ΑΘΗΝΑ
09:03
|
28.06.2026
Για ένα διήγημα του Γιάννη Καρκανέβατου.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Υπάρχουν σκακιστικά βιβλία. Υπάρχουν βιβλία για το σκάκι. Υπάρχουν μυθοπλαστικά βιβλία με θέμα το σκάκι. Βιβλία στα οποία το σκάκι κυριαρχεί ως κεντρικό θέμα, και απευθύνονται σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται για το σκάκι. Βιβλία που προκαλούν συζητήσεις για το σκάκι, αλλά που μπορεί να μην το έχουν κεντρικό θέμα. Αγαπάμε, προφανώς, αυτά τα βιβλία που ασχολούνται με τη γλυκιά εμμονή μας.

Υπάρχουν όμως και βιβλία που δεν σε προδιαθέτουν καθόλου ότι θα βρεθεί κάπου μέσα τους μια σκακιστική αναφορά, και όταν αυτή βρεθεί δεν θα έχει σίγουρα σχέση με το σκάκι. Θα το χρησιμοποιεί ίσως ως μεταφορά ή αλληγορία, ως ένα απλό «προπ» για την προώθηση της πλοκής. Ο Ολλανδός σκακιστής και συγγραφέας Χαν Ντόνερ μισούσε αυτά τα βιβλία. Μισούσε οτιδήποτε αντιμετώπιζε το σκάκι ως μέσο για να καταλάβεις κάτι άλλο. Μισούσε τον Ναμπόκοφ, αγαπούσε τον Ντυσάν. Μισούσε δηλαδή τον συγγραφέα που χρησιμοποιεί το σκάκι ως λογοτεχνικό θέμα, αγαπούσε τον καλλιτέχνη που εγκατέλειψε την τέχνη για το σκάκι.

Θεωρώ τη στάση του Ντόνερ κάπως δογματική. Προσωπικά, απολαμβάνω τις τυχαίες συναντήσεις με αναφορές στο σκάκι και σε σκακιστές μέσα σε λογοτεχνικά κείμενα, ειδικά όταν προκύπτουν χωρίς να τις περιμένεις. Έχει ενδιαφέρον σε αυτές τις περιπτώσεις να βλέπει κανείς πώς αξιοποιούνται, επιτελώντας συχνά διαφορετικές λειτουργίες. Γιατί επέλεξε το σκάκι και όχι κάτι άλλο;

Μια τέτοια αναφορά βρήκα πρόσφατα, διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι (εκδόσεις Εστία). Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι σουρεαλιστικός, αλλά αναφέρεται στο Παρίσι, όπου ως γνωστόν είναι θαμμένος. Επιπλέον το Παρίσι είναι χωρισμένο σε 20 δημοτικά διαμερίσματα με τρόπο που σχηματίζει σπείρα – σαν κέλυφος σαλιγκαριού – ξεκινώντας από το κέντρο (1ο διαμέρισμα) προς τα έξω με φορά δεξιόστροφη. Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι είναι λοιπόν ο Τζιμ Μόρισον και το Παρίσι.

Το εξώφυλλο του βιβλίου

Το Παρίσι πρωταγωνιστεί σε αρκετά από τα διηγήματα του Καρκανέβατου. Ένα από αυτά είναι και το «Τα ζώα δεν σκέφτονται το μέλλον», που θα μας απασχολήσει εδώ. Πριν δούμε το γιατί θα προσπαθήσω να το περιγράψω, ζητώντας συγγνώμη για τα αναγκαία σπόιλερ.

Το διήγημα ξεκινά με τη μόνη (αν δεν κάνω λάθος) ευθεία διακειμενική αναφορά του Καρκανέβατου: την αναφορά στη φράση του Γκεόργκι Γκοσποντίνοβ που δίνει τον τίτλο στο διήγημα. Ο συγγραφέας τη σχολιάζει διαφωνώντας, δίνοντας έμφαση στη σχέση της ανάγκης με την ικανοποίηση, που παράγει σε ανθρώπους και ζώα την ανάδυση μιας αίσθησης χρονικότητας. Μετά τη σύντομη αυτή παρέκβαση, ο συγγραφέας αναλαμβάνει τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή για να μας περιγράψει την ιστορία του ήρωά του, ο οποίος το πρωί μιας ημέρας αποφασίζει να σπάσει τη ρουτίνα της καθημερινότητας (τη θεσπισμένη  δηλαδή σχέση ανάγκης και ικανοποίησης) και να περιπλανηθεί στο Παρίσι.

Ο σκοπός του είναι να δραπετεύσει από τη ζωή της μισθωτής εργασίας, των προκαθορισμένων διαδρομών και στόχων, να ανοίξει μια γραμμή διαφυγής που θα βγαίνει έξω από τη μαύρη τρύπα της καθημερινότητας που ρουφάει μέσα της κάθε προσδοκία που δεν συμφωνεί με τα προσυμφωνημένα κοινωνικά πρότυπα. Η περιπλάνησή του στο Παρίσι θα αναδείξει τη ψυχογεωγραφική δυναμική τόπων γνώριμων μεν που ποτέ ωστόσο δεν έγιναν πραγματικά γνωστοί.

Σε μια στιγμή αυτής της περιπλάνησης στην κατ’ εξοχήν πόλη των φλανέρ, ο ήρωας θα περάσει και από τους Κήπους του Λουξεμβούργου. Εκεί ακολουθεί το εξής:

Θυμήθηκε τον Κουβανό Jose Raul Capablanca, παγκόσμιο πρωταθλητή στο σκάκι έναν αιώνα πριν. Λίγα χρόνια μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, είχε αποφασίσει να ζήσει στο Παρίσι. Του άρεσε να συχνάζει στους ίδιους κήπους με τις βαριές μεταλλικές καρέκλες· δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα. Συνήθιζε μάλιστα να προσκαλεί ανυποψίαστους περαστικούς σε μια παρτίδα. Είχε την ιδιορρυθμία να κρύβει πάντα στην τσέπη του μια ξύλινη Μαύρη Βασίλισσα, με όμορφο χειροποίητο σκάλισμα. Όταν λοιπόν έβρισκε έναν διαθέσιμο αντίπαλο-θύμα, πρότεινε να μη ρίξουν κλήρο, αλλά διάλεγε ο ίδιος τα μαύρα, δηλαδή δεχόταν να παραχωρήσει το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης. Πριν αρχίσουν, είχε το δικό του τελετουργικό. Απομάκρυνε από τη σκακιέρα τη μαύρη βασίλισσα και τοποθετούσε τη δική του, την ξυλόγλυπτη. Ένας φιλόδοξος ανταγωνιστής δεν τον αναγνώρισε και θεώρησε υπεροπτική την κίνησή του. Έτσι τον ρώτησε με εμφανή ειρωνεία πώς και ήταν τόσο βέβαιος ότι θα κερδίσει. Ο Capablanca τον κοίταξε σταθερά και απάντησε: «Κύριε, αν είχατε έστω και μια πιθανότητα να με κερδίσετε, θα σας γνώριζα προσωπικά». Κάνει μια στάση και αναλογίζεται αυτήν την ιστορία. Του αρέσει πολύ για να μην την θεωρήσει αληθινή.

Πρόκειται μάλιστα για την τελευταία στάση του ήρωα στην ιδιότυπη δραπέτευσή του. Ύστερα από αυτή θα γυρίσει απλώς σπίτι, όπου και δικαιολογήσει τηλεφωνικά την απουσία του από την εργασία. Η αλλαγή του μέλλοντος δεν θα έρθει – όχι σήμερα τουλάχιστον. Η δυνατότητα της ελευθερίας υποτάχθηκε στην ανάγκη.

Ο Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα

Γιατί ο Καπαμπλάνκα εδώ; Καταρχάς να πούμε ότι η ιστορία δεν έχει αποδειχθεί αληθινή (από εμένα τουλάχιστον). Αν κάποιος αναγνώστης ή αναγνώστρια έχει κάποιο επιπλέον στοιχείο μπορεί να επικοινωνήσει με το Κοσμοδρόμιο. Όπως όμως επισημαίνει ο ήρωας του διηγήματος με τον τρόπο του, η ιστορία αληθεύει στην έννοιά της. Ο αποσυρμένος από την ενεργό δράση Καπαμπλάνκα επινοεί ένα δικό του τελετουργικό αναμέτρησης που του επιτρέπει ταυτόχρονα να κυριαρχεί («αν είχατε έστω και μια πιθανότητα να με κερδίσετε, θα σας γνώριζα προσωπικά») αλλά και να μεταβάλλει την επικράτεια της κυριαρχίας του. Η εμμονή του να παίζει με τα μαύρα και να τοποθετεί το δικό του κομμάτι δεν είναι απλώς μια εκκεντρικότητα, είναι και η διάνοιξη μιας ρωγμής στην κανονικότητα της σκακιστικής διαδικασίας. Ο Καπαμπλάνκα κυριαρχεί στο σκάκι, ενόσω δεν συμμετέχει στην τυπική, «κανονική» διαδικασία του. Δημιουργεί μια παράλληλη πραγματικότητα, όπου η ανάγκη υπερκεράζεται από μια ιδιότυπη ελευθερία μέσα από την αντικειμενική του ηλικιακή φθορά.

Ο ήρωας θα ήθελε να μπορεί να υιοθετήσει τη στάση του Καπαμπλάνκα απέναντι στον διευθυντή του, να αυθαδιάσει όπως ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής μπροστά στον αδαή αντίπαλό του. Όμως δεν μπορεί. Η επιστροφή του στην κανονικότητα τερματίζει απότομα όποια γραμμή φυγής είχε προλάβει να σχηματιστεί.

Πώς λειτουργεί όμως ο Καπαμπλάνκα και η ιστορία του; Η επίκληση του συγγραφέα δεν είναι μεταφορικής υφής. Η ιστορία δεν συνιστά επίσης κάποια αλληγορία. Είναι μάλλον ένα στιγμιότυπο αληθινής ζωής πλάι στο ψέμα της αλλοτριωμένης καθημερινότητας. Η παράθεση της (φανταστικής) ιστορίας του Καπαμπλάνκα είναι το τετράγωνο έξω από τη σκακιέρα της καθημερινότητας του ήρωα, μια υπενθύμιση του ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να βιωθεί μια ζωή. Ο ήρωας αποτυγχάνει αλλά πριν συνθηκολογήσει θα πάρει μια γεύση από το άλλο που η ρουτίνα δεν αφήνει να αναδυθεί. Και ίσως μια μέρα καταφέρει να εκτραπεί από την κοχλιακή τροχιά που τον επιστρέφει στην ανία των μικροβασάνων της καθημερινότητας.

Και με αυτήν την αισιόδοξη νότα, η στήλη σάς αποχαιρετά για το καλοκαίρι, ελπίζοντας στη γρήγορη επιστροφή της από τον Σεπτέμβρη. Ελπίζω όλοι και όλες να απολαύσετε ενδιαφέρουσες ιστορίες μέσα και έξω από τη σκακιέρα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Τραγωδία στην Κρήτη: Νεκρή 43χρονη που τραυματίστηκε σε σκοπευτήριο

Το Μέλλον της Ανθρωπότητας στους Τέταρτους Δελφικούς Διαλόγους, 3 και 4 Ιουλίου 2026

Γερμανία: Θερμοκρασίες ρεκόρ καθώς το κύμα καύσωνα κινείται ανατολικά

ΠΕΝΕΝ: 24ωρη απεργία στο λιμάνι της Ραφήνας την Παρασκευή 3 Ιουλίου

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα