Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Πρωταθλήτρια της ανισότητας η Γερμανία

Ένας νέος τρόπος υπολογισμού του μεγέθους της περιουσίας των ενηλίκων στη Γερμανία έρχεται να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών στην μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε στις 15 Ιουλίου το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin) παρουσιάζει τα ευρήματα έρευνας με αντικείμενο τους εκατομμυριούχους της χώρας.

Άνδρας μεγαλύτερης ηλικίας, με δική του επιχείρηση, με καλές σπουδές και ικανοποιημένος από τη ζωή του: αυτό είναι το σύνηθες προφίλ κάποιου που κατέχει στη Γερμανία περιουσία άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ. Οι γυναίκες είναι σαφώς λιγότερες στην κατηγορία των εκατομμυριούχων στη μεγαλύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ξεκάθαρη αναντιστοιχία με τον αριθμό τους στον γενικό πληθυσμό. Και όλοι οι εκατομμυριούχοι, μαζί και οι γυναίκες, αποτελούν το 1,5% του ενήλικου πληθυσμού, ενώ κατέχουν το 35% του πλούτου.

Το καινούργιο στην έρευνα αυτή είναι ότι συνυπολογίζει ειδικά το αν κάποιο άτομο έχει συμμετοχή τουλάχιστον 0,1% σε εταιρείες εκτός Γερμανίας, κάτι που δεν υπολογιζόταν μέχρι τώρα. Με τον παλιό τρόπο υπολογισμού οι εκατομμυριούχοι κατείχαν όχι το 35%, αλλά το 22% του συνολικού πλούτου. Καθώς η Γερμανία έχει συνολικό πληθυσμό περί τα 82 εκατομμύρια, η αλλαγή στον τρόπο μέτρησης επιφέρει και αλλαγές στην κατηγοριοποίηση του πληθυσμού με βάση την περιουσία. Η αξία μιας περιουσίας που χώριζε το κατώτερο μισό από τις υπόλοιπες τρεις κατηγορίες ήταν τα 22.000 ευρώ. Τώρα η αξία ανέβηκε κατά 800 ευρώ και βρίσκεται στα 22.800. Όσοι και όσες κατέχουν λιγότερα ανήκουν στο κατώτερο μισό, ενώ όσοι υπερβαίνουν αυτό το ποσό χωρίζονται με τη σειρά τους σε τρεις κατηγορίες: την ανώτερη μεσαία τάξη με περιουσία 22.800 έως 126.000, τους εύπορους με 126.000 έως 1 εκατομμύριο ευρώ και τους εκατομμυριούχους.

Η αλλαγή στον υπολογισμό έφερε και αλλαγή προς το χειρότερο για την εικόνα της οικονομικής ανισότητας στη χώρα. Ο συντελεστής Gini είναι ένα στατιστικό μέγεθος που μετρά την ανισότητα στην κατανομή των εισοδημάτων και της περιουσίας σε ένα έθνος. Το 0 σημαίνει πλήρη ισότητα και το 1 σηματοδοτεί την απόλυτη ανισότητα. Με τα νέα δεδομένα που παρουσιάζει το ινστιτούτο του Βερολίνου η ήδη έντονη οικονομική ανισότητα στη Γερμανία μετατρέπεται επι τα χείρω και ανεβαίνει από το 0,78 στο 0,81.

Σήμερα στη Γερμανία το 50% των ενηλίκων κατέχει το 1% του πλούτου, ενώ το 18% περίπου του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας.

Η Γερμανία εφαρμόζει πολιτικές που τροφοδοτούν την οικονομική ανισότητα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ξεκίνησαν δειλά οι πρώτες ιδιωτικοποιήσεις. Η μεγάλη τομή επήλθε στην περίοδο 1998-2005 με τις κυβερνήσεις Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων υπό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, όταν ελαστικοποιήθηκε η αγορά εργασίας. Ενδεικτικό είναι ότι στην εικοσαετία 1990-2010 το κατά τ’ άλλα ευυπόληπτο και καλοπληρωμένο επάγγελμα των γιατρών είδε τον πραγματικό του μισθό να μειώνεται σχεδόν κατά 50% ενώ και η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων έζησε μειώσεις κατά 30 έως 50%. Ήταν η ίδια περίοδος κατά την οποία οι μόνοι που έβλεπαν αύξηση στον πραγματικό μισθό ήταν τραπεζικά στελέχη, μεσίτες, σύμβουλοι επιχειρήσεων και ειδικοί στην διοίκηση.

Εξάλλου, καθώς οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό έχουν αρχίσει να αποδίδουν ως προς τη συγκέντρωση πλούτου στα ανώτερα στρώματα, κάθε χρονιά αυξάνει το ποσοστό των ανθρώπων που βγαίνουν στη σύνταξη με ποσά που τους τοποθετούν στην κατηγορία των φτωχών, δηλαδή κάτω από 1000 ευρώ το μήνα. Όσο και αν κάνει ίσως εντύπωση για τη Γερμανία, πάνω από το 50% των συνταξιούχων εδώ και μερικά χρόνια καταφεύγει στην αίτηση για συμπληρωματικά κοινωνικά βοηθήματα, προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει. Πολλοί εργάζονται, ενώ θλιβερή εικόνα αποτελούν οι ηλικιωμένοι που μαζεύουν άδεια πλαστικά μπουκάλια για να τα ανταλλάξουν στο σούπερ μάρκετ προς 25 λεπτά το ένα. Μάλιστα, όταν η κυβέρνηση Σρέντερ είχε εισαγάγει το μέτρο να χρεώνονται τα μπουκάλια με ένα ποσό προκειμένου να μην καταλήγουν στα σκουπίδια, πολλοί είχαν δει πίσω από αυτήν την οικολογική ρύθμιση έναν τρόπο ώστε οι φτωχοί και κυρίως οι φτωχοί συνταξιούχοι να συμπληρώνουν τα πενιχρά εισοδήματά τους.

Σήμερα στη Γερμανία το 50% των ενηλίκων κατέχει το 1% του πλούτου. Το 18% περίπου του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας, που ανεβαίνει στο 20% στα παιδιά, σύμφωνα με την στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας. Οι φτωχοί άνδρες είναι περίπου 16% και οι γυναίκες 17% του συνόλου. Στα νούμερα αυτά μετριέται η απόλυτη και η σχετική φτώχεια.

Σχετική φτώχεια σημαίνει να μπορεί κανείς να καλύψει τις απολύτως βασικές ανάγκες επιβίωσης, αλλά να μην μπορεί να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, να μην μπορεί να πάει διακοπές, να έχει κάποιο χόμπι ή να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο έξοδο. Το όριο της φτώχειας είναι καθαρό εισόδημα 12.800 το έτος για έναν άγαμο και άτεκνο ενήλικα. Για την Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό είναι 3.950, και αυτό αναφέρεται, ώστε να μπορεί να συγκρίνει κανείς τι σημαίνουν τα 12.800 στη Γερμανία.

Ενώ η Γερμανία αντιμετωπίζει δημογραφικό πρόβλημα και χρειάζεται μετανάστες, δεν εξασφαλίζει σε αυτούς ικανοποιητικά εισοδήματα, παρά μόνον εν συγκρίσει με τα αντίστοιχα στις χώρες καταγωγής.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το πιο συχνό περιουσιακό στοιχείο του κατώτερου μισού, σύμφωνα με την έρευνα του DIW, είναι ένα αυτοκίνητο. Σε μια χώρα με σημαντικότατη αυτοκινητοβιομηχανία ένα τέτοιο περιουσιακό στοιχείο όμως θεωρείται επί της ουσίας άνευ σημαντικής αξίας. Επίσης στη Γερμανία δεν είναι διαδεδομένη η ιδιοκτησία ακινήτου, αν και οι μισοί περίπου ενήλικες έχουν ένα τουλάχιστον ακίνητο. Καθώς στη χώρα η ανισότητα αυξάνει, οι συγγραφείς της έκθεσης προτείνουν αναδιανομή εισοδήματος από πάνω προς τα κάτω με τη μορφή κάποιου τραπεζικού λογαριασμού αποταμίευσης, στον οποίο να συνεισφέρει και το κράτος.

Η γερμανική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά κοινωνικά προβλήματα, όπως οι χαμηλοί μισθοί, στους οποίους βασίζει την ανταγωνιστικότητά της η (όχι μόνο εξαγωγική) γερμανική βιομηχανία, ενώ και το χαμηλό ποσοστό ανεργίας πριν την κρίση του κορονοϊού δεν συνοδεύτηκε από αύξηση στα εισοδήματα των εργαζομένων.

Ταυτόχρονα, ενώ η Γερμανία αντιμετωπίζει δημογραφικό πρόβλημα και χρειάζεται μετανάστες, δεν εξασφαλίζει σε αυτούς ικανοποιητικά εισοδήματα, παρά μόνον εν συγκρίσει με τα αντίστοιχα στις χώρες καταγωγής, ενώ το πρόβλημα των εθνοτικών και φυλετικών διακρίσεων δυσχεραίνει τις ζωές τους, την ώρα που οι ούτως ή άλλως περιορισμένες δυνατότητες ανέλιξης γίνονται ακόμα πιο δύσκολες για όσους δεν είναι εθνοτικά Γερμανοί και δη Δυτικογερμανοί.

Παράλληλα, περιοχές της ανατολικής Γερμανίας καθίστανται μη ελκυστικές για ξένους λόγω της έντονης παρουσίας της ακροδεξιάς και με τον τρόπο αυτό βυθίζονται πιο πολύ στη δίνη της αποανάπτυξης και της φτώχειας, που στα ανατολικά είναι σημαντικά υψηλότερη από ό,τι στην πρώην Δυτική Γερμανία.