ΑΘΗΝΑ
18:48
|
02.03.2024
Γεννημένος στη φυλακή το 1951, δεν είδε ποτέ τον πατέρα του, που ήθελε να τον ονομάσει Βίκτωρα και όχι Νίκο.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η Ελλάδα ποτέ δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από το βάρος ενός εμφυλίου που συνέχισε να σιγοκαίει κάτω από την επιφάνεια, όπως το υπογραμμίζει εξάλλου, εβδομήντα χρόνια μετά, και η εξέλιξη της δίκης των σημερινών γερμανοτσολιάδων.

Και αν η δεξιά κέρδισε στον εμφύλιο την εξουσία, η αριστερά κατάφερε να κρατήσει μόνο τους ήρωές της και το “ηθικό πλεονέκτημα”, αρετές επαινετές μεν, αλλά μάλλον ανεπαρκείς, αν στόχος είναι η αλλαγή της κοινωνίας. Το παρελθόν, ο γιγάντιος ίσκιος των νεκρών ηρώων μας και, ίσως πιο σημαντικό, οι αντιφατικές ερμηνείες για το τι συνέβη, το “πώς και γιατί χάσαμε”, ήταν ένα βάρος (κάποτε αβάσταχτο) που μέτραγε με βία τις ζωές της γενιάς που ακολούθησε τον εμφύλιο, της “γενιάς του Πολυτεχνείου” – ένα συναίσθημα όχι ίσως και τόσο ανοίκειο στους κατοίκους μιας χώρας που ήδη πνιγόταν άθελά της κάτω από το βάρος του αρχαίου της μεγαλείου.

Ο Νίκος Μπελογιάννης ο νεότερος, που έφυγε την Κυριακή το πρωί από τη ζωή, αν και όχι τυπικό δείγμα αυτής της γενιάς, πάντως προσπάθησε με τον τρόπο του να αναμετρηθεί με αυτό το φορτίο, που στην περίπτωσή του ήταν μεγάλο σαν την Ιστορία, μεγάλο σαν το όνομα που κουβαλούσε στις πλάτες του. Γεννημένος στη φυλακή το 1951, δεν είδε ποτέ τον πατέρα του, που ήθελε να τον ονομάσει Βίκτωρα και όχι Νίκο – έτσι εξάλλου, Βίκτωρα, τον φώναζαν και οι συγκρατούμενες της Έλλης Παππά. Από τη φυλακή βγήκε τριών χρονών· η θεία του, Διδώ Σωτηρίου, θα έγραφε διήγημα στην “Αυγή” για το παιδί που την πρώτη φορά που είδε φεγγάρι στη ζωή του έβαλε τα κλάματα.

Κυνηγημένος εκ γενετής, πέρασε μια εφηβεία με τον φόβο του μπασκίνα και του χαφιέ, με τη μάνα του στην εξορία. Ακόμα και με τη θεία του, όμως, για χρόνια δεν ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη, γιατί φοβούνταν ότι αν έρχονταν να συλλάβουν τη Διδώ θα τον έπιαναν και αυτόν. Αποφάσισε να κάνει σπουδές στις θετικές επιστήμες, ώστε να μην δείχνει σαν να προσπαθεί να κλέψει τη δόξα του ονόματός του. Πέρασε στους Χημικούς Μηχανικούς του ΕΜΠ, κάτι που ο ίδιος δεν το περίμενε, γιατί αν και άριστος μαθητής, πίστευε ότι το όνομά του θα μπορούσε να αποδειχτεί εμπόδιο για την είσοδό του στο Πολυτεχνείο που τότε ακόμα ήταν μηχανισμός κοινωνικής ανόδου. Και έτσι βρέθηκε στη δίνη της φοιτητικής εξέγερσης, οργανωμένος στον Ρήγα Φεραίο, να προσπαθεί να μην εμφανίζεται πολύ, ώστε να μην κατηγορηθούν οι εξεγερμένοι για “κομμουνιστοκίνητοι”, κατηγορία τότε ίσως χειρότερη και από το “κομμουνιστής”.

Παιδί της ήττας, μοιραζόταν αυτό το χαρακτηριστικό και με το Κόμμα: ίσως και αυτό να ήταν ένας λόγος για τα όχι φιλικά αισθήματα που από μικρός έτρεφε για αυτό (μαζί φυσικά με την εργαλειοποίηση του Ονόματος του Πατέρα, του οποίου ο κομματικός μηχανισμός απαιτούσε την αποκλειστική άδεια χρήσης για τον εαυτό του και για κανέναν άλλο, ούτε καν την οικογένειά του).

Αφού τέλειωσε σπουδές και διδακτορικό εδώ και στη Γαλλία και ενώ είχε όλα τα προσόντα να συνεχίσει στο εξωτερικό (εκτός των άλλων μίλαγε άνετα τέσσερις ξένες γλώσσες), στην ενεργή ζωή του δούλεψε στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο Κέντρο Λίθου.

Αν μπορεί να μας επιτραπεί εδώ μια κάπως πιο προσωπική πινελιά, αυτή είναι η κάπως αντισυμβατική χρήση του δημόσιου χώρου: τμήμα του καθημερινού εργασιακού και ερευνητικού βίου των εργαζομένων στο παλιό κτήριο της οδού Πειραιώς, εκτός από τα όργανα ανάλυσης και τα αντιδραστήρια του χημικού εργαστηρίου ήταν και η τεράστια μαύρη σκύλα του Νίκου Μπελογιάννη, η Άντζελα (όχι τυχαίο όνομα για όσους θυμούνται τις μόδες του λαϊκού τραγουδιού της δεκαετίας του ’90), που την είχε περιμαζέψει (αυτός, ένας μέχρι τότε αποκλειστικός γατόφιλος) από το δρόμο, ημιθανές κουτάβι.

Από το Κέντρο Λίθου επιχείρησε να υπερασπιστεί τα αρχαία λιθάρια από το αναπόδραστο πέρασμα του χρόνου, την ανθρώπινη βλακεία, την αλαζονεία και την απληστία (τη μόλυνση, την εγκατάλειψη, την υπερεκμετάλλευση), προσφέροντας συχνά πρωτοποριακές για την εποχή τους λύσεις σε δύσκολα προβλήματα που αφορούν τη σχέση της (αρχαίας) πέτρας με το (σύγχρονο) κοινωνικό περιβάλλον, φέρνοντας τις μοντέρνες αντιλήψεις για την συντήρηση των αρχαιοτήτων στον αραχνιασμένο χώρο του Υπουργείου Πολιτισμού. Όχι λίγοι μεγάλοι και μικροί αρχαιολογικοί χώροι του χρωστάνε ένα μέρος της καλής διατήρησής τους. (Μεταξύ αυτών και η Αμφίπολη για την οποία είχε δουλέψει και την οποία ήξερε καλύτερα από πολλούς αρχαιολόγους και Εκπροσώπους Τάφων).

Ανήκοντας στη γενιά στην οποία ανήκε, έχοντας υπάρξει μέσα στο Πολυτεχνείο και έχοντας το όνομα που είχε, εύκολα θα μπορούσε να είχε ζήσει μια ζωή μεγαλοστελέχους της εγχώριας αριστεράς ή, ακόμα καλύτερα, υπουργού σε πολλές κυβερνήσεις, σε όλο το πολιτικό φάσμα. Τόσοι άλλοι το έκαναν με πολύ λιγότερα προσόντα, πολύ μικρότερα ονόματα και με μεγάλη επιτυχία, γιατί όχι κι αυτός; Ο ίδιος, ίσως και λόγω της ανεπτυγμένης αίσθησης χιούμορ που είχε, καταλάβαινε τη γελοιότητα στην οποία θα οδηγούσε ένας τέτοιος ολισθηρός δρόμος και προτίμησε να κρατήσει χαμηλό πολιτικό προφίλ και να διατηρήσει μια κάποια δυσανεξία προς την πολιτική εξουσία, ακόμα και αν αυτή προερχόταν από φίλιους χώρους, μια πάντα επαινετή αλλά σπάνια αρεστή αρετή.

Αν και όχι τυπικό δείγμα της γενιάς του, πάντως με τον ιδιαίτερο τρόπο του συμπύκνωνε αυτές τις ιστορικές αντιφάσεις που την έκαναν τη πιο σημαντική μεταπολεμική (και κυρίως μεταπολιτευτική) γενιά· την αντίθεση της πλειονότητας των νεολαίων που εξεγέρθηκαν κατά της χούντας έχοντας το θράσος της νιότης τους και όχι κάποιο μεγάλο σχέδιο από τη μια μεριά και αυτών που εξαργύρωσαν στο πολιτικό μεϊντάνι περγαμηνές που δεν τους ανήκαν από την άλλη· την εσωτερίκευση της συντριπτικής ήττας της γενιάς των πατεράδων τους σε αντιπαραβολή με την ήττα της δικής τους γενιάς· την ήττα της μεταπολίτευσης, δηλαδή την προδοσία των ελπίδων των παιδιών που έβγαιναν στους δρόμους ζητώντας μια άλλη κοινωνία από τους ίδιους τους συναγωνιστές τους. Αυτούς που αφού έπαιξαν μόνοι τους την τύχη της χώρας στα ζάρια, είπαν μετά ότι όλοι μαζί χάσαμε.

Αφήνει πίσω του ο Νίκος Μπελογιάννης τον νέο τρόπο αντιμετώπισης της συντήρησης των αρχαίων, χωρίς καταστροφικές επεμβάσεις, καθώς και την κριτική αντιμετώπιση όλων, ακόμα και των φίλων, χαρακτηριστικό που σε ένα βαθμό αποτέλεσε επίσης και χαρακτηριστικό όλων των εξεγέρσεων που πήρε εκούσα άκουσα η γενιά του.

Αν και ο ίδιος (μήπως να το ξαναπούμε;) δεν ήταν τυπικό δείγμα της γενιάς του. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα