Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Το μνημείο Γιασουκούνι και οι ανοιχτοί λογαριασμοί της μιλιταριστικής Ιαπωνίας

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε στην Ασία από τους Ιάπωνες σογκούν που ήθελαν μια αυτοκρατορία στον Ειρηνικό για να αποδείξουν τη φυλετική τους ανωτερότητα.

Ήταν Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2020, μόλις πριν από έναν μήνα. Ο Σίνζο Άμπε, που μόλις τρεις μέρες έχει παραιτηθεί από πρωθυπουργός της Ιαπωνίας επικαλούμενος σοβαρούς λόγους υγείας, αποφασίζει να κάνει μια δημόσια χειρονομία υψηλού πολιτικού συμβολισμού, επισκεπτόμενος το πιο αμφιλεγόμενο ή μάλλον το πιο αιματοβαμμένο και μιλιταριστικό μνημείο σε ολόκληρη την Ασία – τον ναό, γιατί περί ναού πρόκειται, Γιασουκούνι. Εκεί, ο Άμπε, κατά δήλωση του που αναρτήθηκε στο Twitter, “ενημέρωσε τις ψυχές των νεκρών που έπεσαν στο πεδίο της μάχης για την Ιαπωνία ότι παραιτήθηκε από πρωθυπουργός”. Έβγαλε τις ανάλογες φωτογραφίες, αυτές κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο και αμέσως ξέσπασε πολιτική και διπλωματική θύελλα στην Ανατολική Ασία, κυρίως στη Νότια Κορέα και την Κίνα. Από το 2013 και μετά, όταν και πάλι ο Άμπε είχε πάει στο Γιασουκούνι, ποτέ εν ενεργεία ή υπό παραίτηση πρωθυπουργός δεν είχε τολμήσει να επισκεφτεί τον ναό και να “ενημερώσει” τους νεκρούς των ιαπωνικών πολέμων για τις πολιτικές του πρωτοβουλίες.

Την κίνηση αυτή επανέλαβε πριν από δύο μέρες, περισσότερο υπαινικτικά, ο διάδοχος του Άμπε στην πρωθυπουργία και δεξί του χέρι στις προηγούμενες κυβερνήσεις του Δημοκρατικού-Φιλελεύθερου Κόμματος, Γιοσιχίντε Σούγκα. Δεν επισκέφτηκε ο ίδιος τον ναό, αλλά έστειλε ένα ιεροπρεπές δένδρο “σάχακι” στο πλαίσιο των σιντοϊστικών τελετών “ταμαγκούσι”, που διεξάγονται κάθε χρόνο δύο φορές, την άνοιξη και το φθινόπωρο, στη μνήμη των νεκρών σωμάτων και των ζωντανών, κατά τον σιντοϊσμό, ψυχών τους, τα λεγόμενα “κάμι”.

Το Γιασουκούνι είναι εκείνος ακριβώς ο ναός όπου οι σιντοϊστές Ιάπωνες πιστεύουν ότι κατοικούν στην αιωνιότητα, τα “κάμι” όλων όσοι έπεσαν για την Ιαπωνία σε όλους τους πολέμους από το 1867 μέχρι το 1951. Με μία σημαντική προϋπόθεση – τα “κάμι” ζουν στο Γιασουκούνι μόνο εφόσον μνημονεύεται το όνομα τους στο Βιβλίο των Ψυχών και τις ειδικές στήλες και επιγραφές που περιτριγυρίζουν τον ναό. Σε αντίθετη περίπτωση, έχουν χαθεί στη λήθη και το σκοτάδι, έχουν πάψει να υπάρχουν, έχουν πεθάνει ολοκληρωτικά και έχει σταματήσει η πνευματική παρουσία τους ανάμεσα στους ζωντανούς.

Αυτό το κρίσιμο σημείο της σιντοϊστικής θρησκευτικής διδασκαλίας προκαλεί πάντοτε πολιτική και διπλωματική θύελλα στην ανατολική Ασία και ολόκληρο τον Ειρηνικό, κάθε φορά που Ιάπωνες πολιτικοί παράγοντες, πολύ περισσότερο μάλιστα δύο πρωθυπουργοί σε έναν μήνα, αποφασίζουν να τιμήσουν τα “κάμι” στο Γιασουκούνι. Βλέπετε, το 1978, η τότε ιαπωνική κυβέρνηση αποφάσισε να προσθέσει ανάμεσα στα 2.466.532 ονόματα πεσόντων, και τα ονόματα των 1.068 πολιτικών και στρατιωτικών που είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκτελέστηκαν μετά από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής – πρώτο από όλα, το όνομα του σογκούν (ιαπων.: πολιτικο-στρατιωτικός δικτάτορας) Χιντέτσι Τότζιο, πρωθυπουργού της Ιαπωνίας κατά τον πόλεμο. Ανάμεσα τους, ήταν και το όνομα του παππού του Άμπε, Νομπουσούκε Κίσι, ο οποίος, αν και καταδικασμένος εγκληματίας πολέμου, υποστηρίχτηκε από τον Αμερικανό στρατηγό, ανώτατο διοικητή της Ιαπωνίας μετά την άνευ όρων παράδοση στο θωρηκτό “Μιζούρι”, Ντάγκλας ΜακΆρθουρ, για να αναλάβει εν συνεχεία πρωθυπουργός της Ιαπωνίας. Επομένως, ο Άμπε έχει και οικογενειακούς λόγους, αν και όχι δικαιολογίες, για να επισκέπτεται τον ναό.

Η στάση αυτή όμως δεν παύει να προκαλεί τεράστια προβλήματα στις σχέσεις της Ιαπωνίας με τους γείτονες της. Εύλογα. Πώς είναι πεσών του πολέμου ο εκτελεσμένος για εγκλήματα πολέμου Τότζο ή ο αποβιώσας στο κρεβάτι του Κίσι; Τι ακριβώς τιμά η Ιαπωνία στον ναό; Το Γιασουκούνι κρατά ζωντανά και τα “κάμι” του μιλιταριστικού, επιθετικού και φιλοπόλεμου παρελθόντος της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου. Αυτό υποστηρίζουν βάσιμα οι χώρες που υπέφεραν τα πάνδεινα κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής στην Ασία και τον Ειρηνικό.

Για τους Ευρωπαίους, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε τυπικά με την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία, τα ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939. Για τους Αμερικανούς, η ίδια αφετηρία ήρθε στις 7 Δεκεμβρίου 1941, με την επιδρομή των ιαπωνικών αεροπλάνων στο Περλ Χάρμπορ. Για τους Ασιάτες όμως, τους Κορεάτες, τους Κινέζους, του Βιετναμέζους και τους Ινδονήσιους, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε το 1933 με τη σταδιακή εισβολή των στρατευμάτων του ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Στρατού και της στρατιωτικής αστυνομίας, Κεμπεϊτάι, της ιαπωνικής Γκεστάπο, στη Μαντζουρία, την Κίνα και την Κορέα και με τις παράλληλες επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς του Αυτοκρατορικού Στόλου σε όλες τις ασιατικές θάλασσες. Η κυβέρνηση στρατηγών του Τόκιο επεδίωκε να αποδείξει την ιαπωνική φυλετική ανωτερότητα, με την εγκαθίδρυση μιας μονοκρατορίας στον Ειρηνικό Ωκεανό στο όνομα του αυτοκράτορα Χιροχίτο και με σκοπό, την άγρια, εργατική και κοινωνική, εκμετάλλευση και υποδούλωση των κατώτερων λαών – Κινέζων, Κορεατών, Ινδοκινέζων, λευκών ή μιγάδων.

Ο ρατσιστικός παραλογισμός περί ανώτερων φυλών και δη των Ιαπώνων οδήγησε σε ορισμένα από τα πιο άγνωστα όσο και φρικαλέα εγκλήματα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εν αρχή, ήταν η διαβόητη Μονάδα 731 που έδρασε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων στην Κίνα, την Κορέα και τη Σιγκαπούρη. Ομάδες γιατρών με επικεφαλής τον Σίρο Ίσι, διεξήγαγαν μαζικά πειράματα με βιολογικούς παράγοντες για τη δημιουργία φονικών όπλων. Στη Μαντζουρία, τα πειράματα της Μονάδας 731 πήραν διαστάσεις γενοκτονίας, καθώς ολόκληρα χωριά βομβαρδίζονταν με βιολογικά και χημικά όπλα, προκειμένου να διαπιστωθεί η φονική αποτελεσματικότητα τους. Υπολογίζεται ότι πάνω από 500.000 ήταν τα θύματα της Μονάδας 731 μόνο στην Κίνα, ενώ παραμένει άγνωστος ο αριθμός των αιχμαλώτων που υπέκυψαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θάφτηκαν σε ομαδικούς και αχαρτογράφητους τάφους.

Εν συνεχεία, ήταν η τύχη των γυναικών στις κατεχόμενες χώρες, ειδικά την Κορέα και την Κίνα. Η σεξουαλική βία, κακοποίηση και εκμετάλλευση των γυναικών πήρε πρωτοφανείς και αδιανόητες διαστάσεις – μόνο στην Κορέα, υπολογίζεται ότι περίπου 200.000 γυναίκες κάθε ηλικίας είτε βιάστηκαν είτε εγκλείστηκαν ως σεξουαλικές σκλάβες στα στρατιωτικά πορνεία, όπου οι φαντάροι και οι αξιωματικοί είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω τους. Ακόμη και σήμερα, παραμένει άγνωστος ο ακριβής αριθμός των γυναικών που δολοφονήθηκαν από τον ιαπωνικό στρατό στα πορνεία και τους ομαδικούς βιασμούς που υπέστησαν ακόμη και κορίτσια επτά ή οκτώ χρονών και ηλικιωμένες άνω των 70 ετών.

Κατόπιν, ήταν τα όσα φρικτά έζησαν οι αιχμάλωτοι πολέμου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βιρμανία και τις Φιλιππίνες. Η Πορεία Θανάτου της Μπατάαν στις Φιλιππίνες τον Απρίλιο του 1942 είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα και αποτέλεσε αυτοτελές έγκλημα πολέμου στις δίκες του Τόκιο που ακολούθησαν το 1946. Περίπου 80.000 Φιλιππινέζοι και Αμερικανοί αιχμάλωτοι υποχρεώθηκαν να βαδίσουν μια απόσταση 128 χιλιομέτρων μέσα στη ζούγκλα και κάτω από τον καυτό ήλιο των Φιλιππίνων, χωρίς τροφή και νερό.

Εκατοντάδες έπεφταν λιπόθυμοι και οι Ιάπωνες τους σκότωναν επί τόπου, αποκεφαλίζοντας τους. Δυόμισι χιλιάδες Φιλιππινέζοι και 654 Αμερικανοί δολοφονήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, κυρίως από άνδρες της Κεμπεϊτάι. Η ιαπωνική Γκεστάπο είχε αντίστοιχες δολοφονικές “επιδόσεις” και εναντίον του κομμουνιστικού αντάρτικου στην Κίνα, όπου σύνθημα της εκπαίδευσης των Ιαπώνων στρατονόμων ήταν, “Σκότωσε σήμερα ένα σκυλί σαν να είναι κομμουνιστής. Αύριο, σκότωσε έναν κομμουνιστή σαν να είναι σκυλί”.

Τέλος και για χρόνια, υπήρχαν απροσδιόριστες. συγκεχυμένες όσο και απίστευτες μαρτυρίες για εκτεταμένους και μαζικούς κανιβαλισμούς με θύματα κυρίως Βρετανούς και Αμερικανούς αιχμάλωτους στρατιώτες, καθώς οι Ιάπωνες περιφρονούσαν τους “κατώτερους” και “απολίτιστους” λευκούς που είχαν πέσει στα χέρια τους, ειδικά μετά την πολιορκία και κατάληψη της Σιγκαπούρης.

Το 2010, ο Βρετανός στρατιωτικός ιστορικός, Άντονι Μπήβορ κατόρθωσε να τεκμηριώσει μέσω και των συμμαχικών, απόρρητων αρχείων ότι τουλάχιστον 1.084 δυτικοί αιχμάλωτοι είχαν φονευτεί, μαγειρευτεί και καταβροχθιστεί από Ιάπωνες στρατιώτες και αξιωματικούς σε περιόδους σιτοδείας και πλήρους οργανωτικής αδυναμίας του Τόκιο να στείλει τρόφιμα σε προκεχωρημένες βάσεις και στρατόπεδα μέσα στις ζούγκλες της Ινδοκίνας και τα απομονωμένα κοραλλιογενή νησιά του Ειρηνικού.

Το έγκλημα αυτό παρέμενε άγνωστο ακόμη και στον στενό πυρήνα των ανώτατων αξιωματικών των Συμμάχων και εν προκειμένω των Αμερικανών, τόσο λόγω της ασύλληπτης ιδιοσυστασίας του, όσο και για λόγους ηθικής αποκατάστασης των νεκρών στα μάτια των συγγενών τους, που θα έφριτταν, κατά τους υπολογισμούς των Αμερικανών, αν μάθαιναν για την πραγματική τύχη των γιων, των αδερφών και των συζύγων τους.

Μετά από αυτά, η οργή που προκαλείται ειδικά στη Νότια Κορέα και την Κίνα, κάθε φορά που οι Ιάπωνες πολιτικοί αρχηγοί και παράγοντες τιμούν τα “κάμι” των νεκρών στρατιωτικών τους και εγκληματιών πολέμου στο Γιασουκούνι, είναι δικαιολογημένη και αναμενόμενη.

Ο σιντοϊσμός μπορεί να διδάσκει την αιώνια ύπαρξη των πνευμάτων ανάμεσα στους ζωντανούς, αλλά και η Ιαπωνία κρατά πολύ βολικά, ανοιχτούς και ανεξόφλητους τους λογαριασμούς της, με το βαρύ και αιματοβαμμένο, μιλιταριστικό, φιλοπόλεμο και κατακτητικό παρελθόν της να τριγυρνά σαν “κάμι” ανάμεσα στις σημερινές κυβερνήσεις της.