Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις κατασκοπείας των Μάξγουελ

της Whitney Webb

Πολλοί ξαφνιάστηκαν όταν έμαθαν, νωρίτερα αυτό τον μήνα, ότι η Γκισλέιν Μάξγουελ, βασική συνεργός στις πράξεις σεξουαλικού εκβιασμού του Τζέφρι Επστάιν, κρυβόταν στη Νέα Αγγλία μετά τη σύλληψη και την επακόλουθη “αυτοκτονία” του Επστάιν το περασμένο καλοκαίρι. Η πρόσφατη σύλληψή της, φυσικά, έστρεψε εκ νέου την προσοχή στο σκάνδαλο Επστάιν και στη σύνδεση της Γκισλέιν με το σύνολο των εγκληματικών του δραστηριοτήτων, στις οποίες είχε κεντρικό και κρίσιμο ρόλο, αναμφισβήτητα σημαντικότερο από τον ίδιο τον Επστάιν.

Δημοσιεύματα ανέφεραν για πρώτη φορά ότι η Γκισλέιν ζούσε στη Νέα Αγγλία, στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, στην έπαυλη του φερόμενου ως συντρόφου της Σκοτ Μπόργκερσον στις 14 Αυγούστου του περασμένου έτους. Μια μέρα αργότερα, στις 15 Αυγούστου, η New York Postδημοσίευσε φωτογραφία η οποία φέρεται να απεικονίζει τη Μάξγουελ να διαβάζει ένα βιβλίο για τους “πράκτορες της CIA” σε ένα In-N-Out Burger στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια. Η φωτογραφία αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν προϊόν ψηφιακής επεξεργασίας, αλλά τελικά εξυπηρετούσε τον σκοπό της, που ήταν να στρέψει την προσοχή προς τη Δυτική Ακτή, μακριά από τον πραγματικό τόπο προσωρινής διαμονής της στη Ανατολική Ακτή.

Ενώ τα μέσα ενημέρωσης κάλυπταν εκτενώς την πλαστή φωτογραφία του In-N-Out Burger, η εμφάνιση ενός απροσδόκητου επισκέπτη κοντά στην έπαυλη του Μπόργκερσον κατάφερε να διαφύγει της προσοχής. Στις 18 Αυγούστου, η αδερφή της Γκισλέιν, Κριστίν, εντοπίστηκε “να φορτώνει μια σειρά αποσκευών” σε ένα SUV μόλις λίγα μίλια μακριά από την “απομονωμένη παραθαλάσσια” κατοικία του Μπόργκερσον. Η Κριστίν, η οποία ζει και εργάζεται στο Ντάλας του Τέξας, αρνήθηκε να σχολιάσει γιατί επισκέφθηκε την περιοχή όπου η Γκισλέιν φέρεται να κρυβόταν εκείνη την εποχή.

Από τα επτά αδέλφια Μάξγουελ, η Γκισλέιν τράβηξε, αναμφίβολα, το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής των μέσων ενημέρωσης, τόσο τα τελευταία χρόνια όσο και, χωρίς αμφιβολία, μετά την εικαζόμενη ανθρωποκτονία του πατριάρχη της οικογένειας, Ρόμπερτ Μάξγουελ, το 1991. Στα χρόνια μετά το θάνατό του, οι στενοί δεσμοί του Ρόμπερτ Μάξγουελ με τις ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών και η σχέση του με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων χωρών έχουν τεκμηριωθεί από έγκυρους δημοσιογράφους και αναλυτές, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των Σίμουρ Χέρς και Γκόρντον Τόμας .

Οι διασυνδέσεις της Γκισλέιν με υπηρεσίες πληροφοριών έρχονται τώρα στη δημοσιότητα. Η μακρόχρονη δράση αυτών των επιχειρήσεων κατασκοπείας υψηλής τεχνολογίας και η συσχέτισή τους με τις αδερφές Μάξγουελ αξίζει προσοχής, καθώς η ανάγκη να αποκαλυφθεί η πραγματική οικογενειακή επιχείρηση Μάξγουελ – η κατασκοπεία – είναι τώρα μεγαλύτερη από ποτέ.


Ψηφιακές πίσω πόρτες και προδοσία

Μία από τις πιο επιτυχημένες και θρασείς επιχειρήσεις που διεξήγαγαν ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών σε παγκόσμια κλίμακα είναι, αναμφισβήτητα, η πώληση ενός παγιδευμένου λογισμικού σε κυβερνήσεις, εταιρείες, και μεγάλα χρηματοοικονομικά και επιστημονικά ιδρύματα σε όλο τον κόσμο. Το λογισμικό, που ήταν γνωστό ως Σύστημα Διαχείρισης Πληροφοριών των Εισαγγελικών Αρχών (Prosecutor’s Information Management System) ή, συντομότερα, με το ακρωνύμιο PROMIS, δημιουργήθηκε και κυκλοφόρησε αρχικά από την Inslaw Inc., εταιρεία που συστάθηκε από τον πρώην αξιωματούχο της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (NSA) Μπιλ Χάμιλτον και τη σύζυγό του Νάνσι.

Το 1982, η Inslaw παρέδωσε το λογισμικό PROMIS, μέσω σύμβασης χρονικά περιορισμένης παραχώρησης, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, επικεφαλής του οποίου ήταν τότε ο νεοσυντηρητικός Έντουιν Μιζ Γ΄, ο πιο έμπιστος σύμβουλος του Ρόναλντ Ρέιγκαν και, χρόνια αργότερα, μετά τις εκλογές του 2016, του Ντόναλντ Τραμπ. Η επιτυχία του λογισμικού, το οποίο επέτρεπε την ενοποίηση χωριστών μέχρι πρότινος βάσεων δεδομένων και την αδιανόητα, έως τότε, μεγάλης κλίμακας ανάλυση πληροφοριών, τράβηξε την προσοχή του θρυλικού Ισραηλινού αρχικατασκόπου Ράφι Άιταν. Ο Άιταν, τότε, υπηρετούσε ως επικεφαλής της ανενεργής, σήμερα, υπηρεσίας πληροφοριών του Ισραήλ Λεκέμ, η οποία ειδικευόταν στην επιστημονική και τεχνολογική κατασκοπεία.

Ο Άιταν είχε για πρώτη φορά μάθει για το PROMIS μέσω του Ερλ Μπράιαν. Ο Μπράιαν είχε εργαστεί σε μυστικές επιχειρήσεις της CIA και ήταν υπεύθυνος για το πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης του Ρέιγκαν, όταν εκείνος ήταν κυβερνήτης της Καλιφόρνια, από το οποίο είχε αποκτήσει το ψευδώνυμο “ο άνθρωπος που περπατούσε πάνω από τους νεκρούς”. Το 1982, ωστόσο, ο Μπράιαν οικοδομούσε μια επιχειρηματική αυτοκρατορία, στην οποία είχε σημαντικές επενδύσεις η σύζυγος του Έντουιν Μιζ, του τότε Γενικού Εισαγγελέα των ΗΠΑ. Ο Μπράιαν αποκάλυψε την αποτελεσματικότητα του PROMIS στην ανάλυση δεδομένων, όχι επαινώντας την, αλλά εκφράζοντας την απογοήτευσή του λόγω του ότι το λογισμικό επέτρεπε στους ομοσπονδιακούς επιθεωρητές των ΗΠΑ να εντοπίζουν το ξέπλυμα χρημάτων από παράνομες δραστηριότητες και άλλα οικονομικά εγκλήματα.

Ο Άιταν και ο Μπράιαν αποφάσισαν να καταστρώσουν ένα σχέδιο με σκοπό να εγκαταστήσουν μια ψηφιακή “πίσω πόρτα” στο λογισμικό. Στη συνέχεια, θα προωθούσαν το PROMIS σε πιθανούς πελάτες σε όλο τον κόσμο (πράγμα που θα τους απέφερε τεράστια κέρδη) παρέχοντας στις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες και σε σύμμαχα στοιχεία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών κρυφή πρόσβαση στις επιχειρήσεις εχθρών και φίλων. Επιπλέον, ο Μπράιαν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το PROMIS για να ξεφεύγει από τον οικονομικό έλεγχο των αρχών.
Μόλις εγκαταστήθηκε η “πίσω πόρτα”, ο Μπράιαν επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την εταιρεία του, Hadron Inc., για να εμπορευτεί το παγιδευμένο λογισμικό PROMIS σε όλο τον κόσμο. Προηγουμένως είχε προσπαθήσει, ανεπιτυχώς, να εξαγοράσει την Inslaw για τον ίδιο λόγο. Στη συνέχεια, ο Μπράιαν στράφηκε στον στενό του φίλο, τον τότε Γενικό Εισαγγελέα [υπουργό Δικαιοσύνης] των ΗΠΑ Εντ Μιζ, και τότε το Υπουργείο Δικαιοσύνης αρνήθηκε να καταβάλει στην Inslaw το προβλεπόμενο από τη σύμβαση αντίτιμο χρήσης, χρησιμοποιώντας, ουσιαστικά, το λογισμικό δωρεάν, πράγμα που η Inslaw ισχυρίστηκε ότι αποτελούσε κλοπή.

Οι ενέργειες του Μιζ θα ανάγκαζαν την Inslaw να υποβάλει αίτηση κήρυξης πτώχευσης. Στη συνέχεια, η Inslaw υπέβαλε μήνυση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ δικαστήριο των ΗΠΑ διαπίστωσε, αργότερα, ότι το υπουργείο υπό την ηγεσία του Μιζ “πήρε, μετέτρεψε, έκλεψε” το λογισμικό με “δόλο, απάτη και εξαπάτηση”. Με την Inslaw να έχει βγει από τη μέση, ο Μπράιαν πούλησε το παγιδευμένο λογισμικό στις υπηρεσίες μυστικών πληροφοριών της Ιορδανίας και του Ιράκ, πράγμα που σήμαινε μεγάλα οφέλη για το Ισραήλ, και σε μερικές εταιρείες. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Άιταν ήταν δυσαρεστημένος από τον Μπράιαν και τη Hadron, κι έτσι, στράφηκε γρήγορα στον άνθρωπο που πίστευε ότι μπορούσε πιο αποτελεσματικά να προωθήσει και να πουλήσει το PROMIS σε ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο: τον Ρόμπερτ Μάξγουελ.

Ο Ρόμπερτ Μάξγουελ και η Επιχείρηση “Κόνδωρ”

Οι σχέσεις του Ρόμπερτ Μάξγουελ με τις ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’60, αλλά ενισχύθηκαν σημαντικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν αγόρασε έναν ιστό ισραηλινών εταιρειών, πολλές από τις οποίες ήταν επίσημοι “πάροχοι υπηρεσιών” για τη Μοσάντ. Μία από αυτές τις εταιρείες, ήταν η εταιρεία ηλεκτρονικών υπολογιστών Degem. Μέσω της Degem και άλλων εταιρειών ιδιοκτησίας Μάξγουελ στο Ισραήλ και αλλού, ο Μάξγουελ προώθησε το PROMIS τόσο αποτελεσματικά, ώστε οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών να αποκτήσουν σύντομα πρόσβαση στην εσωτερική λειτουργία αναρίθμητων κυβερνήσεων, εταιρειών, τραπεζών και μυστικών υπηρεσιών σε όλο τον κόσμο. Πολλές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάξγουελ προήλθαν από την πώληση του PROMIS σε δικτατορίες στην Ανατολική Ευρώπη, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Μετά την πώληση, και αφού ο Μάξγουελ εξασφάλισε μια παχυλή επιταγή, οι απαράμιλλες δυνατότητες του PROMIS να ανιχνεύει και να παρακολουθεί οτιδήποτε, από τις ταμειακές ροές έως τις ανθρώπινες κινήσεις, χρησιμοποιήθηκαν από τα καθεστώτα αυτά για να διαπράξουν οικονομικά εγκλήματα με μεγαλύτερη λεπτότητα, καθώς και για να εντοπίσουν και να εξαφανίσουν αντιφρονούντες. Εν τω μεταξύ, οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν τα πάντα σε πραγματικό χρόνο.

Ο Μάξγουελ πούλησε το PROMIS σε στρατιωτικές δικτατορίες στη Χιλή και την Αργεντινή , όπου το λογισμικό διευκόλυνε τις μαζικές δολοφονίες που συντελέστηκαν κατά την Επιχείρηση “Κόνδωρ”, εφόσον φίλοι και οικογένειες αντικαθεστωτικών και λεγόμενων “ανατρεπτικών στοιχείων” εντοπίστηκαν εύκολα μέσω του λογισμικού. Το PROMIS ήταν τόσο αποτελεσματικό, ώστε λίγες μέρες μετά την πώληση του λογισμικού από τον Μάξγουελ στη Γουατεμάλα, το δικτατορικό καθεστώς εξαφάνισε 20.000 “ανατρεπτικά στοιχεία”.

Στη συνέχεια, ο Άιταν ανέθεσε στον Μάξγουελ να πουλήσει το PROMIS σε αμερικανικά εργαστήρια που διεξήγαγαν έρευνες υψηλής μυστικότητας στο Λος Άλαμος, συμπεριλαμβανομένων των Εθνικών Εργαστηρίων Σάντια, που βρίσκονταν και παραμένουν στην καρδιά του συστήματος πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ. Για να επιτύχει ένα τέτοιο δύσκολο εγχείρημα, ο Μάξγουελ συναντήθηκε με τον Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος του συνέστησε να προσφύγει στη βοήθεια του τότε γερουσιαστή του Τέξας και επικεφαλής της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, Τζον Τάουερ. Ο Μάξγουελ έφτασε γρήγορα σε συμφωνία με τον Τάουερ και, στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας χρήματα της Μοσάντ, πλήρωσε στον Τάουερ το ποσό των 200.000 δολαρίων για τις υπηρεσίες του, οι οποίες περιλάμβαναν τη διευκόλυνση της διείσδυσης του Μάξγουελ όχι μόνο στο συγκρότημα του Λος Άλαμος, αλλά και στον Λευκό Οίκο του Ρέιγκαν. Την πώληση του PROMIS στα Εθνικά Εργαστήρια Σάντια δεν θα τη χειριζόταν η Degem, όπως συνέβη σε πολλές προηγούμενες περιπτώσεις, αλλά μια εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ με την επωνυμία Information on Demand.


Εταιρείες-βιτρίνα και συγκάλυψη από το FBI

Ο Ρόμπερτ Μάξγουελ αγόρασε την Information on Demand από την ιδρύτριά της, Σου Ραγκ μέσω του Ομίλου Pergamon το 1982. Tο FBI του Σαν Φρανσίσκο ξεκίνησε έρευνες σχετικά με την Information on Demand ένα χρόνο αργότερα, το 1983. Το ενδιαφέρον του FBI για την Information on Demand κορυφώθηκε αμέσως μετά τον Ιούνιο του 1984, οπότε και ξεκίνησε επίσημες έρευνες. Αυτό συνέβη όταν δύο υπάλληλοι των Εθνικών Εργαστηρίων Σάντια πλησίασαν το FBI για να δώσουν πληροφορίες σχετικά με τις προσπάθειες της Information on Demand να πουλήσει το PROMIS στα Εργαστήρια. Οι υπάλληλοι αναγκάστηκαν να επικοινωνήσουν με το FBI αφού ενημερώθηκαν από την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας (NSA) για “την αγορά της Information on Demand Inc. από κάποιον Ρόμπερτ Μάξγουελ, ιδιοκτήτη της Pergamon International”. Οι ερευνητές του FBI ενημερώθηκαν για την υποτιθέμενη συμμετοχή μιας ξένης μυστικής υπηρεσίας σε κάποια πτυχή των δραστηριοτήτων της Information on Demand σχετική με τη “διάδοση, προώθηση ή πώληση συστημάτων λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, του προϊόντος λογισμικού PROMIS”.

Στις αρχές του Αυγούστου του 1984, τα κεντρικά γραφεία του FBI και άλλοι ανώτεροι αξιωματούχοι στο υπό τον Μιζ Υπουργείο Δικαιοσύνης, που εμπλεκόταν και το ίδιο στη βρώμικη υπόθεση του λογισμικού PROMIS, διέταξαν να σταματήσουν οι έρευνες για την Information on Demand, τον Μάξγουελ και το PROMIS. Η συγκάλυψη, παραδόξως, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με το FBI να επιμένει να αρνείται τη δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούν τον Ρόμπερτ Μάξγουελ και τον ρόλο του στο σκάνδαλο του PROMIS.

Αρκετούς μήνες μετά τη λήξη των ερευνών του FBI, τον Φεβρουάριο του 1985, ο Ρόμπερτ Μάξγουελ επέστρεψε ξανά στα Εθνικά Εργαστήρια Σάντια υπογράφοντας σύμβαση για την πώληση του PROMIS, στην οποία ο ίδιος αναφερόταν ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Information on Demand. Λίγους μήνες αργότερα, μεταβίβασε την ιδιότητα αυτή στην κόρη του, Κριστίν, η οποία θήτευσε ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας μέχρι το θάνατο του πατέρα της το 1991. Με την κατάρρευση της επιχειρηματικής του αυτοκρατορίας λίγο μετά το θάνατό του, η οποία είχε, επιπλέον, ως αποτέλεσμα το κλείσιμο της Information on Demand, η Κριστίν σύστησε την εταιρεία Research on Demand, η οποία παρείχε παρόμοιες υπηρεσίες με εξειδίκευση στις “διαδικτυακές έρευνες αγοράς και τις αναλύσεις μεγάλων βάσεων δεδομένων για εταιρείες τηλεπικοινωνιών”. Η Ίζαμπελ Μάξγουελ, είχε επίσης εργαστεί στην Information on Demand, την οποία ανέφερε ως “εταιρεία της αδερφής της”, μετά το διαζύγιό της από τον Ντέιλ Τζεράσι το 1989.

Θεματοφύλακες τηςπαρακαταθήκης του πατέρα τους

Μετά το θάνατο του Ρόμπερτ Μάξγουελ, τον οποίο οι περισσότεροι από την οικογένειά του και πολλοί από τους βιογράφους του θεωρούν δολοφονία στην οποία ενέχονται ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες, πέντε από τα επτά παιδιά του άρχισαν να μαζεύουν τα κομμάτια της αυτοκρατορίας του πατέρα τους σε μια προσπάθεια ανοικοδόμησής της. Ο Κέβιν και ο Ίαν Μάξγουελ ανέλαβαν πολλές από τις επιχειρήσεις του και το σκοτεινό δίκτυο αλληλοσυνδεόμενων εταιρειών και ιδρυμάτων που εξαπλωνόταν σε όλο τον κόσμο. Η Κριστίν και η δίδυμη αδελφή της Ίζαμπελ, ωστόσο, θα συνέχιζαν τη δουλειά του Μάξγουελ από το σημείο όπου είχε σταματήσει, επωφελούμενες από τη νέα επαναστατική τεχνολογία του διαδικτύου.

Η Κριστίν Μάξγουελ ίδρυσε μαζί με τον σύζυγό της Ρότζερ Μαλίνα, την Ίζαμπελ και τον τότε σύζυγο της Ίζαμπελ, Ντέιβιντ Χέιντεν, μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, τον Όμιλο McKinley, τον Ιανουάριο του 1992. Όπως δήλωσε η Ίζαμπελ στο Wired το 1999, η ίδια και η αδερφή της είδαν τη McKinley σαν “ευκαιρία να ανανεώσουν λίγη από την παρακαταθήκητου πατέρα τους”. Το 2000, η Ίζαμπελ έλεγε στη Guardian ότι ο πατέρας της “θα το αγαπούσε [το διαδίκτυο] αν ήταν ακόμα εδώ”. Εκείνη την εποχή, η Ίζαμπελ ήταν επικεφαλής ισραηλινής εταιρείας λογισμικού που συνδεόταν με τις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες και με ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που είχαν στο παρελθόν εργαστεί ως απευθείας υφιστάμενοι του πατέρα της.

Ανακεφαλαιώνοντας: η Κριστίν, μέχρι το θάνατο του πατέρα της, έγινε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας-βιτρίνας των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών ιδιοκτησίας Ρόμπερτ Μάξγουελ, Information on Demand, όπου είχε εργαστεί και η Ίζαμπελ. Με το θάνατό του, η Κριστίν ίδρυσε μια παραπλήσια εταιρεία με την ονομασία Research on Demand, οι υπηρεσίες της οποίας αργότερα θα επικαλύπτονταν με εκείνες του Ομίλου McKinley, που ιδρύθηκε από τις δύο αδελφές και τους συζύγους τους. Ο Όμιλος McKinley ξεκίνησε ως σύστημα αξιολόγησης ιστότοπων, το οποίο αργότερα μετεξελίχθηκε στη μηχανή αναζήτησης Magellan. Ήταν ο πρώτος ιστότοπος που δημοσιοποιούσε εκτενείς κριτικές και αξιολογήσεις ιστότοπων. Η Magellan προσέλκυσε μεγάλες εταιρείες, που είχαν ως αποτέλεσμα “σημαντικές συμπράξεις” με την AT&T, την Time Warner, την IBM, την Netcom και την Microsoft Network (MSN), συμφωνίες τις οποίες διαπραγματεύτηκε η Ίζαμπελ Μάξγουελ. Η μεγάλη συμμαχία της Microsoft με τη McKinley ήρθε στα τέλη του 1995, όταν η Microsoft ανακοίνωσε ότι η Magellan θα παρείχε την υπηρεσία της επιλογής αναζήτησης στην εφαρμογή MSN της εταιρείας. Η Time Warner επέλεξε για πρώτη φορά τη Magellan για τη διαδικτυακή της πύλη Pathfinder, ενώ η Magellan βρισκόταν στην αρχική σελίδα του προγράμματος περιήγησης Netscape για μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1990. Η Excite, η οποία αργότερα εξαγοράστηκε από την AskJeeves, αγόρασε τελικά τον Όμιλο McKinley και την Magellan το 1996. Οι αδελφές Μάξγουελ, μεταξύ των οποίων και η Γκισλέιν, εξασφάλισαν όχι μόνο πολλά εκατομμύρια δολάρια από τη συμφωνία, αλλά και στενές σχέσεις με υψηλόβαθμα στελέχη της Σίλικον Βάλεϊ. Με την πώληση των McKinley/Magellan, οι σχέσεις της Κριστίν και της Ίζαμπελ Μάξγουελ με υπηρεσίες πληροφοριών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ισραήλ θα ενισχύονταν σημαντικά.


Οικογενειακή υπόθεση

Ο Όμιλος McKinley και η Magellan ήταν κάτι πολύ περισσότερο από επιχείρηση των δίδυμων αδελφών Μάξγουελ. Άρθρο της Evening Standard από τον Μάρτιο του 2001 ανέφερε ότι “ο Κέβιν [Μάξγουελ] έπαιζε σημαντικό ρόλο” στις υποθέσεις της εταιρείας. Επιπλέον, εκείνη την εποχή, όπως σχολίαζαν οι Sunday Times τον Νοέμβριο του 2000, η Γκισλέιν Μάξγουελ “είχε σημαντικά συμφέροντα στη Magellan”. Η εφημερίδα ανέφερε ότι, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η Γκισλέιν “έχτισε διακριτικά μια επιχειρηματική αυτοκρατορία τόσο αδιαφανή όσο και εκείνη του πατέρα της”, ενώ συμπλήρωνε ότι “είναι μυστικοπαθής στα όρια της παράνοιας και οι επιχειρηματικές της δραστηριότητες είναι εξαιρετικά μυστηριώδεις”. Ωστόσο, εκείνη θα περιέγραφε τον εαυτό της ως “διαδικτυακή επιχειρηματία”, παρόλο που “το γραφείο της στο Μανχάταν αρνείται να επιβεβαιώσει ακόμη και το όνομα ή τη φύση της επιχείρησής της”.

Η Γκισλέιν, την ίδια περίοδο που δραστηριοποιούνταν ως “διαδικτυακή επιχειρηματίας” (έχοντας ήδη τοποθετηθεί στη Νέα Υόρκη με εντολή του πατέρα της για να υλοποιήσει τις προσπάθειές του να επεκτείνει την αυτοκρατορία και τη δράση του στο Μανχάταν) ξεκίνησε μια επιχείρηση σεξουαλικού εκβιασμού για λογαριασμό των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών μαζί με τον Τζέφρι Επστάιν.

Στο διάστημα αυτό, η Γκισλέιν Μάξγουελ και ο Τζέφρι Επστάιν είχαν συχνά σημαντικές αλληλοεπικαλύψεις στα οικονομικά τους. Δημοσιεύματα της εποχής αναρωτιούνταν αν τα έξοδα της Γκισλέιν πληρώνονταν από τον Επστάιν ή από τα “χαμένα εκατομμύρια του Μάξγουελ” που υπήρχαν κρυμμένα σε έναν σκοτεινό ιστό μη ανιχνεύσιμων νομικών προσώπων, και τα οποία φέρεται να “εξαφανίστηκαν” μετά το θάνατό του, το 1991. Το τελευταίο είναι οπωσδήποτε πιθανό, καθώς η Γκισλέιν ήταν η πρώτη που μπήκε στο γραφείο του πατέρα της, στη θαλαμηγό του Lady Ghislaine, μετά το θάνατό του, και “έσκισε όλα τα ενοχοποιητικά έγγραφα”, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο John Jackson, ο οποίος ήταν παρών στη σκηνή. Αυτό πιθανότατα σήμαινε ότι μπορούσε αμέσως να διακρίνει ποια έγγραφα ήταν “ενοχοποιητικά” και ότι γνώριζε καλά τις πιο σκοτεινές επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

Επιπλέον, πριν από το θάνατό του, ο Ρόμπερτ Μάξγουελ είχε προσφέρει στη Γκισλέιν την εταιρεία Maxwell Corporate Gifts στη Νέα Υόρκη, για την οποία ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εταιρεία προοριζόταν να την βοηθήσει να εδραιώσει την ισχύ των οικογενειακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στη Νέα Υόρκη για την προγραμματισμένη επέκταση του Ρόμπερτ Μάξγουελ στους κοινωνικούς και πολιτικούς κύκλους της πόλης, ένα σχέδιο που ξεκίνησε μετά την αγορά της New York Daily News.

Άρθρο της Evening Standard το 2001 αναφέρει μια σημαντική πηγή εισοδήματος προερχόμενη από τον Επστάιν κατά τη δεκαετία του ’90, σχολιάζοντας ότι ο Επστάιν “έχει βγάλει πολλά εκατομμύρια από τους επιχειρηματικούς του δεσμούς με τον Μπιλ Γκέιτς, τον Ντόναλντ Τραμπ, και τον δισεκατομμυριούχο του Οχάιο Λέσλι Γουέξνερ, τα οικονομικά του οποίου διαχειρίζεται”. Επιπλέον, η Μαρία Φάρμερ, ένα από τα θύματα του Επστάιν, δήλωσε σε συνέντευξή της ότι άκουσε την Γκισλέιν και τον Επστάιν να συζητούν για τον Μπιλ Γκέιτς σαν να τον γνώριζαν καλά, το 1995. Ωστόσο, αυτές οι αναφορές στον Γκέιτς αντικρούουν την επίσημη αφήγηση για τη σχέση Επστάιν-Γκέιτς, σύμφωνα με την οποία συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 2011. Δεδομένης της “μεγάλης συμμαχίας” μεταξύ της McKinley/Magellan και της Microsoft το 1995-1996, είναι πολύ πιθανό οι πριν το 2001 “επιχειρηματικοί δεσμοί” του Επστάιν με τον Γκέιτς να σχετίζονται, στην πραγματικότητα, με τη συμμετοχή και τα συμφέροντα της Γκισλέιν στη Magellan. Αυτό ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι (όπως θα φανεί στο δεύτερο μέρος αυτής της έκθεσης) η συνιδρύτρια της Magellan Ίζαμπελ Μάξγουελ είχε προσωπική σχέση με τον Μπιλ Γκέιτς και ότι εκείνος έβαλε “στον χάρτη την επόμενη εταιρεία της, CommTouch, με έδρα το Ισραήλ, μετά από σημαντική επένδυση που είχε συμφωνηθεί σε προσωπική επαφή μεταξύ του Γκέιτς και της Ίζαμπελ. Το δεύτερο μέρος της έκθεσης θα δείξει επίσης πώς η εμπλοκή της Ίζαμπελ και της Κριστίν με μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ και των ΗΠΑ, αντίστοιχα, εντάθηκε μετά την πώληση της Magellan στην Excite το 1996.


Πηγή: Unlimited Hangout

Μετάφραση (με συντομεύσεις): Βάσω Παππή