότερης πολιτικής για τους μετανάστες της διπλανής πόρτας. Η αστυνομία του Λος Άντζελες, για παράδειγμα, αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα αδιόρθωτου κατασταλτισμού, διαφθοράς και μεροληψίας σε βάρος των διάφορων ασθενέστερων και μειονοτικών ομάδων -συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των τέτοιων ομάδων που αποτελούνται από «κανονικούς», κατά τα λοιπά, αμερικανούς πολίτες. Η πρόχειρη αναφορά είναι βέβαια ο ομαδικός ξυλοδαρμός του Ρόντνεϊ Κινγκ από ένα μπουλούκι αστυνομικών στο τέλος μιας εποχούμενης καταδίωξης (σας θυμίζει κάτι;) το 1993. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή: το σκάνδαλο Ράμπαρτ αφορούσε μια σειρά περιπτώσεων διαφθοράς και εκτεταμένης καταχρηστικής άσκησης εξουσίας σε μια περιοχή του Λος Άντζελες από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα. Παρά τις συστάσεις της Ανεξάρτητης Εξεταστικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε στην πορεία και εξέδωσε ένα διεξοδικό πόρισμα το 2000, οι αιτιάσεις κατά της κρατούσας λογικής και των πρακτικών της Αστυνομίας του Λος Άντζελες έχουν συνεχίσει να είναι συχνές και οξύτατες. Πρόκειται βέβαια για την ίδια αστυνομία που ήδη από το 1967 είχε προχωρήσει στη σύσταση ειδικών δυνάμεων (SWAT) για την καταστολή διαδηλώσεων, τρομοκρατικών ενεργειών κλπ (όλα μαζί), πρωτοπορώντας διεθνώς.
Δεν υπάρχει συνεπώς μια ατζέντα εναλλακτικής, «ηπιότερης», «φιλικότερης προς την κοινότητα» αστυνομίας στην όλη επίσημη διαμάχη. Αντίθετα αυτό που βλέπουμε είναι ότι μια ολόκληρη πορεία στρατιωτικοποίησης της αστυνομίας, που ξεκίνησε με περιβόητο πρόγραμμα 1033, το οποίο αφορούσε την παραχώρηση πλεονάζοντος στρατιωτικού υλικού στις αστυνομίες των ΗΠΑ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, βρίσκει πια την ολοκλήρωσή της με την ανάπτυξη του ίδιου του στρατού στους δρόμους των αμερικάνικων πόλεων. Η κατασταλτική συνεπώς ισχύς του κράτους είναι ενιαία και αδιαίρετη, έστω και εάν σε περιόδους σχετικής ηρεμίας καλούμαστε να τοποθετηθούμε έναντι διλλημάτων και (ψευδο)επιλογών για τον χαρακτήρα της αστυνομίας και τις προοπτικές για σχετική «μεταρρύθμιση». Η ανατροπή του εγγενούς μιλιταρισμού και γραφειοκρατισμού της υπαρκτής αστυνομίας (και της ελληνικής) θα εξαρτιόταν από τη διάχυση μιας συνολικότερης κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής και στο εσωτερικό του αστυνομικού μηχανισμού, η οποία αυτή τη στιγμή φαντάζει σχεδόν αδύνατη.
Ποια συνεπώς πρέπει να είναι η αντίδρασή και στάση μας μπροστά σε αυτά τα γεγονότα; Δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενίσχυση των πρακτικών ανυπακοής και αντίστασης στην ενιαία κρατική κατασταλτική βούληση, η οποία στις μέρες μας γιγαντώνεται τόσο, ώστε πλέον στις ακαδημαϊκές συζητήσεις η τρέχουσα φάση του συστήματος χαρακτηρίζεται ως «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός».

Η άνοδος της νέας δεξιάς πορεύεται χέρι-χέρι με τη γενικότερη αυτή εξέλιξη, και έτσι ξεπερνιέται και πολιτικά, μέσω της κάλπης, το αδίστακτο φλερτ των «μετριοπαθών» «κεντρώων» πολιτικών με τον άγριο κατασταλτισμό. Η διέξοδος δεν μπορεί να προέλθει από το εσωτερικό του υπάρχοντος πολιτικού κατεστημένου, το οποίο μεσολαβεί στην εξυπηρέτηση των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και του υπαρκτού συστήματος εξουσίας -η ουσία της νέας δεξιάς είναι ότι η ολιγαρχία του πλούτου και της κοινωνικής εξουσίας επιδιώκει τώρα να εμφανιστεί και ως επίσημη πολιτική εξουσία. Πρέπει, αντίθετα, εμείς οι υπόλοιποι και να αφυπνιστούμε και να αφυπνίσουμε και άλλους πολιτικά, και όχι απλά να βοηθήσουμε στη διάδοση των ιδεών της αποχρηματοδότησης και κατάργησης της αστυνομίας, αλλά να πειραματιστούμε με πρακτικές αλληλεγγύης και κοινωνικής απελευθέρωσης και οργάνωσης που ξεφεύγουν από και αμφισβητούν ευθέως τη λογική του συστήματος και των οργανωτικών παραφυάδων του, όπως είναι ο στρατός, η αστυνομία, οι συνοριοφυλακές κοκ. Η εικόνα του μέλλοντος σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο υποκόπανος ενός δεκανέα -δεν πρέπει να περιλαμβάνει όμως ούτε και το ραβδί ενός αστυνομικού.
