Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Το “μοντέλο Ριάτσε” για τη μετανάστευση δικαιώνεται

Την ώρα που στην Ιταλία όλοι αναμένουν με περισσό ενδιαφέρον την έναρξη και την εξέλιξη της πολύκροτης δίκης στην Κατάνια κατά του ηγέτη της ξενοφοβικής Λέγκας, Ματέο Σαλβίνι με την κατηγορία της “απαγωγής” και “παράνομης κράτησης ανθρώπων”, για την υπόθεση της απαγόρευσης αποβίβασης επί ημέρες των 131 διασωθέντων μεσοπέλαγα μεταναστών από το σκάφος του λιμενικού “Γκρεγκορέτι”, ακόμη μία απόφαση ανώτατου δικαστικού οργάνου της χώρας δικαιώνει την πολιτική, που με τόσο μίσος και λύσσα πολέμησε ο ακροδεξιός ηγέτης και η οποία προκρίνει τον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη.

Το Ανώτατο Συμβούλιο του Ιταλικού Κράτους επικύρωσε τελεσίδικα την απόφαση του Περιφερειακού Εφετείου της Καλαβρίας, που τον Μάιο του 2019 ακύρωνε την απόφαση του Σαλβίνι, ως υπουργού Εσωτερικών τότε, να αποκλείσει την πόλη του Ριάτσε από το Σύστημα Προστασίας Αιτούμενων Ασύλου (Sprar) με σκοπό να ακυρώσει το διεθνώς επαινεθέν “μοντέλο Ριάτσε” για την υποδοχή και ενσωμάτωση προσφύγων που είχε εγκαινιάσει ο δήμαρχος Μίμο Λουκάνο (στη φωτογραφία). Ένας δήμαρχος που επί τρεις θητείες κατόρθωσε να μεταμορφώσει χάρις στη βοήθεια προς τους πρόσφυγες την ίδια του την πόλη, να διπλασιάσει (από 900 σε 2.000 κατοίκους) τον πληθυσμό της, να αναστρέψει την τάση φυγής των κατοίκων και να την αναγάγει σε πρότυπο, όχι μόνο ανθρωπιάς, αλλά και οικονομικο-κοινωνικής ανάπτυξης.

Για το αξιέπαινο τούτο έργο του, ο Λουκάνο διώχθηκε από τον Σαλβίνι και τα ενεργούμενά του δικαστικά, για υπόθαλψη και παράνομη νομιμοποίηση προσφύγων, απάτη και διασπάθιση δημοσίου χρήματος του επεβλήθη κατ’ οίκον περιορισμός μακριά από το Ριάτσε (δεν κατόρθωσε μήτε να παρασταθεί στον θνήσκοντα πατέρα του) και απαγόρευση να θέσει ξανά υποψηφιότητα για τη δημαρχία της πόλης. Ένα αξίωμα που κατέλαβε εκλεκτός του Σαλβίνι, ο Τονίνο Τριφόλι, ο οποίος όμως αποδείχθηκε πως δεν είχε δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα, καθώς δεν είχε παραιτηθεί από δημοτικός αστυνομικός. Ο Τριφόλι παραμένει τύποις μόνον στη θέση του, καθώς εκκρεμεί η έφεσή του, όμως νέες καταγγελίες για πλημμελή άσκηση καθηκόντων του, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη θέση του και προσθέτει επιχειρήματα για την καθαίρεσή του.

Ο Σαλβίνι κατόρθωσε πάντως να αναιρέσει ό,τι είχε καταφέρει επί χρόνια, με μόχθο μεν, αλλά όχι και μοναχικά, γιατί κατόρθωσε να συδαυλίσει τη συλλογική προσπάθεια και το εθνικό και διεθνές ενδιαφέρον, ο Λουκάνο. Το “μοντέλο Ριάτσε” είχε συγκεντρώσει πάνω του όλα τα φώτα της δημοσιότητας. Από τα εγκώμια του BBC, μέχρι το περιοδικό Forbes που απαριθμούσε τον Λουκάνο (40ον) μεταξύ των 50 πιο σημαντικών δημάρχων στον κόσμο και τον συμπεριελάμβανε στις προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επιρροή και ενέπνευσε μέχρι και τον Βιμ Βέντερς να δημιουργήσει τη μικρού μήκους ταινία “Η πτήση” με πρωταγωνιστή τον Μπεν Γκαζάρα, ή το γαλλικό ντοκιμαντέρ, που η λογοκρισία της RAI εμπόδισε τους Ιταλούς να το δουν τηλεοπτικά. Το δε 2010 ήλθε η σειρά του βραβείου World Mayor για να επιστέψει την επιτυχία του μοντέλου που εισήγαγε και στήριξε με όλες του τις δυνάμεις ο Λουκάνο.

Το μοντέλο, που εμπνεύστηκε το 1998 ο δήμαρχος, όταν στην πόλη έφτασαν πρόσφυγες από το Κουρδιστάν και χρειάστηκε να επινοηθούν διάφοροι μηχανισμοί για να αποτραπεί η απέλασή τους, ερείδεται πάνω στην διπλή αναγκαιότητα των προσφύγων να βρουν μία στέγη αφενός, και αφετέρου στην δεινοπάθεια του ίδιου του τόπου. Καταστάσεις ανάλογες που αναζητούσαν επείγουσα λύση.

Στο Ριάτσε, οι μετανάστες στεγάζονταν σε ακατοίκητα σπίτια στην πόλη, που τους χορηγούνταν με τη μορφή δανεισμού και δωρεάν χρήση και με τα χρήματα από τα προγράμματα στήριξης που διατίθεντο από το υπουργείο να χρησιμοποιούνται ώστε να δημιουργηθούν μεικτοί συνεταιρισμοί, στους οποίους συμμετείχαν και μετανάστες και κάτοικοι, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν κοινοτικά, αλλά και ευρύτερα περιφερειακά δημόσια έργα στους ανάλογους διαγωνισμούς, δίνοντας παράλληλα την ευκαιρία στους πρόσφυγες και τους αιτούμενους ασύλου να καταρτιστούν και επιχειρηματικά και εργασιακά μέσω “προγραμμάτων και επιχορηγήσεων κατάρτισης εργασίας”, που θα τους εξασφάλιζαν έναν μικρό μισθό.

Επιπλέον, ίσχυσε ένα σύστημα “μπόνους”, ένα είδος κουπονιών που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε συνεργαζόμενα καταστήματα και θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιούν οι φιλοξενούμενοι στο σύστημα του Ριάτσε για να κάνουν τις αγορές τους στην τοπική αγορά και να μπορούν να διαχειρίζονται προσωπικά το νοικοκυριό τους. Με την πάροδο του χρόνου, το σύστημα αυτό συχνά ωφέλησε όχι μόνο τους πρόσφυγες και τους αιτούμενους ασύλου που περιλαμβάνονται σε προγράμματα Sprar, αλλά και πολλούς από τους ντόπιους και εκείνους τους ξένους που μετά το πέρας του προγράμματος κατάρτισης και βοήθειας επέλεγαν να παραμείνουν στο Ριάτσε, να στήσουν τη δική τους επιχείρηση, να συμμετάσχουν στους κοινούς συνεταιρισμούς και να ξαναθεμελιώσουνε στην πόλη μία νέα ζωή.

Τούτες οι ενέργειες πραγματώθηκαν χάρις στην εκμετάλλευση κάθε δυνατότητας που παρείχε όλα τούτα τα χρόνια στις τοπικές κοινωνίες και τη δημοτική αυτοδιοίκηση ο νόμος: ένταξη στο σύστημα προστασίας αιτούμενων ασύλου Sprar, απόκτηση περιφερειακών πόρων ή ενυπόθηκων δανείων για την ανακαίνιση εγκαταλελειμμένων σπιτιών και όποιων άλλων κοινοτικών ταμείων για την υποδοχή και φιλοξενία σε πρόσφυγες, σε συνάρτηση με την απασχόλησή τους στον δήμο μέσω της σύστασης διαφόρων τεχνικών εργαστηρίων (υφαντική, επεξεργασία γυαλιού, παρασκευή μαρμελάδας και άλλων παραδοσιακών προϊόντων κ.ο.κ.). Τα πενιχρά 35 ευρώ που το κράτος και η Ε.Ε. διέθετε καθημερινά για κάθε πρόσφυγα έπιασαν τόπο μέσα από τα προγράμματα ουσιαστικής βοήθειας και εκμετάλλευσης της δυναμικότητας και ζωτικότητας των ανθρώπων αυτών και αντί απλώς να τους ψευτοσυντηρούν μπόρεσαν με τον τρόπο τούτο να αβγατίσουν και ακόμη και με φιλελεύθερους οικονομικούς όρους να καταστούν επωφελή για όλους στο επίπεδο της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας.

Μάλιστα, το Ριάτσε μαζί με τους δήμους του Στινιάνο και της Καουλόνια (αρχαίας Καυλωνίας) κατά τη διάρκεια της ανθρωπιστικής κρίσης στη Λαμπεντούζα το 2009, ήσαν εκείνοι που δίδαξαν πώς μπορεί μία κοινωνία να φιλοξενήσει χωρίς δυσκολίες και ευεργετικά τους πρόσφυγες, εξασφαλίζοντας 200 θέσεις υποδοχής, ξεπερνώντας κατά πολύ σε βούληση και δυνατότητες πολλές μεγάλες πόλεις, όπως για παράδειγμα το Μιλάνο, που δέχθηκε μόλις 20 διασωθέντες.

Όπως είναι απόλυτα κατανοητό, το μοντέλο Ριάτσε συνιστά μία ηχηρή διάψευση και προσφέρει επιπλέον ένα αδιάψευστο επιχείρημα στους πολέμιους της ρητορίας των ξενοφοβικών κύκλων και ιδίως στις ιαχές του Σαλβίνι, που ως υπουργός Εσωτερικών είχε σαλπίσει σταυροφορία κατά των προσφύγων που πάσχιζαν να ξεφύγουν από τον όλεθρο των συγκρούσεων και της οικονομικής ανέχειας στην Αφρική και αλλού – σε κάποιες περιστάσεις, όπως η Λιβύη, με απόλυτη ευθύνη της Ιταλίας. Ο Σαλβίνι διατηρούσε ένα προσωπικό άσβεστο μίσος για τον Λουκάνο, τον οποίο χαρακτήριζε “μηδενικό” (uno zero). Ενάντια στον Λουκάνο (τον Mimmo U Curdο όπως από την αρχή τον προσφωνούσαν όλοι φιλικά, αναγνωρίζοντας την δράση του) ασκήθηκαν διώξεις για παράνομες νομιμοποιήσεις αλλοδαπών, επειδή θέλησε να εκδώσει ταυτότητα σε μία Νιγηριανή με άρρωστο παιδί, επειδή χωρίς “κάρτα υγείας” δεν μπορούσε να του κάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο. Άλλες κατηγορίες προστέθηκαν, όπως παράνομοι γάμοι με σκοπό την απόκτηση υπηκοότητας, διασπάθιση δημόσιου χρήματος και καταπάτηση των κανόνων διαφάνειας για την ανάθεση (κατόπιν διαγωνισμού) της διακομιδής των απορριμμάτων σε μία τοπική κοινοπραξία μεταναστών με ντόπιους. Παρά την αλγεινή εντύπωση που προκάλεσε τούτη η είδηση σε όλον τον κόσμο, ο πέλεκυς έπεσε βαρύς από το δικαστήριο του Λόκρι (αρχαίοι Λοκροί) κατά του Λουκάνο, μολονότι η Περιφέρεια έκρινε πως οι κατηγορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα οικονομικά αδικήματα και τις υπερβάσεις εξουσίας ήσαν επιφανειακές και αβάσιμες. Μολονότι οι αρχικές κατηγορίες ανατράπηκαν, οι δικαστές του Λόκρι επέμειναν στην έφεσή τους, παρελκυστικά εμποδίζοντας την αποκατάσταση του “μοντέλου Ριάτσε”.