Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Μετράω άρα υπάρχω

Η αποτύπωση και εκτίμηση / αξιολόγηση φυσικών φαινομένων από τους ανθρώπους μέσα από μετρικά συστήματα δεν είναι προφανώς καινοφανής / καινούριο πράγμα. Από την προϊστορική εποχή οι άνθρωποι χρησιμοποιούν άτυπες μονάδες μέτρησης όπως ο δάκτυλος, η παλάμη, το βήμα. Αρχαίοι πολιτισμοί, όπως ο αιγυπτιακός, ο ελληνικός και ο ρωμαϊκός, παράγουν πιο επεξεργασμένες μορφές μετρικών συστημάτων, ενώ κατά τη γαλλική επανάσταση γίνονται προσπάθειες να δημιουργηθούν καθολικά μετρικά συστήματα. Το Διεθνές Σύστημα Μονάδων καθιερώνεται τελικά το 1961 κατά την 11η Γενική Διάσκεψη Μέτρων και Σταθμών και αντικαθιστά τα παλαιότερα συστήματα μονάδων της φυσικής.

Η ανάγκη του ανθρώπου, λοιπόν, να μετράει ώστε να συγκρίνει και να κατανοεί την φυσική πραγματικότητα / τα πράγματα γύρω του είναι δεδομένη. Η συγκρισιμότητα (comparability) είναι μια από τις εκ των ων ουκ άνευ αρχές στην επιστήμη. Χωρίς σύγκριση, δεν υπάρχει πλαίσιο. Χωρίς πλαίσιο, δεν μπορούμε να εντάξουμε μια νέα πληροφορία κάπου ώστε αυτή η πληροφορία να αποκτήσει συγκεκριμένο νόημα. Επομένως δεν μπορούμε να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα ή μάλλον δεν μπορούμε να εξάγουμε καθόλου συμπεράσματα. Ποια η έκταση του τάδε φαινομένου, πόσο μεγάλο είναι; Σε σχέση με τι, είναι η αμέσως επόμενη ερώτηση. Τουλάχιστον στις θετικές επιστήμες υπάρχει αυτό που αποκαλούμε φυσικοί νόμοι, αναντίρρητοι κανόνες που διέπουν την λειτουργία ορισμένων φαινομένων. Βέβαια κατά καιρούς αμφισβητούνται ακόμα και αυτοί.

Από την άλλη πλευρά, τα κοινωνικά φαινόμενα και τα ιστορικά γεγονότα μπορεί να προσεγγιστούν και ποσοτικά, να μετρηθούν διάφορες διαστάσεις τους (πχ. προσφυγικές ροές, θάνατοι σε μια πανδημία), αλλά τα γενικά συμπεράσματα που εξάγονται είναι ακόμα πιο επισφαλή. Πάει καιρός που επιστημολογικά και μεθοδολογικά έχει αμφισβητηθεί το ρεύμα του θετικισμού (με ιδρυτή τον Κοντ τον 19ο αιώνα και συνεχιστή τον Πόπερ τον 20ο αιώνα), σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν κοινωνικοί νόμοι αντίστοιχοι των φυσικών1. Και πάλι όμως έχουμε την ανάγκη να «μετρήσουμε» ή να «ζυγίσουμε» με έναν τρόπο τα φαινόμενα που εξετάζουμε, ώστε να τα εντάξουμε σε ένα πλαίσιο, να τα κατατάξουμε και να τα κατανοήσουμε. Πόσο βαθιά είναι η οικονομική κρίση, πόσο μεγάλο το προσφυγικό «πρόβλημα», πόσο επικίνδυνη η πανδημία του κορωνοϊού, πόσο εκτεταμένη η πρόσφατη εξέγερση στην Αμερική; 

H ερώτηση του ενός εκατομμυρίου, βέβαια, στα κοινωνικά και ιστορικά πράγματα παραμένει το μεγάλο «γιατί». Επειδή εάν γνωρίζουν οι άνθρωποι τις περισσότερο και λιγότερο βαθιές αιτίες των φαινομένων, τότε μπορούν να αλλάξουν την κοινωνική πραγματικότητα (σε συμφωνία με την 11η θέση για τον Φόυερμπαχ «να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, για να τον αλλάξουμε»). Οι άνθρωποι μπορούν να παρέμβουν στην κοινωνική πραγματικότητα, ώστε να την επανα-διαμορφώσουν προς την κατεύθυνση που επιθυμούν, βάσει του κυρίαρχου ή ενός εναλλακτικού αξιακού συστήματος στην κάθε εποχή. Δεν τους εμποδίζει κανένας φυσικός νόμος, όπως ο νόμος της βαρύτητας, να το κάνουν αυτό. 

Για να απαντηθεί το εκάστοτε μεγάλο «γιατί» στις κοινωνικές επιστήμες και στη μελέτη της ιστορίας, που θα μας επιτρέψει να οραματιστούμε μια άλλη τάξη πραγμάτων, οφείλουμε συχνά να απομακρυνθούμε λίγο από το υπό εξέταση φαινόμενο και να παρατηρήσουμε την εξέλιξή του στον μάκρο-χρόνο, ώστε να προβούμε σε ιστορικές αναλογίες και να αποτιμήσουμε την δυναμική του (βλ. Χριστόπουλος, Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα θα είχε λύση, 2020). Μπορεί να το προσεγγίσουμε μέσα από ποσοτικές ή ποιοτικές πηγές και μεθόδους ανάλυσης, αλλά πάντως θα πρέπει σίγουρα να το εντάξουμε σε ένα κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο.

Στη σημερινή παγκόσμια δημόσια σφαίρα παρατηρούμε χοντρικά δυο ακραίες τάσεις πρόσληψης κι ερμηνείας των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων. Η πρώτη είναι η τάση μιας αυξανόμενης (ή σε κάθε περίπτωση αξιοπρόσχετης) μερίδας του πληθυσμού που ελκύεται από θεωρίες συνωμοσιολογίας κι εύκολα παραδίδει τα όπλα του ορθολογισμού. Λογικά άλματα, συνδέσεις ασύνδετων πράγμάτων, αντιφατικά -αν όχι ψευδώς κατασκευασμένα- αποδεικτικά στοιχεία κλπ. Οι οπαδοί της θεωρίας της επίπεδης γης, για παράδειγμα, δεν αμφισβητούν ευθέως φυσικούς νόμους, αλλά προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τους νόμους αυτούς ή επιστημονικοφανή / επιστημονικά εργαλεία για να αποδείξουν το συμπέρασμά τους με εντελώς αποσπασματικό τρόπο.

Ακριβώς όμως επειδή τα περιθώρια αμφισβήτησης θεμελιωδών φυσικών νόμων ή δεδομένων είναι πια στενότερα από ότι στην εποχή του Γαλιλαίου, το παιχνίδι αμφισβήτησης του ορθού λόγου μεταφέρεται συχνά στο πεδίο των κοινωνικών φαινομένων, με ολέθρια αποτελέσματα. Είναι πχ πιο απλό και πιο εύκολο να ισχυριστεί κάποιος ότι οι πρόσφυγες είναι εχθροί του ελληνικού έθνους, βαλτοί από τις μεγάλες δυνάμεις και ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα, παρά να τα βάλει με το αν και κατά πόσο στρογγυλή είναι η γη ή με το νόμο της βαρύτητας.

Κι από την άλλη, παρατηρούμε την τάση μιας άλλης μερίδας του πληθυσμού που στη νεωτερικότητα έχοντας την ανάγκη να αντικαταστήσει τη λατρεία του Απόλυτου, μέσα από την θρησκευτική πίστη (βλ. Τζωρτζ Στάινερ, Νοσταλγία του Απόλυτου, 1974), πιστεύει τυφλά στην δύναμη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Σα να μην υπάρχει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης και κριτικής, όταν μιλάμε για επιστημονικά δεδομένα και ερευνητικά πορίσματα. Συχνά αρνείται την αξία της φιλοσοφίας ή μιας ποιοτικής εν πάση περιπτώσει προσέγγισης των φαινομένων (θεωρούμενης ως άχρηστης, πρακτικά μη εφαρμόσιμης αμπελοφιλοσοφίας) και επικροτεί την επικράτηση της απόλυτης ποσοτικοποίησης2. Θεωρεί την ανάδειξη και επεξεργασία σκληροπυρηνικών εμπειρικών δεδομένων αποκλειστική αποστολή της επιστήμης, ακόμα και όταν μιλάμε για κοινωνικές επιστήμες. Έτσι, κέντρο της ερευνητικής διαδικασίας γίνεται η ακριβής μέτρηση μεγεθών και φαινομένων, καθώς και η στατιστική σημαντικότητα των μεταξύ τους (αιτιακών ή όχι) συσχετίσεων. 

Εξαιτίας δε της δυνατότητάς μας στη σημερινή εποχή να έχουμε πρόσβαση σε μεγάλο όγκο πληροφορίας και να την επεξεργαζόμαστε ταχύτερα, το ενδιαφέρον των επιστημονικών κοινοτήτων παγκοσμίως έχει στραφεί στη δημιουργία μεγάλων ψηφιακών βάσεων δεδομένων και νέων software προγραμμάτων στατιστικής επεξεργασίας (Stata, R κλπ). Στις φυσικές επιστήμες επικρατούν οι υπολογιστικές προσομοιώσεις (simulations) έναντι των φυσικών και εργαστηριακών πειραμάτων, ενώ στις κοινωνικές επιστήμες και στη μελέτη της ιστορίας πρωτοστατούν συχνά τα στατιστικά μοντέλα, η οικονομετρία στα οικονομικά, η αρχαιομετρία στην αρχαιολογία, η ψυχομετρία στις μελέτες ψυχολογίας κ.ο.κ. 

Με την πρωτοκαθεδρία αυτών των μεθόδων και μοντέλων ανάλυσης, που μάλιστα μεταβαίνουν από την περιγραφική στατιστική (δηλαδή την απλή στατιστική αποτύπωση των εκάστοτε τάσεων) στην ερμηνεία των αιτιακών σχέσεων μεταξύ διαφορετικών φαινομένων, δημιουργείται ένα νέο πρόβλημα. Η ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία και η ταχεία στατιστική επεξεργασία δεν εξασφαλίζουν σε καμιά περίπτωση από μόνες τους την κοινωνική και ιστορική πλαισίωση των φαινομένων, η οποία προϋποθέτει γνώση για την μικρο-ιστορία, το αξιακό σύστημα και τον πολιτισμικό κώδικα της κάθε γεωγραφικής περιοχής σε κάθε ιστορική περίοδο. Εάν αυτή η γνώση δεν είναι επαρκής, μπορεί να καταλήξουμε σε αναχρονιστικά έως αστεία συμπεράσματα, να κάνουμε προβολή των σημερινών αξιών σε παρελθοντικές περιόδους ή να υποπέσουμε σε δυτικοκεντρικές και οριενταλιστικές αφηγήσεις.

Επίσης, πολλά πράγματα γύρω μας δεν είναι μετρήσιμα μεγέθη, η μέτρησή τους ενέχει μεγάλες δυσκολίες ή για διάφορους λόγους δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα3. Πώς να μετρηθεί με ακρίβεια η κοινωνική δικαιοσύνη ή η ταξικότητα μιας κοινωνίας; Υπάρχουν φυσικά δείκτες που μετρούν την οικονομική ανισότητα (Gini coefficient), όμως αν αγνοηθεί το ιστορικό πλαίσιο, η ερμηνευτική ή και περιγραφική αξία αυτών των δεικτών παραμένει ζητούμενο. Με αυτήν την έννοια, αντί να κατανοούμε ένα φαινόμενο σε βάθος, μπορεί να το συσκοτίζουμε περισσότερο.

Υπάρχουν διάφορες πλευρές που αξίζει να συζητηθούν σε μια τέτοια επιστημολογική και μεθοδολογική συζήτηση, αλλά εδώ θέλω να φωτίσω τουλάχιστον μία που δεν έχει μόνο θεωρητική αξία. Έχει απόλυτη σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την οικονομία, την κοινωνία και τελικά την ιστορία και τον ρόλο των ανθρώπων μέσα σε αυτή. Έχει δηλαδή και πολιτική σημασία. Αυτή είναι η ανάγκη να διαφυλαχθεί η έννοια της ενδεχομενικότητας και της αρχής της απροσδιοριστίας απέναντι όχι μόνο στις δημοφιλείς θεωρίες συνωμοσιολογίας αλλά και σε μια τεχνοκρατική αντίληψη του κόσμου που ταιριάζει γάντι στο πνεύμα του αντι-διανοουμενισμού που επικρατεί σε διάφορα -λιγότερο ή περισσότερο- αυταρχικά καθεστώτα, όπως στις ΗΠΑ υπό την διακυβέρνηση Τραμπ ή στην Βραζιλία υπό την διακυβέρνηση Μπολσονάρου. 

Όταν αποπλαισιώνουμε τα κοινωνικά φαινόμενα και οδηγούμαστε με σχεδόν ντετερμινιστικό τρόπο σε μονοσήμαντα συμπεράσματα για τη φύση τους, την μεταξύ τους συσχέτιση (correlation) και την αιτιακότητα (causation) αυτής της συσχέτισης, χάνουμε την δυνατότητα να εξετάσουμε άλλους πιθανούς αιτιακούς παράγοντες (explanatory/control variables) που για κάποιους λόγους δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, ούτε όμως και να απαντηθούν κατηγορικά (πχ με ναι ή όχι, τα λεγόμενα dummy variables). Επικεντρωμένοι λοιπόν στην αποστολή μας να βρούμε τρόπο να μετρήσουμε τα δεδομένα μας, χάνουμε την δυνατότητα να φανταστούμε άλλα πιθανά ενδεχόμενα ερμηνείας. Κι όταν χάνουμε αυτήν την δυνατότητα, χάνουμε αυτόματα και την δυνατότητα να φανταστούμε πως θα μπορούσε ο κόσμος να είναι διαφορετικός, κατ’ αναλογία με τη γνωστή ρήση «είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος της ιστορίας παρά το τέλος του καπιταλισμού». 

Η επικράτηση της παραπάνω συμβατικής πια κοσμοαντίληψης, ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί και να «ζυγιστεί», υποβοηθούμενης συχνά από τα στατιστικά εργαλεία που περιγράψαμε, είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με το θατσερικό δόγμα Δεν Υπάρχει Εναλλακτική (ΤΙΝΑ, There Is No Alternative). Και με αυτήν την έννοια, αυτή η τεχνοκρατική κοσμοαντίληψη είναι σε ένα βαθμό αντι-επιστημονική και τελικά ανορθολογική, αφού αντιβαίνει στην έννοια της ενδεχομενικότητας και την αρχή της απροσδιοριστίας4. Παραμένει ζητούμενο να διαφυλάξουμε την διανοητική και πολιτική ελευθερία που αυτές οι αρχές παρέχουν, χωρίς από την άλλη να καταλήξουμε στον απόλυτο σχετικισμό ή στον αγνωστικισμό.

Στο πρόσφατο βιβλίο του “Tι είναι πραγματικό; Η εξαφάνιση του Μαγιοράνα” (“Che cos’è reale? La scomparsa di Majorana“, 2016) ο Τζώρτζιο Αγκάμπεν χρησιμοποιεί την εξαφάνιση του φημισμένου Ιταλού κβαντικού φυσικού Ετόρε Μαγιοράνα το 1938, για να αναδείξει τις ευρύτερες οντολογικές επιπτώσεις του επιστημονικού έργου του. Δηλαδή, εάν η κβαντική μηχανική περιγράφει έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα διαλύεται σε πιθανότητες, τότε πώς μπορούμε να ελπίζουμε να προσεγγίσουμε το βαθύτερο νόημα του κόσμου; Με τρεις λέξεις, τι είναι πραγματικό; 

Για τον Αγκάμπεν, η αβεβαιότητα γύρω από την εξαφάνιση του Μαγιοράνα μοιάζει με καλοστημένο σχέδιο του ίδιου. Ανατρέχοντας στις τρεις επιστολές του μεγάλου φυσικού, που βρέθηκαν μετά την εξαφάνισή του και γραφτηκαν από τον ίδιο, ο Αγκάμπεν περιγράφει πως η πρώτη δείχνει ότι ο Μαγιοράνα εγκαταλείπει τη χώρα, η δεύτερη προτείνει μια αυτοκτονία, και η τρίτη δηλώνει ότι ο Μαγιοράνα επιστρέφει. Στο βαθμό που δεν εξαφανίστηκε αμέσως μετά το πρώτο γράμμα, δεν πέθανε μετά το δεύτερο και δεν επανεμφανίστηκε μετά το τρίτο, τα διαθέσιμα «γεγονότα» δεν μπορούν να περιγράψουν την πραγματικότητα της κατάστασης. Ή όπως καταλήγει ο Αγκάμπεν, «η εξαφάνιση του Μαγιοράνα είναι ταυτόχρονα εξίσου σίγουρη και απίθανη… δεν μπορεί να αποδειχθεί στο επίπεδο των πραγματικών περιστατικών» (Murphy 2019)5. Η περίπτωση του Μαγιοράνα έχει ερευνηθεί εκτεταμένα στην Ιταλία, αλλά παραμένει μυστήριο.

Ο Αγκάμπεν λοιπόν στρέφεται σε ένα από τα μεταγενέστερα δημοσιευμένα δοκίμια του Μαγιοράνα, με τίτλο «Η αξία των στατιστικών νόμων στη Φυσική και τις Κοινωνικές Επιστήμες». Σε αυτό, ο Μαγιοράνα συζητά τις επιπτώσεις μιας κβαντικής κοσμοθεωρίας που βασίζεται στην πιθανότητα και όχι στη βεβαιότητα. Το δοκίμιο διερευνά συγκεκριμένα την τότε ανακαλυφθείσα αρχή της αβεβαιότητας ή απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, η οποία χοντρικά μιλάει για τα όρια της γνώσης σχετικά με μια δεδομένη φυσική οντότητα σε ένα πείραμα. Όπως και οι πιθανοτικοί νόμοι της κβαντομηχανικής στοχεύουν όχι στο να γνωρίζουν αλλά να «κυβερνούν» την κατάσταση των ατομικών συστημάτων, έτσι και οι «νόμοι» των κοινωνικών στατιστικών δεν στοχεύουν στη γνώση των κοινωνικών φαινομένων αλλά στην ίδια τους την «διακυβέρνηση». Η υπόθεση του Αγκάμπεν, είναι ότι η ίδια η εξαφάνιση του Μαγιοράνα συμβόλιζε την απόρριψη μιας επιστήμης που έχει την τάση να κυβερνά τον κόσμο.

Η επιστήμη τρέφεται από το μυστήριο, σκάβοντας στο ορυχείο του αγνώστου, μας λέει ο Ρίτσαρντ Ντόκινς. Το μυστήριο – αυτό που δεν ξέρουμε και δεν καταλαβαίνουμε ακόμα – είναι το πολυτιμότερο κοίτασμα, που αναζητούν οι επιστήμονες. Οι μυστικιστές αγάλλονται με το μυστήριο και θέλουν να παραμείνει μυστηριώδες,ενώ οι επιστήμονες αγάλλονται με το μυστήριο για έναν πολύ διαφορετικό λόγο: τους δίνει κάτι να κάνουν. «Για τη σωστή επιστήμη είναι ζωτικής σημασίας να παραδέχεται αυτό που δεν γνωρίζει, αυτό που αποτελεί αίνιγμα6.

Τούτων δοθέντων, δεν είμαστε αρνητές της στατιστικής. Όπως και με τον κόσμο, για να αλλαξεις τη χρηση ενός εργαλείου πρεπει πρώτα να κατανοείς την λειτουργία του. Επίσης, η αποστολή αυτού του κειμένου δεν είναι να πείσει για μια άλλη, συγκεκριμένη ανάγνωση της πραγματικότητας, αλλά για την ανάγκη να μπορούμε να αμφισβητήσουμε οποιαδήποτε ανάγνωση της πραγματικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εργαλειοποιούμε τα δεδομένα μας και τηρούμε μια σειρά από κανόνες λογικής, ώστε να συγκροτήσουμε το κριτικό βλέμμα μας. Να αποδεχόμαστε τα όρια της εκάστοτε επιστήμης ή μεθόδου και να ομολογούμε ρητά ότι δεν έχουν όλες οι ερωτήσεις απόλυτες απαντήσεις (όπως έκανε κι ο Τσιόδρας κάποια στιγμή και αποδόμησε -ακόμα και άθελά του- την εικόνα του επιστήμονα ως ιερού τοτέμ, εικόνα που είχε δημιουργήσει η ίδια η κυβέρνηση). Με λίγα λόγια, να ανοίγουμε περισσότερες πόρτες κι όχι να κλείνουμε.

Τέλος, χωρίς να τασσόμαστε υπέρ του επίσης ανερχόμενου απόλυτου σχετικισμού (μπάτε σκύλοι αλέστε) της μετανεωτερικότητας, να συνειδητοποιήσουμε ότι αναγκαστικά οι ατομικές επιλογές καθώς και οι συλλογικές ή πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται εξαρτώνται τόσο από την αποτύπωση κι ερμηνεία των στατιστικών δεδομένων όσο και από τις κατηγορικές μας αξίες. Αυτές είναι που ορίζουν ότι για μας ο θάνατος ηλικιωμένων στην πανδημία ή ο πνιγμός προσφύγων στη Μεσόγειο είναι εξορισμού ανεπιθύμητος, ανεξαρτήτως συνολικού αριθμού θανάτων ή πνιγμένων. Έτσι η ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση αυτών των κατηγορικών αξιών είναι τελικά το κλειδί που θα ανοίξει ή θα κλείσει ερμητικά την πόρτα σε ένα καλύτερο μέλλον. Το πώς θα εφαρμόσουμε αυτές τις αξίες και θα επιτεύξουμε τους στόχους μας ως κοινωνία, εάν θα προτιμήσουμε μια αυταρχική διαχείριση της εκάστοτε κρίσης ή θα επενδύσουμε στην ένταξη των προσφύγων και στη δημόσια υγεία αντίστοιχα, εναπόκειται σε μας, στους πολίτες.

Υποσημειώσεις

[1]Στους κυριότερους επικριτές του συγκαταλέγονται οι ιστορικιστές και οι σχετικιστές, μεταξύ των οποίων και ο Τόμας Κουν που με το έργο του “η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων” συνέβαλε στην αλλαγή επιστημολογικού παραδείγματος (paradigm) την δεκαετία του ’60.

[2]Σε αυτήν την αντιστροφή προτεραιοτήτων μεταξύ φιλοσοφικών ερωτημάτων και τεχνικών λύσεων έχει ασκηθεί κριτική όχι μόνο από κοινωνικούς επιστήμονες αλλά και από θετικούς. Πρόσφατα ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης (καθηγητής στο MIT), που έλυσε τον γρίφο του Νας, ισχυρίστηκε σε ραδιοφωνική εκπομπή στο Δεύτερο Πρόγραμμα ότι το πρωτεύον δεν είναι η λύση ενός τεχνικού προβλήματος, αλλά το φιλοσοφικό ερώτημα από το οποίο εκκινεί.

[3]Ο οικονομικός ιστορικός Morten Jerven στα βιβλία του “Poor numbers” (2013) και “Why economists get it wrong” (2015) έχει ασκήσει έντονη κριτική στις βάσεις των στατιστικών δεδομένων που παράγουν αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής και χρησιμοποιούνται μετά από μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, για να αναδείξουν τάσεις και να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν αντίστοιχες οικονομικές πολιτικές.

[4]Ο Φουκώ πχ, κόντρα σε οποιαδήποτε πολιτική εσχατολογία και ανεξάρτητα από την ιδεολογική στράτευσή του, δεν βλέπει την κοινωνία πολιτών ως ένα μόρφωμα εγγενώς θετικό, προοδευτικό. Το πρόσημο παραμένει ανοιχτό. Σύμφωνα με τον Villadsen (2015), ο Φουκώ απέδρασε από το δίλημμα «φυσιοκρατία ή ιδεολογική κριτική» παρουσιάζοντας την κοινωνία πολιτών ως μια «συναλλακτική πραγματικότητα», μια«πραγματικότητα που δεν υπάρχει, αλλά παρολαυτά έχει πραγματικά αποτελέσματα».

[5]Murphy, M. P. (2019). Giorgio Agamben,” What is Real?” Philosophy in Review, 39(3), pp. 111-112.

[6]Ο Ντόκινς τα λέει αυτά το 2005, αντιμαχόμενος το κίνημα των δημιουργιστών στην Αμερική και την προσπάθειά τους να απαγορεύσουν στο Κάνσας τη διδασκαλία της εξέλιξης εν ονόματι του θρησκευτικού δικαιώματος. Στο πλαίσιο αυτό μιλάει για την διαστροφή της εποικοδομητικής παραδοχής περί γνωσιακού κενού(που περιγράφουμε παραπάνω) από εχθρούς της επιστήμης με κακόβουλη σκοπιμότητα. Συγκεκριμένα, λέει: Το χειρότερο είναι, ότι με τον τρόπο αυτό απειλούν το έργο της ίδιας της επιστήμης. Αυτή ακριβώς είναι η επίπτωση που έχει το δόγμα της Δημιουργίας ή «η θεωρία του ευφυούς Σχεδίου», ιδιαιτέρως επειδή οι προπαγανδιστές τους είναι επιδέξιοι, επιφανειακά αληθοφανείς και, προ πάντων, καλά χρηματοδοτούμενοι.