Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Τα υπερήφανα και λευκά αγόρια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ

Προτού περάσουν δύο ώρες από το πρώτο ντιμπέιτ ανάμεσα στους δύο μονομάχους των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, ένα τσουνάμι από πειραγμένες φωτογραφίες και ένα κιτρινόμαυρο λογότυπο άρχισε να πλημμυρίζει το αμερικανικό διαδίκτυο.

Σε αυτό το παλιρροϊκό κύμα προπαγάνδας, πρωταγωνιστούσαν οι λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που διατηρούν τα μέλη των Proud Boys (στα ελληνικά: Υπερήφανα Αγόρια) της ακροδεξιάς, παραστρατιωτικής οργάνωσης που φρόντισε να διαφημίσει και ο ίδιος ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στη διάρκεια του ντιμπέιτ, ζητώντας τους ουσιαστικά να αναλάβουν δράση (“κάντε κάτι”) ενάντια στο αντιφασιστικό κίνημα – λες και δεν έχουν ήδη κάνει πολλά και αιματηρά.

Τα Υπερήφανα Αγόρια ήταν ενθουσιασμένα με το κάλεσμα του προέδρου να “τον υποστηρίξουν” και “να σταθούν στο πλευρό του” – και το έδειξαν, κατασκευάζοντας ακριβώς το νέο σήμα κατατεθέν της οργάνωσης: Οι φράσεις Stand Back και Stand By περικυκλώνουν ένα δάφνινο στεφάνι που περιλαμβάνει τα αρχικά της οργάνωσης, PB, όλα σε κίτρινο χρώμα και πάνω σε μαύρο φόντο, τα χρώματα, δηλαδή που αποτελούν και την ανεπίσημη “σημαία” της.

Ποια είναι τα Proud Boys που έως και το ντιμπέιτ, ακόμη και μέσα στις ΗΠΑ, ελάχιστοι Αμερικανοί είχαν ακούσει ή πληροφορηθεί την εξτρεμιστική και βίαιη πολιτική δράση τους; Αναφερόμαστε σε μία οργάνωση που δεν έχει κρύψει από την ημέρα της ίδρυσης της, τον Σεπτέμβριο του 2016, την πίστη της σε τρείς βασικές ιδέες, που αποτελούν τις ρίζες του νεοφασισμού στον δυτικό κόσμο: την ανωτερότητα της λευκής φυλής, την υπεροχή του άνδρα έναντι της γυναίκας και τη δύναμη που αντλείται από την ωμή βία με κύριους στόχους τους Αφροαμερικανούς, τις μειονότητες, τους ομοφυλόφιλους, τους μετανάστες και τους Εβραίους.

Οι “ελληνικές” ρίζες των ProudBoys

Για να ανιχνεύσουμε το τι είναι τα Proud Boys και τον πολιτικό “έρωτα” του Τραμπ με την οργάνωση, οφείλουμε να ανατρέξουμε στις ιδρυτικές ρίζες της. Τον Σεπτέμβριο του 2016, φτιάχτηκε ως διαδικτυακή πύλη ανταλλαγής σκέψεων και συζήτησης μέσα στον διαδικτυακό ιστότοπο του περιοδικού Taki’sM agazine, ή πιο απλά Takismag. Το διαδικτυακό περιοδικό ανήκει στον ελληνικής καταγωγής, παλαιο-συντηρητικό, κατά την αμερικανική, πολιτική ορολογία, δημοσιογράφο, Τάκη Θεοδωρακόπουλο και διευθύνεται από την κόρη του, Μαντολίνα.

Ο Θεοδωρακόπουλος υπήρξε για χρόνια σχολιαστής σε πολλά αμερικανικά και βρετανικά περιοδικά και στις στήλες του δεν έχανε την ευκαιρία να αναπτύξει τις ρατσιστικές και ακροδεξιές αντιλήψεις του, όπως έκανε το 1999, στο βρετανικό περιοδικό The Spectator, όταν υποστήριξε σε σειρά άρθρων του ότι οι μαύροι έχουν πολύ χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης και επομένως είναι κατώτεροι από τους λευκούς. Η κατακραυγή που ξέσπασε ανάγκασε τη διεύθυνση του περιοδικού να ζητήσει δημόσια συγγνώμη για τις “ αυστηρά προσωπικές απόψεις” του αρθρογράφου. Ας τονιστεί ότι διευθυντής του Spectator, τότε, ήταν ο σημερινός πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον.

Τρία χρόνια μετά τον σάλο στη Βρετανία, το 2002, ο Θεοδωρακόπουλος συνεργάστηκε με τους αμερικανούς δημοσιογράφους, Πατ Μπιουκάναν και Σκοτ ΜακΚόνελ που υπήρξαν διαδοχικά σύμβουλοι για θέματα Τύπου και Επικοινωνίας στους προέδρους, Ρίτσαρντ Νίξον, Τζέραλντ Φορντ και Ρόναλντ Ρέηγκαν. Οι τρεις δημοσιογράφοι προχώρησαν στην ίδρυση του περιοδικού The American Conservative, που άρχισε να απηχεί τις πλέον συντηρητικές απόψεις μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και μπροστά στο ξέσπασμα του “πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας”. Στο περιοδικό φιλοξενούνταν αρθρογραφία και “ρεπορτάζ” που εκλαΐκευαν τις αντιλήψεις των γερακιών της Ουάσιγκτον για έναν “πόλεμο των πολιτισμών” που “απειλούσε τις αδιαπραγμάτευτες, δυτικές αξίες της ζωής, της δημοκρατίας και της ελευθερίας” από την “προέλαση του Ισλάμ και του εξτρεμισμού στον κόσμο”. Αναγνώστες του περιοδικού, και μάλιστα φανατικοί, θα είναι δύο πρόσωπα που δεκατέσσερα χρόνια μετά, θα αποτελέσουν ταυτόχρονα, συνεργάτες του Θεοδωρακόπουλου στο TakisMag και συνιδρυτές των Proud Boys μέσα στον ιστότοπο του περιοδικού του, οι δημοσιογράφοι και σχολιαστές, Γκάβιν Μακίνες και Ρίτσαρντ Σπένσερ.

Από το ακροδεξιό πανκ της Βρετανίας στους ναζί των ΗΠΑ και τη Χρυσή Αυγή

Ο Σκωτσέζος στην καταγωγή και Καναδός στην ανατροφή, Μακίνες ξεκίνησε σε ηλικία 24 ετών, το 1994, τη δημοσιογραφική του καριέρα ως μουσικός σχολιαστής στο περιοδικό Vice το οποίο αναζωπύρωνε το νεανικό και καταναλωτικό (και έμμεσα, πολιτικό) ενδιαφέρον για την πανκ, μουσική σκηνή της Βρετανίας του ’70 και ’80 στις ΗΠΑ και τον Καναδά των 90ς. Ο Μακίνες, “πανκιό” από τα λίγα, κατά την “αυτοβιογραφία” του, εκδιώχθηκε από το περιοδικό το 2008, όταν έδωσε μια συνέντευξη στους New York Times, στην οποία υποστήριζε ότι “είχε κουραστεί” από την “αδιαφορία” των Βορειοαμερικανών “λευκών” για τις “απειλές που έρχονταν” και για τις οποίες “κάτι πρέπει να κάνουμε”, ενώ ο ίδιος δήλωνε “φανατικός και υπερήφανος λευκός (proud white)” κάτι που “στις ΗΠΑ πια είναι έγκλημα και να το λες”.

Η απόλυση από το Vice δεν πτόησε τον Μακίνες που σύντομα και διαδοχικά βρήκε δημοσιογραφική στέγη και εργασία στο TakisMag, ως αναλυτής, στο Fox News, ως εξωτερικός παραγωγός, στο καναδικό δίκτυο ακροδεξιάς διαδικτυακής αρθρογραφίας, The Rebel Media, ως αρθρογράφος και στη συνδρομητική και far-right πλατφόρμα διαδικτυακού τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού υλικού, The Compound Media, ως τηλεοπτικός παραγωγός με τη δική του εκπομπή. Παράλληλα έχτισε το δικό του “επιδραστικό” και “χιπστερικό” προφίλ σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο Facebook, το Twitter και το Youtube, όπου διατηρεί το δικό του κανάλι. Περιστασιακά, έκανε τον κομπάρσο ή τον παρουσιαστή σε διάφορα reality show, έδινε δικές του παραστάσεις stand-up comedy με “αστεία” εναντίον των γυναικών, των μαύρων και των ομοφυλοφίλων και εξέδωσε ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο “Πώς να Κατουράτε Δημόσια”, έναν διαδικτυακό κατάλογο με τον εξίσου ξεκάθαρο τίτλο, “Γιατί είναι Πολύ Φυσικό να Σιχαίνομαι τις Τρανς”, ενώ το 2016 είχε αφιερώσει μια ολόκληρη, ραδιοφωνική εκπομπή υπό τον τίτλο “Γιατί η Πίκετ- Σμιθ είναι Μαϊμού;” (σ.σ. η Πίκετ – Σμιθ είναι γνωστή Αφροαμερικανή ηθοποιός, συγγραφέας και μουσική παραγωγός).

Αυτός ο τύπος συνεργάστηκε για κάποια χρόνια στο TakisMag του Θεοδωρακόπουλου με τον Ρίτσαρντ Σπένσερ. Ο Βοστωνέζος στην καταγωγή, 42 ετών σήμερα, δημοσιογράφος στο επάγγελμα, Σπένσερ υπήρξε αρχισυντάκτης στο TakisMag του Θεοδωρακόπουλου και δηλώνει δημόσια και “υπερηφάνως” ότι είναι “ναζί”, διαθέτοντας και μια μεγάλη συλλογή με αντικείμενα της Βέρμαχτ και του Ναζιστικού Κόμματος, θεωρεί ότι υπάρχει “μια διεθνιστική, εβραϊκή συνωμοσία ενάντια στις ΗΠΑ και την Ευρώπη”, πιστεύει ότι η Ε.Ε. “πρέπει να αναγεννηθεί ως μία μεγάλη λευκή αυτοκρατορία” και δηλώνει συνεχιστής του Τζορτζ Λίνκολν Ρόκγουελ, που ήταν ο ιδρυτής του Αμερικανικού Ναζιστικού Κόμματος το 1960 στο Άρλινγκτον της Βιρτζίνια και “ο πρώτος των πολλών” υπερμάχων της ανωτερότητας της λευκής φυλής σε αμερικανικό έδαφος (American soil).

Το 2013 ο Θεοδωρακόπουλος θα γράψει και ο Σπένσερ θα επιμεληθεί μια σειρά άρθρων στο Takismag, με τα οποία το αμερικανικό κοινό “των λευκών αναγνωστών” μάθαινε για τις μεθόδους, τις “ιδέες” και την πολιτική δράση ενός “εθνικιστικού” κόμματος που μήνες νωρίτερα είχε κερδίσει την είσοδο του στην ελληνική Βουλή για πρώτη φορά – ήταν τα άρθρα που παρουσίαζαν τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή ως “πολιτικό πρότυπο” δράσης για τους αναγνώστες του περιοδικού.

Από τα λόγια, σύντομα, ο Σπένσερ και ο Μακίνες πέρασαν στις πράξεις. Τον Σεπτέμβρη του 2016, αυτό που ξεκίνησε ως “εσωτερικό ανέκδοτο” του Takismag με την παράλληλη, διαδικτυακή εμφάνιση των Proud Boys, ως χώρου διαλόγου και ανταλλαγής σκέψεων ανάμεσα στους συντάκτες και τους αναγνώστες, θα αποκτήσει σχεδόν αμέσως διαστάσεις οργανωμένης και βίαιης, ακροδεξιάς νεοφασιστικής δράσης, έχοντας εντυπωσιακές ομοιότητες με τη Χρυσή Αυγή.

Δύο μήνες μετά τη διαδικτυακή ίδρυση της Proud Boys, ο Σπένσερ θα συλληφθεί από τον φωτογραφικό φακό να πανηγυρίζει τη νίκη του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2016, χαιρετώντας ναζιστικά και φωνάζοντας “Sieg Heil Trump, Sieg Heil our people, Sieg Heil Victory!”. Δεν θα μείνει μόνο σε αυτήν τη χειρονομία: αρθρογραφώντας, θα καλέσει τους υποστηρικτές και αναγνώστες του να πανηγυρίσουν τη νίκη του Τραμπ “όπως θα πανηγυρίζαμε το 1933” – τη χρονιά που ο πρόεδρος της γερμανικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, Πάουλ φον Χίντενμπουργκ όρκισε καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ.

Το αιματοκύλισμα στο Σάρλoτσβιλ ήταν η πρεμιέρα των ProudBoys

Και την επόμενη χρονιά, για την ακρίβεια στις 11 και 12 Αυγούστου 2017, ο Σπένσερ θα αναλάβει δυναμικότερη δράση ως οργανωτής της παναμερικανικής συγκέντρωσης ακροδεξιών οργανώσεων, ομάδων κρούσης της Κου-Κλουξ-Κλαν και των, στα σπάργανα ακόμη, Proud Boys, που θα συγκεντρωθούν στην πόλη Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια για να αποτρέψουν την αποκαθήλωση του έφιππου ανδριάντα που αναπαριστούσε τον στρατηγό των Νοτίων, Ρόμπερτ Ε. Λι, από το πάρκο της πόλης. Η συγκέντρωση θα εξελιχθεί σε λουτρό αίματος: τρεις νεκροί και 33 τραυματίες ανάμεσα στους αντιφασίστες συγκεντρωμένους που απαιτούσαν την απομάκρυνση του αγάλματος και την παραδειγματική τιμωρία των ακροδεξιών. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ όμως θα καλύψει την παρουσία των ακροδεξιών ομάδων, δηλώνοντας ότι “υπήρξε βία και προκατάληψη από πολλές πλευρές” και “είδα πολλούς καλούς πολίτες και Αμερικανούς σε όλες τις πλευρές” – μόνο τους νεκρούς δεν θα έχει δει όπως και εκείνους που τους σκότωσαν.

Η έμμεση προεδρική κάλυψη στη δράση και τη βία του Σπένσερ και των ακροδεξιών ομοϊδεατών του αποχαλίνωσε το δίδυμο Σπένσερ-Μακίνες, τον Βοστωνέζο νεοναζί στον δρόμο και τον Σκωτσεζο-καναδό σχολιαστή στο διαδίκτυο. Ο Μακίνες μάλιστα, ανέλαβε ανοιχτά και δημόσια την αρχηγία της οργάνωσης των Proud Boys, αμέσως μετά τα γεγονότα στο Σάρλοτσβιλ. Κατά καιρούς, οι μεγάλες, αμερικανικές εταιρείες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, Google/Youtube) και έπειτα πάντα από καταγγελίες εξοργισμένων χρηστών, έχουν απαγορεύσει προσωρινά και έχουν κατεβάσει πιο μόνιμα, αναρτήσεις, κείμενα και βίντεο των Μακίνες και Σπένσερ, επειδή “προπαγανδίζουν τη βία και μεταχειρίζονται λόγια μίσους και διακρίσεων”. Αλλά και οι δύο επανακάμπτουν δριμύτεροι – και με την ανοχή των διαδικτυακών “δεινοσαύρων”.

Ο Μακίνες, μάλιστα έχει προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποποιηθεί των ευθυνών του για τη δράση των Proud Boys, διαχωρίζοντας προ ολίγων μηνών τη θέση του από την οργάνωση, ώστε να κρατήσει στον αφρό τη δημόσια, διαδικτυακή παρουσία του, ανοιχτούς τους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το κανάλι του στο Youtube.

Όμως όλα τα στοιχεία που άφησε ο (συν)ιδρυτής και πρώτος αρχηγός της οργάνωσης στα Περήφανα Αγόρια του, είναι ακόμη εκεί – το πολιτικό, ακροδεξιό πανκ, το όνομα, που προήλθε εξ αντανακλάσεως από ένα τραγούδι που ο Μακίνες “σιχαίνεται” το Proud Of Your Boy από την ταινία του Ντίσνεϊ Αλαντίν” (1992), η εμμονή ορισμένων στελεχών να φορούν μπλουζάκια πόλο της βρετανικής εταιρείας ρουχισμού, Fred Perry, αγαπημένη μάρκα των πανκ της Βρετανίας και του Μακίνες, και κατά προτίμηση σε μαύρο-κίτρινο, με αποτέλεσμα αυτά τα κιτρινόμαυρα πόλο να αποσυρθούν εσπευσμένα από την αμερικανική αγορά έπειτα από εσωτερική εντολή της εταιρείας, και τέλος, το αρχικό έμβλημα των Proud Boys που απεικονίζει έναν ανεμοδείκτη με τη μορφή ενός κόκορα ο οποίος δείχνει δεξιά και “δυτικά” αναγράφοντας στη βάση του “West is The Best” (Δυτικά είναι Καλύτερα) – το παρατσούκλι του Μακίνες μέσα στο ακροδεξιό πανκ της Βόρειας Αμερικής είναι Rooster (πετεινός).

Οργάνωση “μόνο για λευκούς άνδρες” με κουβανό ηγέτη

Σήμερα, η οργάνωση που ξεκίνησε ως φόρουμ διαλόγου για 120-160 άτομα, αριθμεί περίπου 3.000 “δυναμικά μέλη”, με άλλα λόγια, ακροδεξιούς πολιτοφύλακες των δυνάμεων κρούσης που περιοδεύουν ανά τις ΗΠΑ έχοντας ως “βασικό εχθρό” το κίνημα BlackLivesMatter, ειδικά μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς. Τον περασμένο Ιούνιο, οι ακροδεξιοί που έρχονταν σε αντιπαράθεση με τους διαδηλωτές στις Αυτόνομες Ζώνες του Σιάτλ ή στον Λόφο του Καπιτωλίου και είχαν τη συμπαράσταση της αστυνομίας και της εθνοφρουράς, ήταν μέλη ή κουβαλούσαν εμβλήματα των Proud Boys.

Τα μέλη της οργάνωσης έχουν ηλικία 15-32 ετών, όλοι άνδρες, καθώς τα Proud Boys “απαγορεύουν την πολιτική συμμετοχή στις γυναίκες (μισογυνισμός και σεξισμός) ή σε όσους δεν έχουν γεννηθεί βιολογικά άνδρες ή δεν συμπεριφέρονται ως άνδρες (έμμεση δήλωση μίσους προς τους τρανς και τους ομοφυλόφιλους)”. Αν και δεν υπάρχει κάποια επίσημη στολή, η πολιτοφυλακή των Proud Boys δείχνει προτίμηση στα κιτρινόμαυρα μπλουζάκια της Fred Perry, ως “στοιχείο αμοιβαίας αναγνώρισης”, στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί, και σε τισερτάκια που απεικονίζουν παραποιημένα σύμβολα των ναζί ή το πρόσωπο του Αουγκούστο Πινοτσέτ, επειδή “τιμώρησε παραδειγματικά τους αριστερούς εχθρούς της Αμερικής στη Χιλή (δηλαδή, τους δολοφόνησε και τους φυλάκισε)”.

Η οργάνωση έχει συστήσει δίκτυα “επικοινωνίας” με “λευκούς” σε ολόκληρη την Αγγλόσφαιρα (Καναδά, Αυστραλία, Βρετανία), όπου είναι “η κοιτίδα της υπεροχής του λευκού ανθρώπου”, αλλά κατά μία απίστευτη τροχιά των γεγονότων, έχει ως σημερινό ηγέτη της, έναν ισπανόφωνο, τον κουβανικής καταγωγής, Ενρίκε Τάρριο, που ξεκίνησε ως τοπικός ηγέτης των Proud Boys ανάμεσα στους κουβανούς αντικομμουνιστές και αντικαστρικούς μετανάστες του Μαϊάμι – και είναι μιγάς. Ο Τάρριο συνεπικουρείται στο “έργο” του από το “συμβούλιο των ‘’παλιών’’, δυτικών ανδρών” ή το λεγόμενο “Κεφάλαιο των Γερόντων” στο οποίο συμμετέχουν οι Χάρι Φοξ, Χελθ Χερ, Πάτρικ Γουίλιαμ Ρόμπερτς, Τζόσουα Χολ, Τίμοθι Κέλι, Λουκ Ρόθλινγκ και Ρούφιο Πάνμαν, όλοι τους παλιοί αναγνώστες, φίλοι και συνοδοιπόροι του Μακίνες και του Σπένσερ.

Πέρα από την αντιπαράθεση στον δρόμο και τις διαδηλώσεις όπου το αντιφασιστικό κίνημα στις ΗΠΑ αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και τη βία των Proud Boys, εις βάρος της ακροδεξιάς και νεοφασιστικής οργάνωσης και των ιδρυτικών μελών της, εκκρεμούν δεκάδες δίκες για πρόκληση σε βία, ηθική αυτουργία σε σωματικές βλάβες, διέγερση σε πράξεις βίας και φυλετικού, σεξιστικού και ρατσιστικού μίσους ή για απόπειρες ανθρωποκτονίας, όλες προερχόμενες από μηνύσεις και δικαστικό αγώνα που συντονίζει το Southern Poverty Law Center με έδρα την Αλαμπάμα του Μοντγκόμερι ο πρώτο. Αυτός ήταν και ο πρώτος αμερικανικός φορέας που είχε χαρακτηρίσει, το 2017, τα Proud Boys “ένα επικίνδυνο ακροδεξιό fight-club οργανωμένου μίσους προς τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους Αφροαμερικανούς και τους μετανάστες, που ακολουθεί βήμα-βήμα όσα πρεσβεύει ο πρόεδρος Τραμπ στη δημόσια σφαίρα”.

Ο ίδιος ο Τραμπ δικαίωσε τους δικηγόρους και τους ακτιβιστές του Southern Poverty Law Center με τις αποστροφές του στο πρώτο ντιμπέιτ ενόψει των προεδρικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.