Όπως ίσως θα έχετε καταλάβει, σε αυτή τη σειρά κειμένων δεν είναι τόσο το ίδιο το σκάκι ως αντικείμενο που βρίσκεται στο επίκεντρο, αλλά το πλαίσιό του. Η ιστορία, το πολιτισμικό διακείμενο, η ιδεολογική πάλη που συνοδεύουν την εκάστοτε τοποθέτηση των σκακιστικών δρωμένων στο επίκεντρο της δημόσιας σφαίρας έχουν πολλές φορές μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια παρτίδα.
Στο ίδιο πνεύμα, αυτό που αρχικά προσεγγίζω όταν έρχομαι σε επαφή πρώτη φορά με έναν συνθέτη σκακιστικών προβλημάτων είναι η βιογραφία του. Πολλές φορές αυτή όντως δεν έχει καμία σχέση με το έργο. Και γιατί άλλωστε; Όπως όλα τα άλλα αντικείμενα της ανθρώπινης ενασχόλησης έτσι και τα σκακιστικά προβλήματα είναι ένα αυτοτελές σύμπαν προβληματικών, τεχνικής, μεθόδου και έμπνευσης. Τι σημασία έχει αν ο συνθέτης είναι λογιστής ή φιλόλογος, ταμίας ή οικοδόμος;
Και πάλι, ωστόσο, υπάρχει η διερώτηση. Ειδικά για τα σκακιστικά προβλήματα, που μόνο αν είσαι εισοδηματίας μπορείς να τα δεις ως κύρια απασχόληση, καθώς δεν συνοδεύονται από καμία υλική απολαβή, το πώς ζει αυτός που τα φτιάχνει είναι ένα ζήτημα που πέρα από την ηδονοβλεπτική περιέργεια περιλαμβάνει και την απορία περί του περιβάλλοντος που μπορεί να τον εμπνεύσει.
Κάνω αυτή τη μακρά εισαγωγή, εν πολλοίς μπερδεμένη και αντιφατική, για να περιγράψω την έκπληξή μου όταν πρωτοήλθα σε επαφή με τον Ρέιμοντ Σμούλιαν. Και μόνο οι βασικές ιδιότητές του αρκούν για να τραβήξει κανείς το ενδιαφέρον: φιλόσοφος, μαθηματικός, ταχυδακτυλουργός, πιανίστας, συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, ταοϊστής.
Ο Ρέιμοντ Σμούλιαν γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1919 στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, σε οικογένεια Ασκενάζι Εβραίων. Ο Ρέιμοντ ήταν το μικρότερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Από πολύ μικρή ηλικία επέδειξε μουσικό τάλαντο. Έπαιζε βιολί και πιάνο, διαθέτοντας απόλυτο μουσικό αυτί. Την ίδια περίοδο είναι που γεννάται και η αγάπη του για τα μαθηματικά και τη λογική.
Σχολείο πήγε στο Μπρονξ, αλλά, όπως συμβαίνει συχνά με τις ιδιοφυΐες, βαρέθηκε και το εγκατέλειψε. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει μόνος του, αυτοεκπαιδευόμενος. Μελέτησε αναλυτική γεωμετρία, λογισμό, ανώτερη άλγεβρα. Παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ και, επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, συνέχισε την κατά μόνας μελέτη της σύγχρονης άλγεβρας.
Την ίδια περίοδο συνέθεσε αρκετά σκακιστικά προβλήματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν πολλά χρόνια αργότερα, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και με την… ταχυδακτυλουργία. Υπήρξε έτσι κυριολεκτικά ένας μάγος.

Ύστερα από πρόταση του μεγάλου και τρανού Ρούντολφ Κάρναπ, προσλήφθηκε στο Dartmouth College, όπου δίδαξε για ένα διάστημα χωρίς να έχει καν επίσημο πανεπιστημιακό τίτλο. Το 1959 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα μαθηματικά στο Πρίνστον. Η διατριβή του, με τίτλο Theory of Formal Systems δημοσιεύθηκε το 1961.
Πέρα από τη δυτική λογική, ο Σμούλιαν αφιέρωσε πολλά από τα έργα του στην ταοϊστική φιλοσοφία, την οποία θεωρούσε ένα σπάνια αρμονικό σύστημα σκέψης: ένα σύστημα ικανό να φωτίσει σχεδόν όλα τα κλασικά φιλοσοφικά αινίγματα, ενώ ταυτόχρονα γεφύρωνε τα μαθηματικά, τη λογική και τη φιλοσοφία σε μια ενιαία κοσμοθεώρηση.
Τι συμβαίνει όταν αυτή η πληθωρική προσωπικότητα έρχεται σε επαφή με το σκάκι; Ο Σμούλιαν ασχολήθηκε με μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία σκακιστικών προβλημάτων, τα προβλήματα αποδεικτικής ανάλυσης (ρετροπροβλήματα). Από τους θεμελιωτές του είδους, έγραψε με έναν πρωτότυπο τρόπο δύο βιβλία με ρετρό προβλήματα: το 1979 το The Chess Mysteries of Sherlock Holmes. Και το 1980 το The Chess Mysteries of the Arabian Knights. Η πρωτοτυπία του Σμούλιαν, όπως φαίνεται ήδη από τους τίτλους είναι ότι δεν περιορίζεται σε μια στεγνή έκθεση των προβλημάτων, αλλά τα εντάσσει σε ένα πλαίσιο μυθοπλασίας.
Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστικά, ο Σμούλιαν θα χρησιμοποιήσει τον Σέρλοκ Χολμς ως την περσόνα που διδάσκει την αποδεικτική ανάλυση στον πιστό του Γουάτσον. Ο Χολμς θα εξηγήσει στον έκπληκτο από το ενδιαφέρον του για το σκάκι Γουάτσον τον λόγο που συμβαίνει αυτό, εισάγοντάς στην ουσία της αποδεικτικής ανάλυσης:
Σε αντίθεση με το πιο συμβατικό είδος σκακιστικού προβλήματος (το οποίο ασχολείται με τον αριθμό των κινήσεων μέσα στις οποίες τα Λευκά μπορούν να κερδίσουν), αυτά τα προβλήματα ασχολούνται αποκλειστικά με την προηγούμενη εξέλιξη μιας παρτίδας. Η ποικιλία των ερωτημάτων που μπορούν να θέσουν αυτά τα προβλήματα είναι πραγματικά συναρπαστική. Για παράδειγμα, μπορεί να παρουσιαστεί μια θέση στην οποία ένα από τα κομμάτια λείπει (ή παριστάνεται από ένα νόμισμα τοποθετημένο στο τετράγωνο) και το πρόβλημα είναι να ανακαλύψετε ποιο κομμάτι είναι. Σε άλλες περιπτώσεις, δίνονται θέσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ότι ένα από τα κομμάτια στη σκακιέρα είναι αποτέλεσμα προαγωγής πιονιού, αλλά είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ποιο ακριβώς κομμάτι είναι. […] Αυτά τα προβλήματα αποτελούν συναρπαστικές ασκήσεις καθαρής παραγωγικής λογικής. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρίσκονται στο όριο μεταξύ λογικής και σκακιού (για τον λόγο αυτό έχουν μερικές φορές χαρακτηριστεί ως προβλήματα «σκακιστικής λογικής» ή «λογικής του σκακιού»).
Στην αποδεικτική ανάλυση, δηλαδή, ο Χολμς θα χρησιμοποιήσει μια διαδικασία ελέγχου αντίστοιχη με αυτή την οποία αυτός εφαρμόζει στην ντετεκτιβίστικη δουλειά του. Είναι η διερεύνηση του τι συνέβη που έχει όλο το ενδιαφέρον:
«Υπάρχουν ορισμένες καταστάσεις πάνω στη σκακιέρα», εξήγησε ο Χολμς, «οι οποίες δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για τον σκακιστή όσον αφορά το παιχνίδι καθαυτό – ούτε ως προς την έκβασή του στο μέλλον – αλλά παρουσιάζουν ζωτικό ενδιαφέρον επειδή παρέχουν ενδείξεις για το τι πρέπει να έχει συμβεί στο παρελθόν».
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ρετροανάλυσης είναι το παρακάτω πρόβλημα:

Ο Χολμς επισκέπτεται δύο φίλους που βρίσκονται στο μέσο μιας παρτίδας. Τα ανιψάκια τους έχουν χάσει όμως ένα κομμάτι, το οποίο έχει αντικατασταθεί με ένα νόμισμα. Το τσάλεντζ είναι να εντοπίσει ο Χολμς το κομμάτι αυτό, επικαλούμενος μόνο τη λογική της θέσης. Ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο μαύρος βασιλιάς βρίσκεται σε σαχ, ο Χολμς ξεκινά να ανασυνθέτει τη θέση, εντοπίζοντας μέσα από τη μελέτη της πιονοδομής (άρα και των κοψιμάτων που έχουν πραγματοποιηθεί) το ένα και μόνο κομμάτι που θα μπορούσε να βρίσκεται στο εν λόγω τετράγωνο (σας αφήνω να το σκεφτείτε και θα επανέλθουμε με τη λύση στο επόμενο).
Στα προβλήματα ρετροανάλυσης που παρουσιάζει ο Σμούλιαν κυριαρχούν συγκεκριμένα μοτίβα: κομμάτια που είναι ανάμεσα σε δύο τετράγωνα και πρέπει να βρεθεί το σωστό, θέσεις στις οποίες φαινομενικά επιτρέπεται το ροκέ, αλλά θα πρέπει να διαπιστωθεί αν όντως είναι εφικτό, ματ σε μία κίνηση όπου θα πρέπει να βρει κανείς πώς είναι τοποθετημένη η σκακιέρα (ο Σμούλιαν παίζει εδώ με την προκατάληψη μας να βλέπουμε μηχανικά ένα διάγραμμα), κινήσεις en passant (εν διελεύσει) και αυτές είναι εφικτές. Πέρα από τα ίδια τα προβλήματα, που αν και ξεπερασμένα σήμερα δεν παύουν ωστόσο να διατηρούν το ενδιαφέρον τους, η απολαυστική γραφή του Σμούλιαν πιάνει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια από το χέρι και τους οδηγεί σε έναν ελάχιστα εντοπισμένο χώρο της σκακιστικής επικράτειας.
Το πόσο ελάχιστα αναπτυγμένο στον κοινό νου είναι το γεγονός της σχέσης μια σκακιστικής θέσης με το παρελθόν της φαίνεται χαρακτηριστικά στην πρόσληψη του σκακιού από τον Κωστή Παπαγιώργη. Παραθέτω απόσπασμα από ένα παλαιότερο κείμενό μου για τον σημαντικό έλληνα στοχαστή:
Στην Κόκκινη αλεπού, που φέρει τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Μισανθρωπίας προλεγόμενα», ο Κωστής Παπαγιώργης θα επισημάνει τι είναι αυτό που διαφοροποιεί το σκάκι από το μπριτζ, όσο αφορά την αντίληψη του χρόνου που προϋποθέτουν έκαστο. Σε μια τυχαία σκακιστική θέση μπορεί να εισέλθει κανείς και να συνεχίσει το παιχνίδι χωρίς να προϋποτίθεται γνώση των προγενέστερων κινήσεων – το τι έχει προηγηθεί είναι αδιάφορο από την άποψη των προβλημάτων που θέτει το παρόν της θέσης. Στους αντίποδες, ένας παίκτης του μπριτζ δεν μπορεί να παίξει καμία θέση αν αγνοεί την ιστορία της. Το τι έχει προηγηθεί, το πώς ήταν το αρχικό μοίρασμα και το πώς εξελίχθηκαν οι αγορές είναι αναγκαία συνθήκη για να προχωρήσει η ανάλυση.
Και από εκεί ο Παπαγιώργης συμπέρανε:
«Απέναντι στις δραστηριότητες του σκακιστή που συμφιλιώνεται με τον κόσμο και τα πράγματα, κηρύχνει άθελά του την αποδοχή, αποστρέφεται, με τον καιρό, την κενοδοξία της αρχής και του τέλους ο παίκτης του μπριτζ καλλιεργεί φανατικά τους αναχρονισμούς του. Ντύνεται για να γδυθεί, κατοικεί για να μετοικήσει, μιλάει για να σωπάσει, πράττει για να υπερβεί την πράξη του» («Μπριτζ ή σκάκι;», Η κόκκινη αλεπού, Ροές, 1989, σ. 143).
Έπειτα από όσα έχουμε ήδη πει, καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό δεν ισχύει πάντα. Υπάρχει μια μικρή επικράτεια όπου οι σκακιστές δεν συμφιλιώνονται ποτέ ούτε με τον κόσμο ούτε με τα πράγματα…
