Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Βρετανία: η ασφάλεια δεν εγκληματεί ποτέ;

Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον για τα ποινικά αδικήματα των μυστικών πληροφοριοδοτών των υπηρεσιών ασφαλείας (Covert Human Intelligence Sources [Criminal Conduct] Bill) συνεχίζει την ακάθεκτη πορεία για να τεθεί σε ισχύ ως νόμος του βρετανικού κράτους. Βρίσκεται ήδη στη Βουλή των Λόρδων, μετά από τη συζήτηση στη Βουλή των Κοινοτήτων, η οποία πήρε δημοσιότητα περισσότερο για τα προβλήματα εσωκομματικής πειθαρχίας που δημιούργησε στη νέα ηγεσία του Εργατικού Κόμματος (αρκετοί βουλευτές έσπασαν την κομματική γραμμή για αποχή)παρά για την ουσία της.

Η ουσία θα όφειλε να ξεσηκώσει πολιτική θύελλα: το νομοσχέδιο συμπληρώνει το νόμο για τη Ρύθμιση των Ανακριτικών Εξουσιών (Regulation of Investigatory Powers Act – RIPA) του 2000 με μια νέα σειρά διατάξεων, βάσει των οποίων οι μυστικοί αστυνομικοί και πράκτορες άλλων υπηρεσιών μπορούν να εξουσιοδοτηθούν για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους. Το αντικείμενο του νομοσχεδίου είναι ακριβώς η διαδικασία και οι όροι της εξουσιοδότησης. Αυτή θα παρέχεται από τους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες της αστυνομίας,  των ενόπλων δυνάμεων, των μυστικών υπηρεσιών, της οικονομικής αστυνομίας και μιας σειράς άλλων σωμάτων, τα οποία διαθέτουν ανακριτικές αρμοδιότητες.

Το νομοσχέδιο αποτελεί συνέχεια μιας εντυπωσιακής νομοθετικής διαδρομής σε μια χώρα, η οποία ως το 1985 δεν διέθετε κανένα νομοθετικό πλαίσιο για τις παρακολουθήσεις, ανακριτικές διεισδύσεις και άλλες τέτοιες μυστικές ενέργειες των παραπάνω υπηρεσιών. Η έλλειψη αναδείχθηκε με την υπόθεση “Malone v. Metropolitan Police Commissioner” του 1979, μια υπόθεση τηλεφωνικής υποκλοπής από τη Μητροπολιτική Αστυνομία, η οποία προκάλεσε και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε βάρος της Βρετανίας για παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, απορρήτου της επικοινωνίας), στη βάση ακριβώς της έλλειψης σχετικού περιοριστικού νομοθετικού πλαισίου. Ως εκείνο το σημείο δηλαδή, υπήρχαν κάποιοι διαδικαστικοί τύποι σχετικά με τη διεξαγωγή αυτών των ενεργειών, αλλά καμμία νομοθετική εγγύηση σε σχέση με τις ενέργειες καθαυτές.  

Το 1985 η κυβέρνηση Θάτσερ θέσπισε νέο νόμο για τις παρακολουθήσεις, εξαιτίας και της πιθανότητας μπλοκαρίσματος της ιδιωτικοποίησης του βρετανικού οργανισμού τηλεπικοινωνιών – το Κοινοβούλιο ανησυχούσε για την πιθανότητα να εμπλέκεται σε τέτοιες ενέργειες μια ιδιωτική εφεξής εταιρία. Αρμοδιότητες για τη διεξαγωγή τέτοιων ενεργειών εισήχθησαν έκτοτε με διάφορα νομοθετήματα, ιδίως στα πλαίσια της δίωξης του “οργανωμένου εγκλήματος”. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η RIPA 2000, αν και συστηματοποίησε τους όρους διεξαγωγής όλων αυτών των ενεργειών είναι υπό μία έννοια ένα ευχολόγιο, γιατί η αρμοδιότητα της διεξαγωγής όλων αυτών των επαχθών ανακριτικών ενεργειών μπορεί να βρίσκεται σε άλλο νομοθετικό σημείο και όχι στην ίδια, και επομένως οι περιορισμοί που εισήγαγε δεν ισχύουν κατ’ανάγκη.

Τυπικά βέβαια υπάρχει το ειδικό δικαστήριο που δημιούργησε η RIPA 2000 για τον έλεγχο της νομιμότητας αυτών των ενεργειών, υπάρχει μια σειρά διεξοδικότατων εσωτερικών κανονισμών (Codes of Practice), οι οποίοι τις ρυθμίζουν, και βεβαίως υφίστανται και οι δικονομικές εγγυήσεις για την εγκυρότητα των αποδεικτικών μέσων που μπορεί να συλλεγούν έτσι και να χρησιμοποιηθούν εναντίον οποιουδήποτε. Υπάρχει επίσης και η απειλή της Human Rights Act, με την οποία το 1998 έγινε εσωτερικό δίκαιο της Βρετανίας η ΕΣΔΑ και ενισχύθηκε δραστικά η εφαρμογή της από τη διοίκηση και τα δικαστήρια. Το 2016, οι παραβάσεις της RIPA έγιναν ποινικά αδικήματα στο θεμέλιο του παραπάνω νόμου.

Όλα αυτά δίνουν μια τακτοποιημένη νομικά και θεσμικά εικόνα, την οποία πράγματι μια αποφασισμένη νομική ομάδα μπορεί κάλλιστα να αξιοποιήσει με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των θιγομένων προσώπων ή οργανώσεων. Όμως η αλήθεια δεν καταλήγει πάντα, ή μάλλον σπάνια καταλήγει σε ένα δικαστήριο. Υπάρχει μια πραγματικότητα, η οποία δεν είναι καθόλου ευχάριστη.

Πρώτα-πρώτα, η καταφανής όσμωση αστυνομίας και μυστικών υπηρεσιών αποτελεί τον ένα τεράστιο άξονα μετασχηματισμού της (εσωτερικής) ασφάλειας από το τέλος του ψυχρού πολέμου (ή την έναρξη της περιβόητης “εποχής της παγκοσμιοποίησης”) και μετά: αν ένα κομμάτι της αστυνομίας μοιάζει ολοένα και περισσότερο με στρατό, υπάρχει και το άλλο που μοιάζει ολοένα και περισσότερο με μυστική υπηρεσία, και οι ενέργειές του βασίζονται ολοένα και περισσότερο στην επεξεργασμένη πληροφορία, στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, την αξιοποίηση και τη διαρκώς βελτιούμενη τεχνολογικά ικανότητα συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων και πληροφοριών. Επιπλέον, ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” έχει καταστήσει τις μυστικές υπηρεσίες αναπόσπαστο κομμάτι της διαφύλαξης της εσωτερικής ασφάλειας από τις διεθνικές απειλές, όχι μόνο της τρομοκρατίας, αλλά και του “(διεθνικού) οργανωμένου εγκλήματος”, με το οποίο η πρώτη παρουσιάζεται πολλές φορές να περπατάει χεράκι-χεράκι, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων.

Εν τω μεταξύ γνωρίζουμε ολοένα και περισσότερα πια για τη μυστική δραστηριότητα των διωκτικών αρχών και των άλλων υπηρεσιών. Η κριτική που ασκήθηκε στον νόμο ξεκινά από την κοινή γνώση ότι οι μηχανισμοί παρακολούθησης στρέφονται ιδίως κατά οποιουδήποτε θεωρείται εσωτερικός εχθρός κάθε φορά, και επιπλέον σήμερα και κατά των συνήθων υπόπτων της μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχής – δηλαδή εθνοτικών μειονοτήτων και θρησκευτικών ομάδων τις οποίες οι υπηρεσίες αντιλαμβάνονται ως απειλή. Εξίσου στόχο αποτελούν και τα κινήματα διαμαρτυρίας, κατά του πολέμου, κατά της λιτότητας, τα κινήματα της νεολαίας, ο οικολογικός ακτιβισμός. Από αυτή την εμπειρία προκύπτει επίσης ότι ο μυστικός πληροφοριοδότης δεν είναι μια παθητική φιγούρα, αλλά μπορεί εξίσου να παίρνει και το ρόλο του προβοκάτορα: αυτό αποκάλυψε ξεκάθαρα η υπόθεση του Μαρκ Κέννεντι , ο οποίος έδρασε  για μια ολόκληρη επταετία στο εσωτερικό οικολογικών οργανώσεων ζώντας μια παράλληλη ζωή και αναμείχθηκε ενεργά στη δράση των οργανώσεων αυτών. Το νομοσχέδιο λοιπόν δίνει τη δυνατότητα στους μυστικούς πληροφοριοδότες να διαπράττουν και ποινικά αδικήματα κατά την υπηρεσία τους, ενώ σύμφωνα με το σημερινό καθεστώς εάν η δραστηριότητά τους περιλαμβάνει και πράξεις τέτοιου χαρακτήρα αυτές τελικά κρίνονται από το (ποινικό) δικαστήριο, εφόσον διωχθούν. Με απλά λόγια, το νομοσχέδιο μετατρέπει σε ασυλία αυτό που σήμερα αποτελεί υπερασπιστικό ισχυρισμό.

Ασφαλώς σε μια εποχή που τα όρια φανερής αστυνομίας και μυστικής υπηρεσίας έχουν καταστεί ασαφή, η έξοδος των μυστικών πρακτόρων από τις σκιές μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη: αν ο σκοπός της ασφάλειας αγιάζει (και) τα εγκληματικά μέσα, ποιός ο λόγος να τηρείται το πρόσχημα ενός κράτους-θεματοφύλακα της νομιμότητας και των ελευθεριών; Η συστημική τάση κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά το μήνυμα της διαδικασίας της συζήτησης και ψήφισης του νέου νόμου είναι πως τώρα πια και το Κοινοβούλιο γλυκοψιθυρίζει στο αυτί του βαθέος κράτους ασφάλειας. Το επίμαχο ερώτημα είναι ποιός πια οφείλει να αντισταθεί στις συνεχείς εκπτώσεις κάθε έννοιας δημοκρατικού κράτους δικαίου και πώς;