Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Το New Deal των μέσων ενημέρωσης

Ήταν μια στιγμή που καταμεσής των μαχών του μνημονίου μάλλον πέρασε απαρατήρητη για τους περισσότερους θεατές. Σε ένα πάνελ του “Ενικού” με τον Νίκο Χατζηνικολάου, ο τότε πρόεδρος του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετέπειτα μέλος του ΕΣΡ, Γιώργος Πλειός, διαφοροποιήθηκε για λίγο από τη συνήθη εξέταση της ευθύνης των μέσων στην παραγωγή συναίνεσης για τις πολιτικές που παρήγαγαν και αναπαρήγαγαν τη χρεοκοπία, προκειμένου να συγκεντρωθεί σε κάτι που σπάνια συζητούσε κανείς: την οργανική, οικονομική συμμετοχή τους στην έλευση της κρίσης.

Ο Γιώργος Πλειός αναφέρθηκε σε στοιχεία που μέχρι σήμερα, έξι πυκνά χρόνια αργότερα, μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν. Όπως ότι από το 2010 ως το 2011, καταμεσής ενός στραγγαλισμένου για τους πολλούς τραπεζικού δανεισμού, οι οφειλές των μέσων ενημέρωσης σε τραπεζικά δάνεια σχεδόν διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 3,2 δισ. ευρώ. Ή ότι τα ίδια κεφάλαια τριών τουλάχιστον μιντιακών κολοσσών θα τους ανάγκαζαν κανονικά να έχουν κλείσει βάσει των κριτηρίων που έθετε ο νόμος. Ή ότι τα μέσα είχαν την πολυτέλεια να μην ασχοληθούν καν με την αποπληρωμή των 40 εκατ. ευρώ στα οποία ανέρχονταν αθροιστικά τα χρέη τους προς το Δημόσιο σε ασφαλιστικές εισφορές.

Ήταν απλά μια αποστροφή. Τόσο ο ίδιος ο ομιλητής όσο και το υπόλοιπο πάνελ μετακινήθηκαν στην ευθύνη των μέσων ενημέρωσης στην πλαισίωση (διαστρέβλωση) της πραγματικότητας της κρίσης, τις αντιδεοντολογικές τους πρακτικές, τις εξαρτήσεις, τις εργασιακές τους σχέσεις και τον ανύπαρκτο πλουραλισμό τους, φαινόμενα που έκτοτε συνέχισαν να βαθαίνουν μέχρι να φτάσουν στην οικτρή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα.

Ανακάλεσα τελείως αβίαστα αυτήν την τηλεοπτική συζήτηση του 2014, σχεδόν αυτόματα, όταν ο συνάδελφος Damian Mac Con Uladh έκανε την εξής οξυδερκή παρατήρηση επί τη δημοσιεύσει της λίστας Πέτσα με τα χρηματικά ποσά για τη διαφημιστική καμπάνια “Μένουμε Σπίτι”: ότι το πρώτο και ίσως μείζον πρόβλημα του ελληνικού μιντιακού τοπίου αναδεικνύεται κατευθείαν από τον ίδιο τον αριθμό των μέσων ενημέρωσης που υπάρχουν στη λίστα: 272 εφημερίδες, 627 ειδησεογραφικοί ιστότοποι, 245 ραδιοφωνικοί και 88 τηλεοπτικοί σταθμοί – και αυτοί οι αριθμοί δεν χαρτογραφούν καν ολόκληρο το τοπίο.

Τα νούμερα, αναντίστοιχα μεγάλα για τον πληθυσμό και την έκταση της χώρας, αποκαλύπτουν κάτι σημαντικό για τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το οποίο προηγείται του χαμηλού επιπέδου τους. Οι έριδες που προκαλούν οι εικόνες, τα κείμενα και οι ήχοι που περνούν από τα μέσα οδηγούν σε ένα παράδοξο φαινόμενο. Θεατές και αναγνώστες ξεχνούν συχνά ότι την ύλη που έχουν μπροστά τους την παράγουν επιχειρήσεις και ότι οι διαχρονικές εξελίξεις σε αυτές αποτελούν το καλύτερο αφετηριακό σημείο για να κατανοήσει κανείς τους εκάστοτε κοινωνικο-πολιτικούς μεταμορφισμούς.

Η ιδιαιτερότητά των μέσων ενημέρωσης ως επιχειρήσεων είναι απλή, πλην όμως διττή. Από τη μία, είναι οι μόνες μη-κρατικές επιχειρήσεις που όταν παράγουν ελλείμματα, μπορεί να συνεχίσουν να υποστηρίζονται από τους ιδιοκτήτες τους για δεκαετίες. Από την άλλη, είναι οι μόνες επιχειρήσεις που ο κύκλος των εργασιών τους δεν είναι ετήσιος, αλλά πολιτικός.

Η δεύτερη αυτή ιδιότητα έχει βαθιές ρίζες. Μπορεί να φτάνουν μέχρι την αντι-καποδιστριακή εφημερίδα “Απόλλων” που εξέφραζε τους κοτζαμπάσηδες της Ύδρας και που ανέστειλε την κυκλοφορία της την επομένη της δολοφονίας του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας καθώς, όπως έγραψε στο τελευταίο πρωτοσέλιδο, “ο σκοπός επληρώθη”. Σίγουρα, όμως, εκτείνονται μέχρι την πρώτη μεταπολεμική έκρηξη του Τύπου την δεκαετία του ‘60, όταν οι ιδιοκτήτες περιφερειακών εφημερίδων συνειδητοποίησαν ότι η εγγύτητα με το αναγνωστικό τους κοινό και οι στενοί δεσμοί των κοινωνιών τους, τους επέτρεπαν να κάνουν ένα diversification, εντάσσοντας στη ροή των εσόδων τους και τους συστηματικούς εκβιασμούς των τοπικών παραγόντων.

Αργότερα, κάποιοι εκ των πρωτοπόρων θα επέκτειναν οργανωμένα αυτή την επιχειρηματική ιδέα στην Αθήνα, που μόνο σπασμωδικά την είχαν πιάσει επιμέρους δημοσιογράφοι. Σε μια διογκωμένη δημόσια σφαίρα που τη δεκαετία του ‘80 χρωματιζόταν από το πολυσέλιδο ταμπλόιντ και το ιλουστρασιόν περιοδικό, περιμένοντας την έκρηξη της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, μια κατηγορία που εξαπολύεται στη δημόσια σφαίρα μπορούσε να φτάσει παντού. Ως τέτοια, είχε πλέον υψηλή χρηματική αξία, άλλοτε ως αυτόνομο ποσό και άλλοτε ως μοχλός ανταλλαγής με κάποιο δημόσιο έργο. Αυτό το συμβόλαιο κράτησε περίπου τριάντα χρόνια, από τις αρχές του ‘80 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000.

Και μετά ήρθε η κρίση. Ο Τύπος είχε ήδη αρχίσει να ακολουθεί τη διεθνή καθοδική τάση λόγω της έλευσης του διαδικτύου, η οποία εδώ οδηγούσε στα τάρταρα τις επιχειρήσεις των οποίων η οικονομική ευρωστία δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη βασική τους παραγωγική δραστηριότητα, την οποία θα επιχειρούσαν οι ιδιοκτήτες να εκσυγχρονίσουν. Λίγο μετά το Καστελόριζο, τα μέσα ενημέρωσης είχαν πλέον γίνει ο πιο αναιμικός και προβληματικός παραγωγικός τομέας της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στα βάθη της μνημονιακής περιόδου, τα μέσα ενημέρωσης συνέχισαν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια.

Δεν ήταν ένδειξη πλουραλισμού και αυτό αποδείχθηκε στην πράξη. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους μοιράζεται όχι απλά την ίδια οπτική, ούτε καν την ίδια ατζέντα, αλλά και το ίδιο περιεχόμενο με ελαφρώς παραλλαγμένο copy-paste. Η ποσότητα σήμαινε τον κατακερματισμό. Τα υπάρχοντα μέσα δεν εκπροσώπουν πλέον σχεδόν τίποτα άλλο, πέρα από μια αφηρημένη καθεστωτική οπτική και τις στενές ιδιοτέλειες του εκάστοτε εκδότη. Έχοντας αντιστρέψει πλήρως και οριστικά τη σχέση δημοσιογραφίας και πολιτικής, ώστε η δημοσιογραφία αντί να δημιουργεί δικά της θέματα και να τα επιβάλλει στην ατζέντα, απλώς υποδέχεται τα θέματα που η πολιτική επιθυμεί να αναδείξει, τα μέσα ενημέρωσης δεν ενδιαφέρονται πια να συσσωματωθούν σε μεγαλύτερους οργανισμούς, εκπροσωπώντας ιδεολογίες, κουλτούρες, κοινωνικές ομάδες ή ρεύματα σκέψης, ενώ δεν επιχειρούν καν πια να καινοτομήσουν στη μορφή που θα έχει η διαχείριση της ενημέρωσης.

Όπως αυτό το κατακερματισμένο τοπίο αποτελείται από ελλειμματικές, συρρικνωμένες και ειδικής αποστολής επιχειρήσεις, έτσι πρέπει να δούμε και τη “λίστα Πέτσα” ως αυτό που πραγματικά είναι: κρατικές επιδοτήσεις που σκοπό έχουν να παγιώσουν αυτή την κατάσταση, να δώσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην αρένα της αγοράς έναντι του αντιπολιτευόμενου Τύπου, να προστατεύσουν τις ασήμαντες επιχειρήσεις από την απόρριψη κοινού και διαφημιστών, να υπερβούν τα στοιχειώδη κριτήρια διαφάνειας του μητρώου διαδικτυακών μέσων και εν τέλει, αντί μιας ενίσχυσης του Τύπου που θα δράττονταν της ευκαιρίας να θεσπίσει αυστηρά δεοντολογικά και επιχειρηματικά κριτήρια, να δοθούν με μία ανταποδοτική χειρονομία στους πρόθυμους συμμάχους της κυβερνώσας παράταξης, παγιώνοντας την κυριαρχία της στην ενημέρωση.

Άλλωστε, η επιβίωση της πολιτικής ατζέντας της κυβέρνησης Μητσοτάκη εξαρτάται καθοριστικά από μια τέτοια μιντιακή σφαίρα. Ο πολιτικός κύκλος εργασιών των μέσων ενημέρωσης που ξεκίνησε με την αναδίπλωση Τσίπρα και το τέλος του “αντιμνημονίου”, έκλεισε με την άνοδο του νεοφιλελεύθερου ρεβανσισμού στην εξουσία. Ήταν η ώρα να κάνουν οι εκδότες ταμείο και κατά το ρητό, οι καλοί λογαριασμοί είναι που κάνουν τους καλούς φίλους.