Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Θα υποστούν και πάλι οι γυναίκες τις συνέπειες της κρίσης;

Κείμενο Fanny Gallot. Πρώτη δημοσίευση: L’Anticapitaliste. Μετάφραση: Χριστίνα Χελά.

Ιστορικά, οι περίοδοι της οικονομικής κρίσης υπήρξαν ιδιαίτερα επιζήμιες για τα δικαιώματα των γυναικών. Τη δεκαετία του 1930, η ανεργία χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για την επιστροφή των παντρεμένων γυναικών στο σπίτι. Κατά τη δεκαετία του 1970, τα προσχήματα αυτά επανεμφανίζονται σποραδικά: η μισθωτή εργασία των γυναικών θεωρείται δευτερεύουσα, μετά από εκείνη του συζύγου, ενώ η αμοιβή των γυναικών, που αποτελεί έναν επιπλέον μισθό, γίνεται αντιληπτή ως ένα συμπλήρωμα για το νοικοκυριό.

Η έρευνα Coconel, η οποία διενεργήθηκε από την 1η έως την 5η Μαΐου, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 2.003 ατόμων του γαλλικού πληθυσμού, δείχνει ότι οι έμφυλες ανισότητες έχουν οξυνθεί, παρόλο που για πενήντα περίπου χρόνια έτειναν να μειώνονται. Σήμερα, ενώ ανακοινώνονται απολύσεις και αύξηση της επισφάλειας – η έρευνα Coconel υπογραμμίζει ότι «μόνο δύο στις τρεις γυναίκες, μεταξύ εκείνων που βρίσκονταν σε εργασιακή απασχόληση την 1η Μαρτίου 2020, συνεχίζουν να εργάζονται δύο μήνες αργότερα, έναντι τριών ανδρών στους τέσσερις» – και οι γυναίκες εξακολουθούν να εργάζονται, ως επι το πλείστον, σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, το τίμημα της κρίσης θα το πληρώσουν για άλλη μία φορά ο χαμηλός μισθός και η ανειδίκευτη εργασία;

Έχει ήδη αναδειχθεί, από μία βρετανική έρευνα, ότι οι γυναίκες επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τη μερική ανεργία: καθώς κερδίζουν λιγότερα χρήματα από τον σύντροφό τους, στα νοικοκυριά των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών συχνά φαίνεται λογικό να καταφύγουν οι γυναίκες στη λύση αυτή (της μερικής ανεργίας), προκειμένου ο πατέρας να μπορέσει να αναλάβει τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις[1]. Στη συνέχεια, τίθεται το ζήτημα της επιστροφής (των γυναικών) στην εργασία, γνωρίζοντας ότι το 80% των επισφαλώς εργαζομένων είναι γυναίκες. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Manon Garcia στη Libération:

«Τα άτομα που υποφέρουν περισσότερο λόγω της κατάστασης είναι εκείνα που βρίσκονταν ήδη σε ευάλωτη κατάσταση: μετανάστ(ρι)ες, άστεγοι/-ες, φτωχοί/-ές εργαζόμενοι/ες, εργαζόμενοι/-ες στο σεξ, εργαζόμενες στους τομείς φροντίδας, ανύπαντρες μητέρες. Ενίοτε έχουμε την αίσθηση ότι  η κρίση αυτή σημαίνει πως οι άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στο σπίτι τους, όπου πρέπει να τηλε-εργάζονται, ενώ ταυτόχρονα φροντίζουν τα παιδιά τους. Ωστόσο αυτό συνέβη […] στους προνομιούχους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, για πολλά άτομα, η κρίση συνεπάγεται την απώλεια των πηγών εισοδήματός τους, την απώλεια υλικής βοήθειας από σωματεία, την υποχρέωση να εργάζονται ακόμη περισσότερο από το συνηθισμένο, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τους και εκείνη των μελών της οικογένειάς τους.»[2]

Πράγματι, η υγειονομική κρίση είχε αντίκτυπο στα πιο δημοφιλή νοικοκυριά και η ανάγκη για επισιτιστική βοήθεια εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και μετά την καραντίνα, ιδιαίτερα στις μονογονεϊκές οικογένειες, όπου οι γυναίκες επωμίζονται μόνες τους την επιβίωση όλων των μελών.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Η νέα παγκόσμια φεμινιστική δυναμική ασκεί επιρροή για πολλά χρόνια, αρδεύει και αναδιαμορφώνει τα κοινωνικά κινήματα, όπως παρατηρήθηκε στη διάρκεια των απεργιών κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Η περίοδος της καραντίνας υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τις γυναίκες, που  εξακολουθούσαν να είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για την αναπαραγωγική εργασία στο νοικοκυριό, συχνά σε συνδυασμό με την τηλεργασία για κάποιες, ενώ άλλες ήταν κυριολεκτικά «στην πρώτη γραμμή». Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου, η επισφάλεια εξακολούθησε να συνδέεται με το γυναικείο φύλο, από την τηλεργασία έως τη δωρεάν εργασία, συμπεριλαμβανομένης της αόρατης εργασίας. Σήμερα, λίγες εβδομάδες μετά την λήξη της καραντίνας, τίθεται επί τάπητος, τουλάχιστον στα μέσα ενημέρωσης, η επανεξέταση των «κατά κύριο λόγο γυναικείων επαγγελμάτων», όπου το εργατικό δυναμικό είναι στην πλειοψηφία του γυναικείο.

Τηλεργασία, μια αναδιάταξη στην οικιακή σφαίρα

Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, η εξάπλωση της τηλεργασίας, η κατ ‘οίκον εκπαίδευση και η συνεχής παρουσία των παιδιών στο σπίτι δημιούργησαν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις γυναίκες, όσον αφορά στο διανοητικό φορτίο και την οικιακή δραστηριότητα. Προέκυψε ένα όφελος για ορισμένους εργοδότες – κυρίως για το πανεπιστήμιο: η χρήση της τηλεργασίας είναι δυνατόν να επεκταθεί ακόμη περισσότερο. Ωστόσο, από την έρευνα Coconel φαίνεται πως οι συνθήκες  τηλεργασίας ήταν πολύ διαφορετικές μεταξύ των γυναικών και των ανδρών: σχεδόν οι μισές από τις μητέρες περνούσαν περίπου τέσσερις ώρες υπερωρίας την ημέρα φροντίζοντας τα παιδιά, ενώ αυτό δεν παρατηρήθηκε παρά μόνο στο ένα τέταρτο των πατεράδων. Επιπλέον, οι τελευταίοι ήταν συχνότερα σε θέση να απομονωθούν, ενώ, αντίθετα, οι μητέρες έπρεπε να παραμείνουν διαθέσιμες για τα παιδιά τους. [3]

Άλλωστε, στην έρευνά της για τους Mompreneurs, η κοινωνιολόγος Julie Landour διερωτάται για αυτές τις «γυναίκες που δημιουργούν την επιχείρησή τους μετά την άφιξη ενός παιδιού» [4] και εργάζονται από το σπίτι. Μεταξύ των αποτελεσμάτων της, υπογραμμίζει πόσο «η οικιακή εργασία καταπατά, περισσότερο ή λιγότερο σταδιακά, τον επαγγελματικό χρόνο» [5]. Υπήρχαν ήδη υποψίες, αλλά η έρευνα αυτή και αρκετές άλλες, αναδεικνύουν τις επιβλαβείς επιπτώσεις της τηλεργασίας στην επαγγελματική δραστηριότητα των γυναικών. Εάν αυτή η επιλογή τείνει να αναπτυχθεί, όπως ήδη διαφαίνεται, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό θα συντελέσει στον επαναπροσδιορισμό της θέσης των γυναικών στό οικιακό πεδίο.

Εργαζόμενες στο σπίτι: να τελειώνουμε με την επισφάλεια!

Για τις οικιακές βοηθούς ή τις φροντίστριες στο σπίτι, οι λίγες εβδομάδες του εγκλεισμού ήταν πολύ δύσκολες και οι προοπτικές δεν είναι πάντα ευχάριστες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πρώτες δεν κλήθηκαν, και ως εκ τούτου βρέθηκαν εντελώς ή μερικώς άνεργες, ενώ οι τελευταίες έπρεπε να πάνε στη δουλειά χωρίς μάσκες και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τήρησης των μέτρων υγιεινής, παρόλο που η απασχόλησή τους αφορά τις περισσότερες φορές ηλικιωμένα άτομα. Όπως επισημαίνει η Alizée Delpierre, ορισμένες οικιακές βοηθοί αγωνίζονται να βρουν εργοδότες αυτή την περίοδο. Επιπλέον, όσον αφορά στις φροντίστριες ή τις οικιακές βοηθούς των ηλικιωμένων ατόμων, «με συμβόλαια 20 έως 30 ωρών την εβδομάδα, που διαμορφώνονται για λογαριασμό σωματείων ή ιδιωτικών εταιρειών, ή καταβάλλονται από την υπηρεσία, αυτές οι γυναίκες, που στερούνται παροχών λόγω του πολλαπλασιασμού των σύντομων συμβολαίων τους, καταλήγουν να μην έχουν κανένα άλλο εισόδημα εκτός από το RSA (επίδομα ανεργίας) όταν ο ασθενής τους πεθάνει, και αυτό ισχύει έως ότου ο εργοδότης τους τούς βρει έναν νέο πελάτη » διευκρινίζει η Barbara Filhol, από την κοινωνική δράση της CGT [6]. Και φυσικά, οι ευάλωτες αυτές καταστάσεις πολλαπλασιάστηκαν λόγω της υπερβολικής θνησιμότητας που συνδέεται με τον Covid-19.

Είναι βέβαιο πως πρέπει να τελειώνουμε με την επισφάλεια! Αυτές οι κατακερματισμένες μέρες που διαιωνίζονται και πληρώνονται με ψίχουλα…αποτελούν την καθημερινή ζωή εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών – που μερικές φορές αντιμετωπίζουν φυλετικό ρατσισμό – των κατώτερων τάξεων. Κατά τη διάρκεια του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, είχαν ήδη εκφράσει ότι έχουν κουραστεί με αυτήν την επισφαλή κατάσταση. Σήμερα, η αντίφαση είναι ακόμη πιο φανερή: παρόλο που η εργασία τους είναι απαραίτητη, πραγματοποιείται υπό τις πιο επισφαλείς συνθήκες, μέσω προσωρινής εργασίας ή υπεργολαβίας.

Εθελοντισμός και δωρεάν εργασία: η εξάπλωση μιας απάτης;

Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, οι γυναίκες συγκρότησαν ένα σημαντικό τάγμα δωρεάν εργασίας, το οποίο εξαπλώθηκε, π.χ. όσον αφορά στην κατασκευή μασκών. Πράγματι, σε πολλές περιοχές, εθελόντριες μοδίστρες κινητοποιήθηκαν για να καλύψουν την έλλειψη μασκών. Στην Aude, για παράδειγμα, μια σελίδα στο Facebook ήταν αφιερωμένη σε αυτήν την κινητοποίηση των «αλληλέγγυων μοδιστρών» και σε μερικές εβδομάδες διαμορφώθηκε ένα δίκτυο 70 μοδιστρών. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, η μαζική αξιοποίηση φοιτητ(ρι)ών νοσηλευτ(ρι)ών για πρακτική άσκηση κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, με αμοιβή περίπου 1 ευρώ την ώρα, έχει συζητηθεί επί μακρόν στον Τύπο. Τις περισσότερες φορές, οι φοιτήτριες αυτές είναι επισφαλείς γυναίκες. Όπως γράφει η κοινωνιολόγος Maud Simonet, αυτή η «δωρεάν εργασία», που δεν είναι καινούργια και τείνει να αναπτυχθεί, αποτελεί μια από τις πτυχές των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα, ο εθελοντισμός των ανώτερων τάξεων, μια εκσυγχρονισμένη μορφή φιλανθρωπίας, χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη δωρεάν εργασία που αποσπάται εκβιαστικά από τους δικαιούχους του ελάχιστου κοινωνικού εισοδήματος. Στη Γαλλία, «η δωρεάν εργασία φοιτητριών νοσοκόμων, που επιβάλλει το Κράτος, ένα είδος αναγκαστικού εθελοντισμού ή, σε κάθε περίπτωση επιβεβλημένου, μας υπενθυμίζει ότι η δωρεάν εργασία ορισμένων δεν είναι η δωρεάν εργασία των υπολοίπων». Σε ό,τι αφορά στις μοδίστρες ή τις νοσοκόμες, οι πολιτικές αυτές ή/και οι εκρήξεις αλληλεγγύης βασίζονται στον υποβιβασμό της (γυναικείας) εργασίας και στις αντιληπτές ως φυσικές δεξιότητες των γυναικών: θα ήταν στη «φύση» των γυναικών να προσφέρουν το χρόνο τους και τη δουλειά τους, και να ρισκάρουν, προκειμένου να προστατεύσουν και να φροντίσουν όσους το έχουν ανάγκη. Ακόμα κι αν αυτή η «φυσική» ώθηση έχει επιβληθεί από το Κράτος.

Αναβάθμιση της αναπαραγωγικής εργασίας

Από τη μισθωτή έως την εθελοντική εργασία, συμπεριλαμβανομένης της οικιακής εργασίας, οι γυναίκες βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όντας συχνά οι πρώτες στο καθήκον. Έχουν αναλάβει την αναπαραγωγική εργασία, με την έννοια που επιτρέπει την αναπαραγωγή της ζωής και  χάρη στη φροντίδα που παρέχουν στους άλλους σε όλες τις εκφάνσεις της, την ακρόαση, τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη, μπορούμε να επιβιώσουμε από τον καπιταλισμό και τις κρίσεις του. Προπάντων, σε αυτά τα θεμέλια τίθεται το ζήτημα της οικοδόμησης μιας κοινωνίας που βασίζεται περισσότερο στις ανάγκες παρά στα κέρδη. Το έργο αυτό, πρέπει, λοιπόν, να αναγνωριστεί στην πραγματική του αξία.

Βγαίνοντας από την καραντίνα, η αναβάθμιση των κατά κύριο λόγο γυναικείων επαγγελμάτων βρίσκεται στην ατζέντα, ξεκινώντας με τις νοσοκόμες, τις βοηθούς νοσηλευτών, ταμίες και οικιακές βοηθούς που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Το ρεπορτάζ του cash investigation της 19ης Μαΐου αφιερώθηκε στην επαγγελματική ισότητα, την ίδια στιγμή που ένα αίτημα από ερευνητές και συνδικαλιστές που απαιτούσαν την αναβάθμιση των «κυρίως γυναικείων θέσεων εργασίας και σταδιοδρομίας», συγκέντρωσε σχεδόν 65.000 υπογραφές. Με την λήξη της καραντίνας  ανοίγει μια ρωγμή για την αναβάθμιση των επαγγελμάτων που εκτελούνται κατά κύριο λόγο από γυναίκες. Όπως γράφει η Rachel Silvera: «Οι κοινωνικά πιο χρήσιμες θέσεις εργασίας είναι οι χαμηλότερα αμειβόμενες»:  υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αντιστραφούν οι προτεραιότητες. 

Παράλληλα, με αφορμή τη Γιορτή της Μητέρας, φεμινιστές ακτιβιστές παρουσίασαν τον «λογαριασμό», ο οποίος αντιπροσωπεύει αυτή την οικιακή εργασία που ανέλαβαν οι γυναίκες:

«Αυτό που στέλνουμε στο Κράτος, το οποίο έχει αποποιηθεί τις κοινωνικές δαπάνες για τις γυναίκες, όπως το σχολείο ή τη φροντίδα των εξαρτώμενων ατόμων, είναι ο λογαριασμός μας. Ο λογαριασμός μας είναι συμβολικός: θέλουμε να κάνουμε ορατή την δωρεάν εργασία των γυναικών από την οποία επωφελούνται οι άνδρες και το Κράτος. Θέλουμε φεμινιστικές δημόσιες πολιτικές για τον κόσμο στο μέλλον.»

Συμπερασματικά, υπάρχει επείγουσα ανάγκη άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ γυναικών και ανδρών, με την αναβάθμιση της αναπαραγωγικής εργασίας, την προστασία των γυναικών από την απώλεια θέσεων εργασίας, τη μείωση της μερικής εργασιακής απασχόλησης που επιβάλλεται στις γυναίκες και την επανεξέταση της μεταρρύθμισης του συστήματος ασφάλισης ανέργων, που περιορίζει την πρόσβαση σε δικαιώματα, αν και αναμένονται πολλές απολύσεις, κ.λπ. Είναι αδιαμφισβήτητο, περισσότερο από ποτέ, ότι οι γυναίκες είναι αυτές που πληρώνουν το τίμημα των υγειονομικών και οικονομικών κρίσεων. Εναπόκειται σε εμάς να διασφαλίσουμε ότι η φεμινιστική δυναμική θα το αποτρέψει. Και η σαρωτική αντίδραση ενόψει του (κυβερνητικού) ανασχηματισμού ντροπής προαναγγέλλει την επανάληψη των φεμινιστικών διαδηλώσεων τον Σεπτέμβριο.

Το κείμενο της Fanny Gallot δημοσιεύθηκε αρχικά στο L’Anticapitaliste. Tην απόδοση από τα γαλλικά έκανε η Χριστίνα Χελά.

Σημειώσεις

[1] Ινστιτούτο Φορολογικών Σπουδών και Ινστιτούτο Εκπαίδευσης, έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 29 Απριλίου και 15 Μαΐου σε 3.500 οικογένειες με δύο γονείς του αντίθετου φύλου οι οποίοι εργάζονται.

[2] Manon Garcia, «Δεν υπάρχει πλέον η παραμικρή δικαιολογία για να αιτιολογηθεί η ανάθεση της οικιακής εργασίας στις γυναίκες», Libération, 5 Ιουνίου 2020.

[3] Mathilde Damgé, «Η αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ γυναικών και ανδρών κατά τη διάρκεια της καραντίνας σε γραφική αναπαράσταση», 9 Ιουλίου 2020, άρθρο βασισμένο στο επιστημονικό άρθρο των Anne Lambert et al., «Η εργασία και οι τροποποιήσεις της: αυτό που η πανδημία Covid-19 άλλαξε για τους Γάλλους », Population et Sociétés, αρ. 579, Ιούλιος 2020.

[4] Julie Landour, Sociologie des Mompreneurs, Επιχείρηση συμφιλίωσης εργασίας και οικογένειας, Presses universitaire du septentrion, σελ. 14

[5] Ibid, σελ. 130

[6] Clotilde Mathieu, “Η CGT καταγγέλλει μια νέα επίθεση κατά των ανέργων”, L’humanité, 26 Μαΐου 2020.